Πέρασαν κιόλας δύο μήνες από την ημέρα που η μητέρα μου «έφυγε» για πάντα. Δύσκολες εβδομάδες. Αξεπέραστη πληγή κι ένα κενό δυσαναπλήρωτο. Και οι πρώτες γιορτές χωρίς τη δική της παρουσία.

 

Το ευμετάβλητο της ύπαρξης και το αναπάντεχο «σοκ», η αβεβαιότητα, η αναχώρηση και η προσαρμογή. Γράφω αυτό το κείμενο για να μιλήσω για το δικό μου αγαπημένο πρόσωπο. Για όσα μας συμβαίνουν χωρίς να τα υπολογίζουμε αλλά και για στιγμές που παραμένουν χαραγμένες βαθιά στη μνήμη μας.


Ήταν ένα πρωινό του Οκτώβρη όταν κατέβηκα αιφνιδίως στην Πάτρα. Η υγεία της είχε επιδεινωθεί αρκετά. Φτάσαμε στο νοσοκομείο και πήγαμε στη μονάδα των εξωτερικών ιατρείων. Ανήσυχα πρόσωπα, γιατροί και νοσηλευτές που έτρεχαν να τα προλάβουν όλα, φωνές από συγγενείς ασθενών και στον διάδρομο να περιμένεις υπομονετικά για να ακούσεις την ετυμηγορία των γιατρών.


Τα δευτερόλεπτα μου φαίνονταν ώρες και τα λεπτά ημέρες. Μέχρι να αντιληφθείς πού είσαι, τι κάνεις εκεί και πώς θα ξημερώσει η επόμενη μέρα, αισθάνεσαι να χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου. Περπατάς και συζητάς χωρίς περιεχόμενο. Οι κινήσεις και οι κουβέντες δεν έχουν κανένα νόημα.


Οι γιατροί με φωνάζουν. Φοβάμαι. «Θα γίνει εισαγωγή, η κατάσταση είναι πολύ επιβαρυμένη. Να είστε έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα» είναι οι φράσεις από την ομάδα των γιατρών. Είναι η στιγμή που ο εσωτερικός σου κόσμος καταρρέει. Βάζεις τα πάντα στην άκρη. Μια νέα πραγματικότητα έχει εισχωρήσει στη ζωή σου. Ένα παράλληλο σύμπαν αναπτύσσεται, χωρίς να το έχεις ζητήσει.

 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στο νοσοκομείο πέρασε πολύς κόσμος από κει. Σχολιάσαμε, θυμηθήκαμε, γελάσαμε με την ψυχή μας, διασκεδάσαμε, κλάψαμε και αναπολήσαμε. Όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται, περάσαμε ωραία. Και η μητέρα μου έζησε μια δεύτερη ζωή.


Δωμάτιο 409. Όλα κράτησαν οκτώ ολόκληρα μερόνυχτα. Είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο ήμουν εκεί. Γνωρίστηκα με άγνωστους ανθρώπους, γιατρούς και νοσηλευτές. Άκουσα τις ιστορίες τους, τα προβλήματά τους και τον πόνο τους. Έγινα ερασιτέχνης νοσηλευτής. Αλλά πιο πολύ βίωσα το εύθραυστο κομμάτι της ζωής μας. Αυτές οι οκτώ μέρες έχουν εντυπωθεί πολύ έντονα στο μυαλό μου.


Την πρώτη μέρα, όταν αντίκρισα τα γκρίζα δωμάτια και τους λευκούς διαδρόμους, αποφάσισα να δώσω έναν τόνο αισιοδοξίας. Επιδίωξα το γέλιο, τη χαρά και τη συνάντηση. Γι' αυτό φώναξα φίλους και γνωστούς της μητέρας μου αλλά και ανθρώπους που εκτιμούσε. Ίσως επειδή ένιωθα το τέλος να πλησιάζει και ήθελα οι τελευταίες στιγμές να μετατραπούν σε γιορτή.


Στη διάρκεια της πρώτης μέρας περπατούσα σκεφτικά στον διάδρομο. Με εκνεύριζε που έβλεπα στους θαλάμους τις γκρίζες κουρτίνες να είναι κλειστές. Φίλοι και συγγενείς ασθενών κάθονταν δίπλα στα αγαπημένα τους πρόσωπα και δεν μιλούσαν σε κανέναν. Πήρα την απόφαση ότι στο δικό μας δωμάτιο όλες οι κουρτίνες θα ήταν ανοιχτές. Κι έτσι έγινε.

Κάθε φορά που έρχονταν γιατροί και νοσηλευτές μάς έλεγαν ότι ήμασταν το πιο κεφάτο δωμάτιο. Πράγματι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στο νοσοκομείο πέρασε πολύς κόσμος από κει. Σχολιάσαμε, θυμηθήκαμε, γελάσαμε με την ψυχή μας, διασκεδάσαμε, κλάψαμε και αναπολήσαμε. Όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται, περάσαμε ωραία. Και η μητέρα μου έζησε μια δεύτερη ζωή.


Όμως, οι νύχτες ήταν για μένα πολύ δύσκολες. Όλα τα βράδια ήμουν εκεί. Άγρυπνος φρουρός. Δεν μπορούσα να κλείσω μάτι καθόλου, αφού έπρεπε να προσέχω την οποιαδήποτε κίνησή της. Μην κουνηθούν τα σωληνάκια, να τη γυρίζω συνεχώς για να μην ανοίξει η μέση της και την ώρα που ο οργανισμός δεχόταν αίμα δεν έπρεπε να κουνιέται καθόλου, άρα έπρεπε να την απασχολώ διαρκώς.


Περίεργες νύχτες. Η επιβλητική παρουσία των ήχων από τα μηχανήματα, οι σκέψεις που κάνεις, η ζωή που έχεις αφήσει πίσω σου. Υπήρξαν βράδια που δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Ήταν εκείνες οι στιγμές που η ζεστασιά και η φροντίδα είχαν αλλάξει πλευρά. Τώρα ήμουν εγώ αυτός που πρόσεχε τη μητέρα μου.


Όταν αποκοιμιόταν, χάζευα για λίγο έξω από το παράθυρο. Τα γαβγίσματα των αδέσποτων σκύλων, ο υπόκωφος ήχος της ανάσας και το φως του διαδρόμου. Καθώς ξεπρόβαλλε ο ήλιος τα πρωινά, παρατηρούσα την ανατολή και πιο πολύ έστρεφα το βλέμμα μου προς τα απέναντι διαμερίσματα.

 

Άνθρωποι ξυπνούσαν για να πάνε στις δουλειές τους κι εγώ ζήλευα αυτή την ήρεμη κανονικότητά τους. Εκείνο το μελαγχολικό πρωινό φως του ήλιου με έκανε πολλές φορές να σκεφτώ ότι δεν πρέπει να φτάνουμε στο «τέλος» για να εκτιμήσουμε τη διάρκεια της ζωής.


Σίγουρα, από αυτά τα οκτώ μερόνυχτα δεν θα ξεχάσω όσα είπαμε με τη μητέρα μου. Εκείνες τις ώρες πριν κοιμηθεί το βράδυ που αναρωτιόταν «γιατί δεν διαβάζεις» και της απαντούσα «σε λίγο». Καταλάβαινε ότι για να μη διαβάζω, όπως έκανα συχνά στο σπίτι, κάτι δεν πήγαινε καλά.

 

Ή όταν ανησυχούσε, ακόμη και τότε, ξαπλωμένη στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, για το τι θα φάμε, αν προλάβαμε να κοιμηθούμε και πότε με το καλό θα γυρίσουμε στις δουλειές μας. Επίσης, θυμάμαι τις πρωινές επισκέψεις των γιατρών, όταν τους ρωτούσε χαμογελώντας: «Τι έγινε γιατρέ, τη βγάλαμε και σήμερα;».

 

Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει. Οι σφυγμοί ήταν στους 75 και σε λίγο θα έφταναν τους μηδέν. Όλα βυθίστηκαν σε μια μακρόσυρτη σιωπή. Λίγο πριν από το «τέλος», έφυγα από το δωμάτιο. Στις δύο μετά τα μεσάνυχτα όλα είχαν τελειώσει.


Απ' αυτές τις ημέρες κρατώ έντονα τις διασκεδαστικές στιγμές και το ότι η μητέρα μου δεν αντέδρασε σε τίποτα, ούτε για ένα λεπτό. Και πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν ήθελε με τίποτα τα νοσοκομεία. Τόνιζε χαριτολογώντας: «Στο νοσοκομείο μπαίνεις από την μπροστινή πόρτα και βγαίνεις από την πίσω». Επιβεβαιώθηκε.


Είναι Παρασκευή. Τη νύχτα εκείνη θα γραφόταν το τέλος. Ήταν γύρω στις δέκα το βράδυ, όταν φάνηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Της κρατούσα το χέρι και της ψιθύριζα στο αυτί ότι όλα θα πάνε καλά. Οι γιατροί μάς έβγαλαν από το δωμάτιο. Μετά από αρκετή ώρα, η πόρτα άνοιξε και η γιατρός μας είπε: «Είναι θέμα λεπτών ή ωρών».

 

Εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα το μυαλό μου είχε γίνει ένα μπερδεμένο κουβάρι. Δεν έχω κανένα παράπονο από το ιατρικό προσωπικό, αλλά, πραγματικά, αναρωτήθηκα πώς ξεστομίζεις με τόση άνεση σε ανθρώπους που τρέμουν κάτι τόσο δύσκολο.

 

Μπήκα μέσα κι έπιασα ξανά το χέρι της μητέρας μου. Ήταν ακόμα ζεστό. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει. Οι σφυγμοί ήταν στους 75 και σε λίγο θα έφταναν τους μηδέν. Όλα βυθίστηκαν σε μια μακρόσυρτη σιωπή.

 

Λίγο πριν από το «τέλος», έφυγα από το δωμάτιο. Στις δύο μετά τα μεσάνυχτα όλα είχαν τελειώσει. Μια παρατεταμένη ησυχία. Επίσημη αιτία θανάτου η καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια. Οι διαδικασίες για την επόμενη μέρα είχαν ξεκινήσει.

 

Κοίταξα από το παράθυρο τα φώτα της πόλης. Αισθάνθηκα ότι κάπου εκεί στο βάθος το φως της κουζίνας –εκεί περνούσε τις περισσότερες ώρες η μητέρα μου‒ έσβησε διαπαντός. Στη συνέχεια πήγα στο πάρκινγκ και μπήκα στο αυτοκίνητο. Η φιγούρα του πατέρα μου, με το τσιγάρο στο στόμα, μέσα στο δικό του αμάξι, να φεύγει μόνος του ήταν η εικόνα που με έκανε να καταλάβω ακριβώς τι είχε συμβεί.

 

Επιστροφή στο σπίτι. Η πόλη ήταν άδεια. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Άνοιξα αμήχανα το ραδιόφωνο, ίσως από μια εσωτερική ανάγκη για τεχνητή παρέα. 

Μερικά λεπτά αργότερα είχα φτάσει σ' ένα άδειο και άψυχο διαμέρισμα. Όλα ήταν ακίνητα. Άβολες ώρες κατά τις οποίες οι σκέψεις και οι απορίες χοροπηδούσαν στο μυαλό μου. Ένα παράπονο για το πόσα πράγματα δεν μπόρεσε να αποχαιρετίσει. Πόσα δεν πρόλαβε να ζητήσει να δει; Όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα ήταν εκεί και πλέον δεν είχαν καμία αξία. Ήταν η στιγμή που γλίστρησαν όλες οι όμορφες στιγμές της ζωής μου. Τα πάντα είχαν αντικατασταθεί από το τίποτα.


Η απώλεια της μητέρας μου με έκανε να καταλάβω ότι τελικά η ζωή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σύνολο αποχαιρετισμών. Και πως τα συναισθήματα είναι εκείνα που θα θυμόμαστε πιο πολύ από τα πρόσωπα που αγαπήσαμε. Όταν αποχωριζόμαστε τον άλλον νομίζω ότι σπάει κι ένα κομμάτι του εαυτού μας.


Κάποτε είχα διαβάσει κάτι που είχε γράψει η Γιασμίν Ρεζά και μου εντυπώθηκε πολύ έντονα: «Πιστεύω ότι πάντα ο άνθρωπος θα είναι μοιρασμένος ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις επιθυμίες του, ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο, στο εδώ και στο αλλού».

 

Εδώ και δύο μήνες, λοιπόν, οι αγαπημένες συνήθειες που είχαμε με τη μητέρα μου δεν είναι πια εδώ. Έφυγε ένας ευαίσθητος κι ευσυγκίνητος χαρακτήρας που λάτρευε τις μικρές καθημερινές στιγμές της ζωής και είχε για όλους μια καλή κουβέντα να πει.

 

Ήταν η χαρά της ζωής. Αναζητούσε την παρέα, τα δώρα, τη συντροφιά, το τραγούδι και τον χορό. Κάθε φορά που έφευγα για την Αθήνα έβγαινε στο μπαλκόνι και με δάκρυα στα μάτια με αποχαιρετούσε. Τώρα ήμουν εγώ στη θέση της και την αποχαιρετούσα.


Ανησυχούσε πώς θα ήταν όταν γερνούσε. Τελικά, δεν πρόλαβε να γεράσει.

 

Eιδικά τώρα που είναι μέρες γιορτών, θα ήθελα να πω σε όλους: μην τσιγκουνεύεστε τον καλό λόγο, αφιερώστε στιγμές στους ανθρώπους που αγαπάτε, μην τους ξεχνάτε και συζητήστε μαζί τους. Αποσυνδεθείτε από τα ασήμαντα, τα μίζερα και τα ανούσια. 


Ένα  χαμόγελο, η ανιδιοτελής αγάπη, μια κουβέντα, ένα βλέμμα, μια χειρονομία, είναι οι μόνες ανταμοιβές που διαρκούν στον χρόνο. Αυτά κρατώ κι εγώ ως πολύτιμο φυλαχτό από τη μητέρα μου. Η μνήμη αποτελεί τη μοναδική μας περιουσία και οι αναμνήσεις έναν ανεκτίμητο θησαυρό.


Η ζωή είναι λίγη. Το «τώρα» έχει σημασία και όχι το αύριο.


(Μάνα, θα μου λείψεις πολύ)

 

Αφιερωμένο στη μητέρα μου Αγγέλικα που έφυγε ένα ήσυχο βράδυ του Οκτώβρη του 2017.