«Τριαντατριάχρονος κερδίζει $4 δισ. σε δύο εργάσιμες ημέρες εξηγώντας το Facebook σε κάτι γέρους».

 

Αυτός ήταν ένας από τους πολλούς σαρκαστικούς τίτλους με τους οποίους υποδέχτηκαν γνωστά, έγκυρα και όχι σατιρικά μέσα (τα αμιγώς σατιρικά τύπου Onion ή Το Κουλούρι σε λίγο θα αναγκαστούν να γίνουν κλέφτες για να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό της όλο και πιο δυσοίωνα σουρεαλιστικής επικαιρότητας) την «ανάκριση» του Μαρκ Ζάκερμπεργκ από την εξεταστική επιτροπή γερουσιαστών, πολλοί εκ των οποίων έκαναν ερωτήσεις που θα ντρόπιαζαν τους ηλικιωμένους γονείς μας που μπερδεύονται σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και αυτού του περιβόητου «ιντερνέτ» εν γένει, για το οποίο ακούνε να γίνεται τόσος ντόρος.


Μια τρύπα στο νερό επί της ουσίας απεδείχθη συνολικά η διαδικασία, απ' όποια από τις ποικίλες και πολύσημες όψεις και προεκτάσεις του θέματος κι αν το εξετάσει κανείς.

 

Και έμειναν μόνο τα αντανακλαστικά τρολαρίσματος, που όλοι έχουμε πλέον αναπτύξει, να κανιβαλίζουν υπό τη μορφή χιλιάδων memes αυτήν τη μορφή ανέκφραστου ανδροειδούς, αυτό το περίεργο πρόσωπο με τη βρεφονηπιακή κόμη, «φοβιτσιάρικο, μπανάλ, διόλου απειλητικό, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει δύσκολο να προκαλέσει περιφρόνηση», όπως έγραψε ο Stehen Marche σε άρθρο του στο «New Yorker» υπό τον τίτλο «Η εξοργιστική αθωότητα του Μαρκ Ζάκερμπεργκ»:

 

«... Η υφέρπουσα αντιπάθεια όμως που πλέον συγκεντρώνει αποτελεί δείγμα της εχθρότητας που θεριεύει τα τελευταία χρόνια ενάντια στα μεγαλοστελέχη της tech βιομηχανίας. Για πολλές δεκαετίες η τεχνολογική καινοτομία αντιμετωπιζόταν, τόσο από το κοινό όσο και από τις κυβερνήσεις, ως αυταπόδεικτο όφελος, κέρδος, πλεονέκτημα. Και δικαίως εν μέρει. Στη μεταπολεμική περίοδο δημιούργησε θέσεις εργασίας και ωφέλησε σημαντικά τη μεσαία τάξη.

 

»Η τεχνολογική καινοτομία δεν αποτελεί πλέον παγκόσμιο όφελος υπό οιανδήποτε έννοια. Η κύρια οικονομική της συνέπεια είναι η εκρηκτική ανάπτυξη μιας άνευ προηγουμένου εισοδηματικής ανισότητας. Η κύρια κοινωνική της συνέπεια είναι η διάρρηξη του ιστού που συγκρατεί την ανθρώπινη κοινότητα. Το Facebook είναι μια γιγαντιαία μηχανή εθισμού που προκαλεί κατάθλιψη και μεταδίδει παραπληροφόρηση...».

 

Θα πρέπει να μας ανησυχεί αυτή η ψεύτικη διεγερτική αυτοπεποίθηση που προκύπτει και μετά συντρίβεται καθώς «αλληλεπιδρούμε» ακκιζόμενοι στα social media, συγχέοντας στην πορεία το ψυχαγωγικό διάλειμμα και το «αθώο» ξεκαύλωμα με κάτι που θυμίζει πιο πολύ ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή κραυγή για βοήθεια.


Οι χρήστες (όλοι μας σχεδόν δηλαδή) συνεπώς θα πρέπει να εξακολουθούν (ή να ξεκινήσουν) να ανησυχούν περισσότερο για τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους της αμισθί εργασίας που παρέχουν (προσφέροντας περιεχόμενο) καθημερινά στα μεγαθήρια κοινωνικής δικτύωσης παρά για τη διαρροή και την εκμετάλλευση των «πολύτιμων» προσωπικών τους δεδομένων.

 

Θα πρέπει να ανησυχούμε για τους ορίζοντες που περιορίζονται καθημερινά όλο και πιο πολύ, δέσμιοι καθώς είμαστε στις ατζέντες που επιβάλλει ο «θάλαμος αντήχησης» με έντονα στοιχεία αίρεσης στον οποίον επέλεξαν να εγκλειστούν ιδρυματικά παρέα με τους φίλους και ομοϊδεάτες τους.

 

(Έχουμε καταλήξει πώς αποδίδουμε στα ελληνικά τον όρο «echo chamber»; Αντηχείο; Ηχοθάλαμος; Ηχωθάλαμος; Θα πρόκρινα το τελευταίο μάλλον κι ας ξενίζει ο κώλος του ωμέγα στη σύνθεση της λέξης).

 

Θα πρέπει να μας ανησυχεί αυτή η ψεύτικη διεγερτική αυτοπεποίθηση που προκύπτει και μετά συντρίβεται καθώς «αλληλεπιδρούμε» ακκιζόμενοι στα social media, συγχέοντας στην πορεία το ψυχαγωγικό διάλειμμα και το «αθώο» ξεκαύλωμα με κάτι που θυμίζει πιο πολύ ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή κραυγή για βοήθεια.

 

Και μιλάμε για μεγάλους ανθρώπους κυρίως που δεν έχουν πια τις (νεανικές) ψευδαισθήσεις και τα κουράγια να στραφούν στον υπερβατικό κοινοτισμό και στο κινηματικό όραμα για να ξεφύγουν από την αγρίως φιλτραρισμένη φούσκα στην οποία έχουν παγιδευτεί.


Προφανώς δεν είμαι έξω απ' όλα αυτά, ούτε μπορώ να επικαλεστώ κανενός είδους ανοσία σε τέτοιες συμπεριφορές. Συμμετέχω κι εγώ στο μανιοκαταθλιπτικό πανηγύρι του Facebook (όπου και θα δημοσιευτεί αναπόφευκτα το παρόν κείμενο) και αδυνατώ συχνά να διακρίνω τα όρια ανάμεσα στη «δημοσιογραφική» ματιά και στο ναρκισσιστικό παραλήρημα.

 

Ευτυχώς με κλοτσάει πού και πού και με συνεφέρει το ίδιο το μέσο και οι φίλοι μου (εντός και εκτός εισαγωγικών) εκεί μέσα όταν ξεφεύγουν και τους γίνεται η ατζέντα ζουρλομανδύας.

 

Όπως αυτές τις μέρες, με τις διάφορες αυθόρμητες (και εντελώς ανάρμοστες) αντιδράσεις μετά την είδηση του θανάτου του πιλότου της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

 

Μιλάμε για άμεση εργαλειοποίηση του τραγικού γεγονότος με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς φραγμούς, και συχνά πέρα από κάθε λογική προσέγγιση, στον βωμό μιας λυσσαλέας και εκτός ορίων πολιτικής στράτευσης.

 

Κι αν πεις και τίποτα, εγκαλείσαι αυτομάτως ως συναινετικός (χρησιμοποιείται ως ψόγος και βρισιά πλέον), υστερόβουλος, χλιαρός «ισαποστάκιας».

 

Αυτά ζούμε και δεν φαίνεται στον ορίζοντα καμιά ελπίδα απεμπλοκής από τα αυτοκαταστροφικά κολλήματά μας. Κι αυτό το αποκαρδιωτικό συμπέρασμα όμως ακόμα ακούγεται πια ως επαναλαμβανόμενη αντήχηση, σαν να έχει κολλήσει η βελόνα και κανείς δεν έχει τη διάθεση να πάει μέχρι εκεί και να σηκώσει τον βραχίονα.