Στη φωτογραφία η Στεφανία είναι 23 χρονών.

 

Έχει βγει από τη φυλακή μόλις πριν δυο μήνες. Όπως είπε ειρωνικά, τη φωτογράφισαν τα αδέρφια της για να της βρουν γαμπρό μην τους μείνει αμανάτι.

 

Η Στεφανία ήταν κορίτσι των βουνών της Ευρυτανίας.
Από γενιά ορεσίβιων χαϊλάντερ με ρίζες πριν ακόμα την τουρκοκρατία.

 

Οι παππούδες της με τον Κατσαντώνη και τον Καραϊσκάκη.
Ο πατέρας της λοχίας των ευζώνων σε όλους τους Βαλκανικούς πολέμους.

 

Ο αδερφός του αντάρτης Μακεδονομάχος.
Πήγε από την Ευρυτανία με τα πόδια στη Μακεδονία να ενταχτεί στον Παύλο Μελά.

 

Τα αδέρφια της αντάρτες.
Αντάρτισσα κι αυτή. Όμορφη, αγέρωχη, με κατάλευκο δέρμα, μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά ως τη μέση.

 

Την έλεγαν ο «μαύρος καβαλάρης» της Ρούμελης.

 

Η Στεφανία στο βουνό εγχειρίστηκε για σκωληκοειδίτιδα χωρίς αναισθησία. Κρατιόταν από ένα πουρνάρι και δάγκωνε ένα ξύλο μην καταπιεί τη γλώσσα της. Ευτυχώς είχε βρεθεί λίγο οινόπνευμα.

 

 

Παντρεύτηκε στο βουνό τον Ψαρριανό.
Κι αυτός από την Ευρυτανία, από τους πρώτους πρώτους καπετάνιους του Άρη.

 

 

Έρωτας τρελός.
Αλλά δεν επιτρεπόταν να είναι μαζί. Συναντιόνταν σκαστοί και στα κλεφτά σαν τα αγρίμια του δάσους.

 

Από σύμπτωση μια από τις λίγες φορές που είχαν βρεθεί κυκλώθηκαν στα χιόνια. Ο Ψαρριανός την έδιωξε να σωθεί κι αυτός έσκισε χαρτιά, φωτογραφίες και αυτοκτόνησε.

 

Ούτε η Στεφανία γλίτωσε.
Την έπιασαν λίγο πιο πέρα και καταδικάστηκε πεντάκις εις θάνατον.

 

Μόλις τέλειωσε η δίκη την πλησίασε ένας ταγματάρχης του στρατού και της πρότεινε να τον παντρευτεί και να τη σώσει.
- Έχω άντρα, του απάντησε, εννοώντας τον Ψαρριανό.

 

Στη φυλακή επειδή δεν σήκωνε πολλά, κάποιες νύχτες τις πέρναγε στο μπουντρούμι με το νερό ως τη μέση.

 

Τελικά η ποινή της έπεσε και δεν εκτελέστηκε.
Και με τα μέτρα ειρήνευσης ελευθερώθηκε και ήρθε σπίτι μας.

 

Γιατί η Στεφανία ήταν αδερφή της μάνας μου.
Κοιμόμαστε για ενάμιση χρόνο στο ίδιο ντιβάνι και με κοίμιζε με ιστορίες.

 

Τα προξενιά και οι υποψήφιοι γαμπροί πήγαιναν κι έρχονταν. Αυτή κεφάλι αγύριστο:
- Έχω άντρα.

 

Ώσπου δεν άντεξε την πολλή συνάφεια του κόσμου.
Έφυγε κι έζησε μόνη, αυτή κι η εικόνα του Ψαρριανού ως το τέλος.

 

Η ψυχή της είχε μείνει στο βουνό.
Κι εκεί πρέπει να γυρίζει ακόμη.