Η ηρωίδα μου. Η γιαγιά μου. Ελένη Ευγενία. Γνήσια Μανιάτισσα, αγύριστο κεφάλι. Καλαναθρεμμένη, κάθε λέξη που βγαίνει από τα χείλη της, τη σαλιώνει με μια σταγόνα νάζι. Τώρα πια, στα ογδόντα, γκρίνια θα έλεγε κανείς. «Ίδια η γιαγιά σου είσαι». Πόσες φορές το έχω ακούσει. Πόσες. Καμάρι η γιαγιά.

Πόση ανακούφιση είχαν τα τραχιά της χέρια στη μικρή τότε πλατούλα μου. Που με χάιδευε και με κανάκευε. «Κορώνι μου, εγγονάκι μου», έλεγε. Και δώστου να στύβει πορτοκάλια, με δυο κουταλιές ζάχαρη και να μου ζεσταίνει το χυμό στο μπρίκι μην τυχόν κι είναι κρύος και με πονέσει ο λαιμός μου. Και δώστου να μου βάζει ψωμί με φέτα, ντομάτα κι ελιές, και να μου παίρνει ένα τεράστιο χωνάκι βανίλια σοκολάτα, κι ας έλιωνε το μισό στο φανελάκι μου. Και τα βράδια να με νανουρίζει με καλαματιανά, με τη βραχνή φωνή της, χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά, και να με σκεπάζει καλά καλά, μην τρυπώσει ο αέρας και κρυώσω. Και τα απογεύματα να μου μιλάει για το τραγούδι του γκιόνη, και όλα τα μυθικά πλάσματα που αντάμωναν οι οδοιπόροι στη λακωνική γη. Και όταν ξεπετάχτηκα, να με πηγαίνει να παίξω με τα άλλα παιδιά, και να ξαγρυπνά σε ένα παγκάκι για να με προσέχει, κι ας την έπαιρνε ο ύπνος. Και όταν πήγαινε έντεκα, με έπαιρνε, με πήγαινε σπίτι, μου έβγαζε τα πέδιλα, «φωτχιά, φωτχιά, γιαγιά», και μου τα έπλενε σε ένα λεκανάκι. Και έτοιμη για ύπνο. Και το πρωί να έρχεται να με ξυπνήσει, να με κυνηγά να πιω έστω μια γουλιά γάλα για να μη σπάσουν τα κόκαλά μου, και στο διάλειμμα στο σχολείο να καρτερά κρατώντας μια μπαγκέτα για να μην πάθω αβιταμίνωση. Και με περίμενε να με πάρει από το σχολείο, να μου κουβαλήσει την τσάντα, να μην κουραστώ, «πιτς πιτς τα ξυλάκια του», έλεγε εννοώντας τα πόδια μου. Και διακοπές μαζί, και καβγάδες, πολλοί, ξινά να της τα βγάζω, πόσο έχω μετανιώσει τώρα, και την καρδιά μου έδινα για να πάρω πίσω αυτούς τους καβγάδες.


Και τώρα φόβος, πολύς φόβος. Φόβος να μην τη χάσω. Να φτάσει τα εκατό θέλω, απλά για να τη βλέπω. Κι εκείνη τώρα που είναι πιο αδύναμη δέχεται τις δικές μας φροντίδες, και κάνει αυτό που έκανε πάντα. Προσεύχεται. Άντρας στη θέση του πρόωρα χαμένου άντρα της. Του Βασίλη, «Βασιλική κι εσύ, σαν τον παππού σου». Και ακόμα προσεύχεται, με τα χοντρά κομποσχοίνια να έχουν γίνει ένα με τους κόμπους των αδυνατισμένων χεριών της. Και ακόμα και σήμερα θα με φιλήσει, στα μάγουλα, στο λαιμό, στα χέρια, θα μου πει «σ' αγαπώ», και θα μου διηγείται από την αρχή πάλι για τον παππού μου. «Τι έρωτας, Βικούλι. Ψηλός, μελαχρινός, περήφανος, εγωιστής, άθεος και βρωμόστομος πανάθεμά τον, αλλά εγώ τον αγαπούσα». Κι εκεί εγώ γελάω. Αυτή είναι η γενιά που περνάει μέσα από τη μάνα μου και καταλήγει σε εμένα. Αυτή τη γυναίκα θαυμάζω και χάνομαι στις ιστορίες της. Μάνα. Ηρωίδα. Γιαγιά. Μια αγκαλιά πάντα ανοιχτή. Αυτή είναι η Ελένη μου. Η γυναίκα της καρδιάς μου. Περήφανη, ξεροκέφαλη, θηλυκό, φλύαρη αρκετά, αλλά με μια καρδιά μεγάλη. Όλη κι όλη μια καρδιά.

 

Και τι δεν θα 'δινα να βρισκόμασταν και οι δυο μας σε έναν ταυτόχρονο χωροχρόνο, κάπου εκεί στα 28 έτη κάτω από τον ήλιο, να περπατάμε αλά μπρατσέτα, γιαγιά και εγγονή, φίλες πια, και να μιλάμε. Γιατί εκείνη πάντα για έρωτα μιλούσε.