Τον γνωρίσαμε οι νεότεροι από το «Τραγούδι γυμνό» του 1992, έναν μάλλον καινοτόμο δίσκο σε δική του ιδέα, όπου κορυφαίοι Έλληνες τραγουδιστές ερμήνευσαν, είτε συνοδεία ενός οργάνου είτε α καπέλα, τραγούδια δικά τους και άλλων: η Γαλάνη το «Είδα την Άννα κάποτε» του Σαββόπουλου, η Μοσχολιού το «Πώς έφυγες» του Κραουνάκη, η Αρβανιτάκη το «Φέρτε μου ένα μαντολίνο» του Χατζιδάκι κ.ά.


Φυσικά, η προσφορά του δεν εξαντλείται στην κυκλοφορία ενός ιδιαίτερου δίσκου. Διότι ο Κώστας Κωτούλας είχε βάλει τη σφραγίδα του ως παραγωγός σε πολλούς ακόμη ελληνικούς δίσκους, κυρίως από τη δεκαετία του 1980 και μετά.

 

Τον Κωτούλα αγαπούσαν κι εκτιμούσαν όλοι οι παράγοντες του ελληνικού τραγουδιού των τελευταίων δεκαετιών, κάτι που ήταν αμοιβαίο, δεδομένης και της δικής του αγάπης για το τραγούδι ως μορφή τέχνης και ανώτερης επικοινωνίας των ανθρώπων.

 

Ακόμη πιο πίσω, τη δεκαετία του 1960, στην ακμή του Νέου Κύματος, είχε ενταχθεί στη Lyra του Πατσιφά, κατόπιν γνωριμίας με τον Γιώργο Παπαστεφάνου. Η φιλία τους με τον Παπαστεφάνου κράτησε ως το τέλος ‒ ο Παπαστεφάνου, για την ακρίβεια, συντετριμμένος, μου ζήτησε χθες το πρωί να κοινοποιήσω στα social media τον χαμό του Κωτούλα.

 

Άφησε λίγα τραγούδια ως στιχουργός, συνεργαζόμενος κυρίως με τον Γιάννη Σπανό («Μίλα μου σαν τη βροχή», «Οι πεταλούδες», «Πήρες λάθος μονοπάτι»), περίπου τριάντα στο σύνολό τους, είχε όμως την τύχη να τον τραγουδήσουν οι σημαντικότεροι ερμηνευτές (Μπιθικώτσης, Μαρινέλλα, Γαλάνη, Κουμιώτη, Χωματά, Κόκοτας, Μαβίλη κ.ά.). Μεγάλη και η φιλία του με την Αρλέτα, επίσης ως το τέλος.

 

Η φιλία του με την Αρλέτα ήταν δυνατή και μακρόχρονη.
Η φιλία του με την Αρλέτα ήταν δυνατή και μακρόχρονη.

 

Τον Κωτούλα αγαπούσαν κι εκτιμούσαν όλοι οι παράγοντες του ελληνικού τραγουδιού των τελευταίων δεκαετιών, κάτι που ήταν αμοιβαίο, δεδομένης και της δικής του αγάπης για το τραγούδι ως μορφή τέχνης και ανώτερης επικοινωνίας των ανθρώπων.


Πέραν της ενασχόλησής του με τον στίχο, τη δημοσιογραφία, την ποίηση και το ραδιόφωνο, ο Κωτούλας είχε ξεκινήσει στη διαφήμιση πλάι στον Νίκο Δήμου, και λίγο αργότερα βρέθηκε κοντά στους συγγραφείς Γιώργο Σκούρτη, Μάριο Ποντίκα και Κώστα Μουρσελά.


Τον συναντούσα τακτικά, πότε στο σπίτι της Αρλέτας και πότε σε διάφορες εκδηλώσεις. Μου μιλούσε για τον σημαντικό αριθμό σπάνιων ταινιών που διατηρούσε στο αρχείο του ‒ μόνο από τον Κωτούλα, συγκεκριμένα, είχα καταφέρει να βρω την ταινία «Faccia di Spia», λίγο πριν το σάουντρακ του Χατζιδάκι εκδοθεί από τον Σείριο.

 

Φωτογραφία με τον Γάννη Ρίτσο.
Φωτογραφία με τον Γάννη Ρίτσο.

 

 


Είχαμε συμπαρουσιάσει το περασμένο καλοκαίρι το ντεμπούτο άλμπουμ του Νίκου Καρακαλπάκη, ενός νέου τραγουδιστή που ο Κωτούλας στήριξε απ' το ξεκίνημά του. Διότι ένα άλλο μεγάλο χαρακτηριστικό του ήταν η γενναιοδωρία του απέναντι στους νέους.


Σε εκείνη την εκδήλωση, θυμάμαι, είχα κρατήσει τα χαρτιά με τις χειρόγραφες σημειώσεις του. «Θέλω να έχω ένα ενθύμιο από σένα» του είχα πει. Χαμογέλασε απλά και μου τόνισε πως πάσχουμε από την ίδια... τρέλα.


Άνθρωπος ήσυχος και μοναχικός κατά βάθος, σίγουρα πνευματικός, με χιούμορ υψηλού επιπέδου, ο Κωτούλας έζησε στα Εξάρχεια και απ' το μπαλκόνι του συνήθιζε να αναρτά στα social media όμορφες νεκρές φύσεις της καθημερινότητάς του.

 

Σήμερα κηδεύεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ναύπακτο. Μια λοίμωξη που προκλήθηκε από διαταραχές με τον αιματοκρίτη του έγινε αιτία να κοπεί ξαφνικά το νήμα της ζωής του. Ο Κώστας Κωτούλας ήταν 79 ετών και θα λείψει από πολύ κόσμο.