Κι είσαι, λέει, 16 χρονών.

 

Εδώ και καιρό ξυπνάς κάθε πρωί νιώθοντας μια σιχαμάρα που όλο και μεγαλώνει. Σιχαίνεσαι αυτό τον κόσμο και αυτούς που τον έφτιαξαν έτσι.

Σιχαίνεσαι το σώμα σου, που όλο αλλάζει κι ακόμα δεν έγινε σώμα ενήλικα. Βαριέσαι τις ώρες στο σχολείο και ακόμα περισσότερο τις ώρες μετά.

Δεν καταλαβαίνεις γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο αναίσθητοι, δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν κάνουν το σωστό ενώ μπορούν και δεν καταλαβαίνεις πώς ανέχονται την αδικία να πέφτει πάνω τους καθημερινά σαν εμετός.

 

Κι αναρωτιέσαι πώς σκατά πήγαν οι γονείς σου κι η γενιά τους και τα κάναν όλα έτσι; Δεν βλέπουν ας πούμε ότι η μουσική είναι σημαντικότερη από την πολιτική;

Εσύ δεν θα γίνεις ποτέ ένας βαρετός ξενέρωτος, σαν τους γονείς σου να συζητάς για την βουλή και όχι για τα νέα γκρουπάκια που ξεπήδησαν από τα μπαράκια του Λίβερπουλ και του Εδιμβούργου. Δεν νιώθουν ότι τα λεφτά που παίρνουν τους κάνουν δουλοπάροικους;

Εσύ ποτέ δεν θα δουλέψεις όπως ο πατέρας σου, ποτέ δεν θα γίνεις σκλαβάκι και υπαλληλάκος, θα γίνεις κάποιος σπουδαίος, δεν ξέρεις σε τι, αλλά σίγουρα σπουδαίος.

Ξεχνάνε οι σαραντάρηδες τι θα πει φιλία, ενώ εσύ με την παρέα σου θα τριγυρνάτε και θα τρυγάτε την ζωή, φίλοι για πάντα, ο ένας για τον άλλο. Κι αυτοί οι ανόητοι, προσκυνημένοι γονείς, που συμβιβάζονται με την έλλειψη πάθους στις σχέσεις τους – χα!

Γυρνάς την πλάτη σου στα χλιαρά πεταχτά φιλιά, για σένα έρωτας και μόνο έρωτας, μόνο καυτές σχέσεις με καυτές υπάρξεις, μόνο ρομαντική αγριάδα και λυρικός ρεαλισμός.

 

Εσύ δεν είσαι σαν τους παλιούς. Εσύ γράφεις ποιήματα και θες να μάθεις κιθάρα. Είσαι δεκάξι. Είσαι ασυμβίβαστος.

Στους τοίχους του δωματίου σου έχεις αφίσες με επαναστάτες που πέθαναν νέοι. Ξέρεις πως όταν γίνεις αυτό που σου αξίζει, θα ανοίγεις τα μπράτσα σου και θα πέφτουν τα τσιμέντα.

 

Δεκάξι ρε πούστηδες, δεκάξι. Κι ο κόσμος είναι μια λαμπερή ρευστή μπάλα στα χέρια μου, να τον σχηματίσω όπως εγώ γουστάρω, όπως θα έπρεπε να είναι. Να φτιάξω μια ζωή χωρίς προβλήματα, χωρίς βαρεμάρα, χωρίς καθημερινές μαλακίες και μιζέριες. Να πετάξω τους γέρους από τα πράγματα και να δώσω λύσεις για την ζωή όλων των ανθρώπων. 

Και μετά, λέει, είσαι 36 χρονών.

 

Αφαιρέθηκες μια στιγμή, ανοιγόκλεισες τα μάτια κι έχουν κιόλας περάσει είκοσι χρόνια από πάνω σου.

Τα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο συνέχισαν μέχρι τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας σου κι ύστερα τα είδες να αργοσβήνουν.

Και περνάς την ημέρα σου εγκλωβισμένος σε γυάλινα κτίρια και εργασίες δουλοπάροικων. Και η δουλειά σου είναι επαναλαμβανόμενη και βαρετή, όχι τόσο γιατί η ίδια είναι έτσι αλλά γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζεις είναι ένα μάτσο μίζεροι μαλάκες που σκέφτονται μόνο τον εαυτούλη τους.

Οι απωθητικοί μεσήλικες (“γέροι”) που έβλεπε ο δεκαεξάρης σου εαυτός, και είχε δίκιο.

 

Πηγαίνεις πια τακτικά σε γάμους, κηδείες και βαφτίσια. Μαθαίνεις για διαζύγια και εισαγωγές σε νοσοκομεία.

Έχεις επαφές και γνωστούς, αλλά δεν έχεις παρέα. Κι αυτό γιατί άλλαξαν σταδιακά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου, οι παλιοί σου φίλοι, μεταμορφώθηκαν σε εγωιστές και καρχαρίες αστούς.

Δεν ακούς μουσική όπως άκουγες και δεν έχεις ιδέα για τα γκρουπάκια που εμφανίστηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν γράφεις ποιήματα και σίγουρα δεν πρόκειται να ξαναπιάσεις εκείνη την ξεκούρδιστη κιθάρα.

Οι τοίχοι του σπιτιού σου δεν έχουν αφίσες επαναστατών αλλά μεταξοτυπίες μοντέρνων ελλήνων ζωγράφων που σου χάρισαν οι συνάδελφοι από την παλιά δουλειά την ημέρα του γάμου σου.

 

Δεν είναι άσχημη η ζωή σου, όχι, ας είμαστε ειλικρινείς. Είσαι γερός στην υγεία σου, το ίδιο κι οι κοντινοί σου άνθρωποι. Έχεις φίλους, έχεις ενδιαφέροντα.

Είσαι όμως κανονικός. Εντελώς κανονικός και βαρετά, ανούσια μέσος.

Ό,τι ακριβώς περιφρονούσες όταν ήσουνα δεκαξάρης.

Δεν θα κάνεις ποτέ την διαφορά που έλπιζες. Εκεί που έλεγες ότι θα τα γκρεμίσεις όλα, έγινες κι εσύ ένα κομμάτι τους. Ντύθηκες στο χρώμα που έχουν βάψει τους τοίχους του Συστήματος και αφομοιώθηκες με το background.

Εδώ και καιρό τα προβλήματά σου δεν εστιάζονται στα ερωτικά σου, αλλά στις αυξήσεις επιτοκίων που αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο πού θα παρκάρεις. Συμβιβάστηκες, μην λες ψέμματα στον καθρέφτη.

 

Κάποια πρωινά που η συσσωρευμένη απογοήτευση γίνεται κούραση και χτυπά στο κεφάλι, αναρωτιέσαι.

Αναρωτιέσαι γιατί δεν μπορείς ούτε μια κοπάνα να κάνεις από το γραφείο χωρίς να αισθανθείς άσχημα και καταλαβαίνεις να χτίζεται μια κραυγή γεμάτη έλλειψη μέσα σου.

Χτίζεται από αυτόν τον δεκαεξάρη που, ως γνήσιος επαναστάτης, ακόμα δεν το έχει βάλει κάτω. Ακόμα δεν έχει δεχτεί ότι έγινε εσύ. Ακόμα στριφογυρνά και παλεύει μέσα στο δίχτυ.

 
Αναρωτιέμαι αν η άγνοια που χαρακτηρίζει τους εκρηκτικά ελπιδοφόρους έφηβους είναι επαρκής δικαιολογία για να αναθεωρούμε προς τα κάτω το τι θα θέλουμε να κάνουμε με την ζωή μας τελικά.

 

Πόσες από τις επαναστάσεις που κάποτε ονειρευόσουν σε ακολουθούν ακόμη στο ταξίδι σου; Πόσες;