Οι σεξουαλικές επιθέσεις εναντίον παιδιών ανέκαθεν γεννούσαν βαθιά οργή σε όλους. Τώρα, καθώς διανύουμε μία περίοδο όπου πρόσφατα η κοινή γνώμη αφυπνίστηκε από τις διαρκείς αποκαλύψεις για σεξουαλικές κακοποιήσεις και βιασμούς που υφίστανται γυναίκες επί χρόνια, το κοινό αίσθημα βράζει και ο θυμός δικαίως ξεχειλίζει.

 

Η περίπτωση του Λάρι Νάσσαρ, του αθλητίατρου της Εθνικής Ομάδας Ενόργανης Γυμναστικής των ΗΠΑ που καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση επτά αθλητριών, αποτελεί "υποδειγματική" ιστορία που περιλαμβάνει όλα τα συστατικά στοιχεία των αποτρόπαιων επιθέσεων που δέχονται καθημερινά γυναίκες και κορίτσια.

 

Οι σπαρακτικές λεπτομέρειες των περισσότερων από 160 μαρτυριών που ακούστηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου πέραν των μαρτυριών των θυμάτων των βιασμών που εκδικάζονταν, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την αποτρόπαιη φύση των εγκλημάτων του και των συντριπτικών συνεπειών που είχαν στην ζωή των νεαρών γυναικών που η Γυμναστική Ομοσπονδία είχε εμπιστευθεί σε εκείνον.

 

Όλοι δυνητικά εξαρτώμαστε από την δίκαιη απόδοση της και πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θα βασίζεται στους νόμους και όχι στις συναισθηματικές αντιδράσεις των δικαστών επειδή τυγχάνει είτε να συμπάσχουν είτε να απεχθάνονται την πληθυσμιακή ομάδα στην οποία ανήκουμε.

 

Το κοινό που παρακολούθησε την υπόθεση είναι απολύτως κατανοητό ότι ευχόταν να του συμβεί ότι χειρότερο και φυσικά να καταδικαστεί με ποινή που δεν θα του επιτρέψει να βγεί ποτέ από την φυλακή ζωντανός. Όταν ήρθε η ώρα της ετυμηγορίας και της ανακοίνωσης της ποινής η Δικαστής Ρόζμαρι Ακιλίνα, όπως και κατά την διάρκεια της δίκης όπου συμπεριφέρθηκε με συμπόνια και κατανόηση στα θύματα του Νάσσαρ, δεν απογοήτευσε το κοινό αίσθημα.

 

"Το Σύνταγμα μας δεν επιτρέπει την σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία. Αν το επέτρεπε, οφείλω να πω πως ίσως θα επέτρεπα, αυτό που έκανε σε όλες αυτές τις υπέροχες ψυχές - σε αυτές τις νεαρές γυναίκες όταν ακόμα ήταν παιδιά - θα επέτρεπα σε κάποιον ή πολλούς άλλους να του κάνουν αυτό που εκείνος έκανε σε άλλους." είπε αρχικά η δικαστής. Στη συνέχεια, με ιδιαίτερο στόμφο, είπε επί λέξει πως είναι "τιμή και προνόμιο" να τον καταδικάσει σε ποινή φυλάκισης διάρκειας 40 έως 175 ετών, τα οποία πρόβλέπεται να εκτίσει μετά την ήδη επιβληθείσα ποινή των 60 ετών και κατέληξε ανακοινώνοντας του "μόλις υπέγραψα την θανατική καταδίκη σας." 

 

Η σκληρή και κάπως θεατρική τοποθέτηση της Ακιλίνα ενθουσίασε το ευρύ κοινό που προφανώς νιώθει μια φυσική απέχθεια και οργή για τον Νάσσαρ και στο πρόσωπο του βλέπει όλους τους παιδόφιλους. Τα λεγόμενα της αναπαράχθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης και τα social media και η ίδια αναβιβάστηκε σε άγγελο εκδικητή των αθώων. Στην πραγματικότητα όμως όσα είπε θα έπρεπε να ανησυχήσουν την κοινωνία που της έχει εμπιστευθεί τον ρόλο του δικαστή. 

 

 Παρά την ενστικώδη αντίδραση μας να τιμωρήσουμε με μένος και άκρα βαναυσότητα εκείνους που εγκληματούν με αποτρόπαιο τρόπο εναντίον των πιο αθώων και ευάλωτων, δηλαδή των παιδιών ή των ζώων, τα οποία και ενσαρκώνουν την απόλυτη αγνότητα σε έναν κόσμο που ολοένα και περισσότερο αντιλαμβανόμστε ως διεφθαρμένο και επικίνδυνο, οι άνθρωποι στις οργανωμένες κοινωνίες αναπτύξαμε συστήματα δικαιοσύνης ώστε να ξεφύγουμε από την βιαιότητα του όχλου και τα μεγάλα λάθη με ανυπολόγιστες συνέπειες που έχει επιφέρει η αυτοδικία. 

 

Επιπλέον, επειδή εντός των φυλακών είθισται οι βιαστές - και ιδιώς οι παιδόφιλοι - να υφίστανται όσα έκαναν στα θύματα τους και η Ακιλίνα το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, η αναφορά της "σε κάποιον ή πολλούς άλλους να του κάνουν αυτό που εκείνος έκανε σε άλλους" ισοδυναμεί ουσιαστικά σε προτροπή προς τους συγκρατούμενους του να τον βιάσουν. Αν οι λέξεις αυτές έβγαιναν από το στόμα των θυμάτων και των οικείων τους θα ήταν απολύτως κατανοητή η επιθυμία τους για αντίποινα. Όμως ο δικαστής δεν μπορεί να ωθεί σε παράνομες, βάναυσες και ρεβανσιστικές πράξεις χωρίς να αυτοαναιρεί την ίδια την ύπαρξη του αξιώματος του και του συστήματος που υπηρετεί. 

 

Το δικαστικό σύστημα είναι η πολιτισμένη υποκατάσταση του εκδικητικού όχλου που στο παρελθόν λειτουργούσε ως κατήγορος, δικαστής κι εκτελεστής. Ως ανώτατοι εκφραστές του, οι δικαστές δεν επιτρέπεται να εμφανίζονται ως εκδικητές, ανεξαρτήτως των ανθρώπινων αισθημάτων τους.

 

Στην αίθουσα του δικαστηρίου η Ακιλίνα μίλησε αρκετές φορές σαν εκπρόσωπος των θυμάτων και όχι ως δικαστής. Απευθυνόμενη σε μία από τις μάρτυρες η δικαστής είπε "Το τέρας που σε κακοποίησε θα λιώσει όπως στην σκηνή του Μάγου του Οζ που το νερό πέφτει πάνω στην μάγισσα και η μάγισσα λιώνει κι εξαφανίζεται" αδιαφορώντας τελείως για το ότι η δίκη δεν είχε ολοκληρωθεί και εκείνη όφειλε τουλάχιστον να αντιμετωπίζει τον κατηγορούμενο με σεβασμό και να μην εκφέρει γνώμη.

 

Εκφέροντας τα λόγια αυτά είτε θέλησε να παίξει το παιχνίδι των media και να αποκτήσει star status. Η συμπεριφορά της άλλωστε θα ταίριαζε πιο πολύ στην Judge Judy, την συνταξιούχο δικαστή της βραβευμένης με Emmy reality τηλεοπτικής εκπομπής που είναι γνωστή για την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει όσους βρίσκονται ενώπιον της. Η Ρόζμαρι Ακιλίνα όμως δεν προεδρεύει σε ένα τηλεοπτικό δικαστήριο διατησίας αλλά σε ποινικές υποθέσεις και το διακύβευμα τόσο για τα θύματα, όσο και για τους κατηγορούμενους είναι απείρως υψηλότερο.

 

Η λαοφιλής για την αυστηρότητα της Judge Judy, της οποίας την δόξα μάλλον ζήλεψε η Ακιλίνα.
Η λαοφιλής για την αυστηρότητα της Judge Judy, της οποίας την δόξα μάλλον ζήλεψε η Ακιλίνα.

 

Εκφράζοντας τα αισθήματα της φαίνεται να ξέχασε τελείως πως το σύστημα της δικαιοσύνης έχει εξελιχθεί από την εποχή του βιβλικού "οφθαλμός αντί οφθαλμού" και πως η απόδοση ποινής δεν είναι ούτε "τιμή", ούτε "προνόμιο" των δικαστών. Πρόκειται για μια βαριά ευθύνη που απαιτεί ακεραιότητα και αντικειμενικότητα, αποστασιοποίηση από το θύμα και εξέταση των γεγονότων.

 

Όσο κι αν σιχαινόμαστε τον Νάσσαρ και τους ομοίους του οφείλουμε να απαιτήσουμε την ακεραιότητα αυτή γιατί μόνο έτσι θα θωρακίσουμε την απόδοση δικαιοσύνης από την μεροληψία.

 

Όλοι δυνητικά εξαρτώμαστε από την δίκαιη απόδοση της και πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θα βασίζεται στους νόμους και όχι στις συναισθηματικές αντιδράσεις των δικαστών επειδή τυγχάνει είτε να συμπάσχουν είτε να απεχθάνονται την πληθυσμιακή ομάδα στην οποία ανήκουμε. 

 

Ένας δικαστής που πλαισιώνει την ποινή που επιλέγει ως προσωπική έκφραση του αποτροπιασμού του για τις πράξεις του κατηγορουμένου και τον ίδιο τον κατηγορούμενο έχει προδώσει και την αποστολή του και την ουσία της δικαιοσύνης.