«Τι να αφήσεις σ' έναν γερασμένο κόσμο; Μόνο αισιοδοξία μέσα στην ακατάσχετη βία. Και την πιο απελπιστική, τη νεανική βία. Τι κόσμο χτίζουμε, που δεν μπορούμε ακόμα να κατευθύνουμε τη νεανική ενέργεια σε θετικούς στόχους; Αιώνες τώρα γεννιούνται παιδιά σ' ένα άδικο περιβάλλον. Πώς να προλάβουν να κάνουν την "αυτοψυχανάλυσή" τους; Κι απ' αυτά που προλαβαίνουν, πόσα μπορούν;». Λόγια ανήσυχα και ανατριχιαστικά επίκαιρα της Όπυς Ζούνη, μιας μεγάλης μορφής των εικαστικών τεχνών του 20ού και 21ου αιώνα.

 

Έρχεται στον κόσμο στις 4 Φεβρουαρίου του 1941 στο Κάιρο της Αιγύπτου, με γονείς τον Γιάννη Σαρπάκη και την Ελένη Μπατίστα, με καταγωγή από τη Σαντορίνη και την Κρήτη. Παίρνει το όνομα της γιαγιάς της Καλλιόπης, αλλά ο αγαπημένος της θείος Πέτρος τη βαφτίζει ανεπίσημα Όπυ και αυτό το όνομα κρατάει σε ολόκληρη τη ζωή της.

 

 

«Δεν μπορούσα να παρουσιάσω τη δουλειά μου σε ατομική έκθεση στην Ελλάδα, γυναίκα και πρωτοποριακή, και έτσι άρχισα από το Μπιαρίτζ της Γαλλίας».

 

Ο παππούς της, «σκληρός άνθρωπος», όπως τον χαρακτηρίζει η ίδια, μεταναστεύει στην Αίγυπτο σε ηλικία 12 χρόνων και σιγά σιγά, με πολύ μόχθο και κόπο, στήνει μια τεράστια περιουσία. Η Όπυ γνωρίζει την τραγωδία από πολύ μικρή, χάνοντας πρώτα τον πατέρα της και λίγα χρόνια μετά τη μητέρα της από καρκίνο. Η απώλεια των γονιών της και κυρίως της μητέρας της, που είναι το πρόσωπο-κλειδί που τη μυεί για πρώτη φορά στη ζωγραφική, τη σημαδεύει για όλη της ζωή. Παρά τη δυσλεξία της βρίσκει καταφύγιο στη μελέτη και στην τέχνη και λαμβάνει γαλλική ανατροφή, όπως συνηθιζόταν για τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών της Αιγύπτου.

 

Τα χρόνια που ακολουθούν αποδεικνύονται ακόμη πιο δύσκολα γι' αυτήν και τον αδερφό της, μετά το θάνατο και του θείου της Πέτρου. Χαρακτηρίζονται έντονα από οικογενειακές ίντριγκες, δικαστικές διαμάχες για την κληρονομιά του παππού τους και αφόρητη μοναξιά. Την κηδεμονία της τελικά αναλαμβάνει ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ένας από τους πιο διακεκριμένους αιγυπτιολόγους της εποχής, και εμπνέει στην έφηβη Όπυ μια καταλυτική αγάπη για την αιγυπτιακή και αρχαία ελληνική τέχνη και τη γλυπτική του Ροντέν.

 

 

 

Το 1959 ξεκινάει ελεύθερες σπουδές στη ζωγραφική υπό την καθοδήγηση του Αρμένιου ζωγράφου Ασόντ Ζοριάν. Κάνει την πρώτη της έκθεση στην γκαλερί Nile του Καΐρου το 1962. Όνειρό της είναι να ταξιδέψει μακριά από την Αίγυπτο για να συνεχίσει τις σπουδές την στη Γαλλία. Τελικά καταλήγει στην Αθήνα να παρακολουθεί μαθήματα στο τμήμα κεραμικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών.

 

Την ίδια χρονιά, το 1963 δηλαδή, γνωρίζει το σύζυγό της, τον αρχιτέκτονα Αλέκο Ζούνη, τον οποίο παντρεύεται δύο χρόνια μετά. Μπαίνει πρώτη στο τμήμα ζωγραφικής της Σχολής και έχει δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη, του οποίου η επιρροή είναι σημαντική σε θέματα σύνθεσης, χρώματος και φωτός στο έργο της. Παράλληλα, ξεκινά τους πειραματισμούς πάνω σε υλικά και τεχνικές, ενώ δουλεύει στα πρώτα της έργα. Το 1969 αποφοιτά και γίνεται μητέρα με τον ερχομό του πρωτότοκου γιου της Πέτρου.

 

Δεν αναγνωρίζεται αμέσως η προχωρημένη φύση του έργου της στην Ελλάδα, κυρίως επειδή είναι γυναίκα!

 

 

 

«Προσωπικά δεν μπορούσα να παρουσιάσω τη δουλειά μου σε ατομική έκθεση στην Ελλάδα, γυναίκα και πρωτοποριακή, και έτσι άρχισα από το Μπιαρίτζ της Γαλλίας. Με ξένο διαβατήριο λοιπόν πέρασα στον ελληνικό καλλιτεχνικό χώρο». Κάνει μεγάλη αίσθηση με την πρώτη επίσημη ατομική της έκθεση στην γκαλερί Vallombreuse στη Γαλλία το 1970. Οι κριτικοί την εντάσσουν ανάμεσα στους πρωτοπόρους της σύγχρονης τέχνης. Ένα χρόνο μετά διοργανώνει την πρώτη της έκθεση στην Ελλάδα με τίτλο «Τομές - Αδιέξοδα» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

 

Η δεκαετία του '70, αν και της φέρνει χαρμόσυνα νέα με την αποδοχή της δουλειάς της και τη γέννηση του δεύτερου της γιου Γιάννη, είναι επίσης μια περίοδος που έχει να αντιμετωπίσει την ψυχολογική κατάρρευση εξαιτίας των εξαντλητικών ρυθμών εργασίας και πίεσης, οδηγώντας την σε νοσηλεία. Η οικογένειά της δεν φεύγει λεπτό από κοντά της και η στήριξή τους, μαζί με την πεισματική αφοσίωση της ίδιας στην τέχνη της τη βοηθούν να ξεπεράσει την περιπέτειά της. Τα επόμενα χρόνια γεμίζουν από συμμετοχές σε εκθέσεις και ταξίδια σε διάφορα μέρη της Γης για την παρουσίαση των έργων της.

 

Βρίσκει σημαντικό σύμμαχο στο πρόσωπο του Αλέξανδρου Ιόλα, που την ωθεί ακόμη πιο μπροστά. Όλο αυτό το διάστημα δεν σταματάει ποτέ να πειραματίζεται, ανακαλύπτοντας εκ νέου κάθε φορά διαφορετικά μέσα έκφρασης και η καριέρα της εκτοξεύεται στα ύψη με συνεχείς βραβεύσεις. Οι πίνακες και οι κατασκευές της ανήκουν στο είδος της γεωμετρικής τέχνης. Το ύφος τους είναι αυστηρό και συνάμα αφαιρετικά λυρικό, αποκαλύπτοντας ένα καθαρά προσωπικό χαρακτήρα που βγαίνει μέσα από ζωηρές, φαντασιακές συνθέσεις γεωμετρικών σχημάτων με έντονη την παρουσία του φωτός. «Αποδίδω μια εικόνα, ένα όραμα τρισδιάστατο, μέχρι χαοτικό, που ξεπερνά, κάποιες φορές τα όρια της λογικής».

 

 

 

Το 1996, η υγεία της κλονίζεται. Μαθαίνει ότι πάσχει από «επιθετική» μορφή καρκίνου, δεν το βάζει όμως κάτω. «Μεταστάσεις, χημειοθεραπείες, νοσοκομεία, σωληνώσεις, εγχειρίσεις. Δεν παύω όμως να δουλεύω όσο μπορώ, αντιστάθμισμα για να επιζήσω». Για δώδεκα χρόνια παλεύει την αρρώστια και συνεχίζει να δημιουργεί εντατικά, παρά τους ανυπόφορους πόνους. Βρίσκει ξανά καταφύγιο στην τέχνη και στον αγαπημένο της χώρο, το σπίτι της στην Παλαιά Πεντέλη που λειτουργεί ως το πιο αποτελεσματικό φάρμακο. Σε πείσμα της ασθένειας πραγματοποιεί το 2007 μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και πλήθος κόσμου σπεύδει να δει τα έργα της.

 

Έχασε τη μάχη με την επάρατη νόσο στις 5 Δεκεμβρίου 2008 στο Νοσοκομείο «Μετροπόλιταν». Ήταν 67 χρόνων. Άφησε πίσω της το σύζυγό της, τους δυο της γιους, την εγγονή της Κωνσταντίνα και 40 χρόνια αστείρευτης, φωτεινής δημιουργίας.