Σε μια σκηνή της ταινίας Ο Παλαιστής, ο Μίκι Ρουρκ (στον ρόλο ενός πρώην πρωταθλητή του κατς στα '80s και νυν τελειωμένου «white trash» μεσήλικα) φλερτάρει σ' ένα μπαρ με τη Μαρίζα Τομέι (στριπτιζού με καρδιά μάλαμα), όταν ακούγεται από το τζουκμπόξ ένα κομμάτι των Ratt, γκρουπ της συνομοταξίας των μάτσο φλωρομέταλ αλητοτεκνών από το Λος Άντζελες όπως οι Guns n' Roses, οι Motley Crue και οι Poison.

 

«Αυτή ήταν μουσική», της λέει κι αυτή επιδοκιμάζει με βλέμμα νοσταλγίας, «... αλλά έσκασε μετά αυτή η αδελφή ο Κερτ Κομπέιν κι έκανε τη διασκέδαση αμαρτία».

 

Πολύ αμφίβολο αν κάποιος πραγματικός λαϊκός παλαιστής θα ξεστόμιζε μια τέτοια «έξυπνη» και ρεβιζιονιστική ατάκα, αν δεν του την έβαζε στο στόμα ένας hipster σκηνοθέτης σαν τον Αρονόφσκι – ενδεικτική πάντως της αγρίως αναθεωρητικής αντίληψης των καιρών μας, από την οποία δεν γλιτώνουν ούτε οι ιδανικοί ροκ αυτόχειρες.

 

Ένας άλλος εκπρόσωπος των «μεταλάδων κομμωτηρίου» –ο Sebastian Bach των Skidrow, «όμορφος σαν κορίτσι»– είχε δηλώσει όταν η επιτυχία των Nirvana είχε αρχίσει πλέον να παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας: «Ποιος το περίμενε, ε; Εμείς χάσαμε και οι σπασίκλες νίκησαν».

 

«Το καθήκον της νιότης είναι να προκαλεί τη διαφθορά» είχε πει ο Κομπέιν σε μια από τις (σπάνια) νηφάλιες και λιγότερο κυνικές αποστροφές του.

 

Ο Κερτ Κομπέιν όμως δεν ήταν σπασίκλας. Ούτε είχε και σχέση με τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου και γκλαμ παρακμής άλλων φιλόδοξων ροκ σταρ.

 

Όπως είχε γράψει πριν μερικά χρόνια ο Ρόμερτ Κριστγκάου (ο αυτό-αποκαλούμενος «Πρύτανης των Αμερικανών Ροκ Κριτικών»), ο Κομπέιν «δεν είχε πολλά κοινά με το ναρκισσισμό του Μικ Τζάγκερ, του Άλις Κούπερ, του Τζόνι Ρότεν ή του Μάικλ Στάιπ και τίποτε από τη ματαιοδοξία, το ντύσιμο ή το θεατρικό savoir-faire τους. Ούτε ήταν όμως και σύμβολο "παιδιού του λαού", όπως ο Σπρίνγκστιν».

 

Πιο πολύ έμοιαζε με την ενσάρκωση κάθε γεννημένου loser που την κοπάναγε συστηματικά από τη γυμναστική – το παιδί του τελευταίου θρανίου με το οποίο μπορούσες να «λιώσεις» μαζί, ο ντροπαλός τύπος (και παιδί χωρισμένων γονιών) που αναζητούσε μητρική στοργή, ο «arty weirdo» χαρισματικός του περιθωρίου.

 

Για δυο-τρία λοιπόν χρόνια, μέχρι τη στιγμή που η αυτοκτονία του καταγράφτηκε ως κορυφαία πράξη εγκατάλειψης, πρόσφερε σε μια γενιά losers έναν ήρωα που ένιωθε κι ο ίδιος loser, ακόμα και μετά την τεράστια επιτυχία των Nirvana – σε αντίθεση με έναν ήρωα, τους θριάμβους του οποίου μπορούσαν απλά να θαυμάζουν, να ζηλεύουν εξ αποστάσεως.

 

Τα τραγούδια του Κομπέιν ήταν έντονες, μανιοκαταθλιπτικές βινιέτες ανομίας, μηδενισμού και εξέγερσης σε μελωδικό punk-metal φόντο (αυτό που αποκλήθηκε «grunge»).
Τα τραγούδια του Κομπέιν ήταν έντονες, μανιοκαταθλιπτικές βινιέτες ανομίας, μηδενισμού και εξέγερσης σε μελωδικό punk-metal φόντο (αυτό που αποκλήθηκε «grunge»).

 

Έτσι μεταμόρφωσε μόνος του σχεδόν μια συνομοταξία χλιαρών τάσεων που αποκαλούνταν αφηρημένα «indie» σε ένα καυτό και άμεσα εμπορεύσιμο είδος με γενικό τίτλο «alternative»...

 

Η ποσότητα ηρωίνης στις φλέβες του τη στιγμή που τράβηξε τη σκανδάλη ήταν αρκετή για τρεις θανάτους από υπερβολική δόση. Ο πυροβολισμός όμως έκανε ξεκάθαρες τις προθέσεις του. Προορισμός του εξαρχής ήταν η λήθη...

 

Όλοι οι υπόλοιποι βολεύτηκαν. Οι REM παραμένουν «μεγάλοι και τρανοί», αν και έχουν να βγάλουν άλμπουμ της προκοπής πάρα πολλά χρόνια, ο Τζόνι Ρότεν διαφημίζει βούτυρο (!) στη βρετανική τηλεόραση, και γενικά οι περισσότεροι πρώην εναλλακτικοί σταρ έχουν γίνει επιτυχημένα franchises του εαυτού τους.

 

Ακόμα και οι τύποι από τους Motley Crue και τους Poison είτε κυκλοφορούν σπιτικές τσόντες στις οποίες πηδάνε την Πάμελα Άντερσον είτε παρουσιάζουν κάτι διεστραμμένα reality shows στο MTV.

 

H ουσία είναι πάντως ότι όντως οι σπασίκλες νίκησαν τελικά. Οι σύγχρονοι αστέρες του εναλλακτικού ροκ είναι σχεδόν όλοι «καλά παιδιά», hipsters του κολεγίου προερχόμενοι συνήθως από την αστική τάξη, οι οποίοι συχνά προτάσσουν στην ατζέντα τους και ζητήματα οικολογίας, κοινότητας, μπλα μπλα μπλα...

 

Τα τραγούδια του Κομπέιν –αντίθετα κι από τους στίχους του προτελευταίου Μέγα Οσιομάρτυρα της εποχής μου, του Ίαν Κέρτις των Joy Divison, που ήταν ουσιαστικά εφηβικά portals στα βιβλία του Μπάλαρντ και του Μπόροουζ– ήταν έντονες, μανιοκαταθλιπτικές βινιέτες ανομίας, μηδενισμού και εξέγερσης σε μελωδικό punk-metal φόντο (αυτό που αποκλήθηκε «grunge»).

 

«Το καθήκον της νιότης είναι να προκαλεί τη διαφθορά» είχε πει ο Κομπέιν σε μια από τις (σπάνια) νηφάλιες και λιγότερο κυνικές αποστροφές του, ενώ ένα πρόχειρο κολάζ στίχων του που ανασύρω απ' το μυαλό φανερώνει τις εμμονές του με τη λήθη και το αναπόφευκτο αδιέξοδο του ατομικισμού:

 

«Το ότι είσαι παρανοϊκός δεν σημαίνει ότι δεν σε κυνηγάνε κάποιοι» («Territorial Pissings»), «η καλύτερη μέρα που είχα ποτέ ήταν όταν έμαθα να κλαίω κατά βούληση» («On A Plain»), «εξαργύρωσα το εφηβικό άγχος και τώρα βαριέμαι και γερνώ» («Serve the Servants»), «δώστε μου ένα μεταθανάτιο Λέοναρντ Κοέν κόσμο για να αναστενάζω αιώνια» («Pennyroyal Tea»)...

 

Oh well, whatever, never mind... Τουλάχιστον, μπορώ να κομπάζω στους νεότερους ότι είδα τους Nirvana ζωντανούς κάποτε, όταν μέτραγαν, και ο θάνατος του «αρχηγού» τους ακυρώνει κάθε προοπτική επανένωσης (αν και δεν ξέρεις ποτέ, εδώ έπαιξαν οι Doors χωρίς τον Jim Morissson κι ήταν sold out!) και συμμετοχής σ' αυτά τα πακέτα νοσταλγίας που βγαίνουν κάθε τόσο στη γύρα ζητώντας τη συνδρομή μας στο συνταξιοδοτικό τους πλάνο.

 

Εμάς να δούμε ποιος θα μας γηροκομήσει...

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο LIFO.gr το 2009.