Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
 
Οποιαδήποτε ταμπέλα σε απομακρύνει τόσο από τον ίδιο σου τον εαυτό, όσο και από έναν κόσμο που θα μπορούσες να ανακαλύψεις και να επικοινωνήσεις μόνος σου μαζί του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Μιλώντας με τον Φοίβο Δεληβοριά, τον αγαπημένο ιδιοσυγκρασιακό καλλιτέχνη και συλλέκτη εμπειριών

Μια αποκαλυπτική συνέντευξή του στο LIFO.gr

Ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι το ακριβώς αντίθετο του «βαρύγδουπου» ως τραγουδοποιός, αν υποτεθεί πως λειτούργησε καλλιτεχνικά εντός του λεγόμενου «έντεχνου» της δεκαετίας 1995-2005. Ένας συλλέκτης εμπειριών περισσότερο, με το χάρισμα της επικοινωνιακής δύναμης των προσωπικών μικροϊστοριών του. Είχε την τύχη να κάνει στα 16 του δίσκο με τις ευλογίες του Μάνου Χατζιδάκι και να ζήσει αμέσως μετά στη «χρυσή εποχή» των τραγουδοποιών.

 

Σήμερα, στα 44 του, ο Φοίβος έχει μεγαλώσει, αλλά μυαλό δεν έχει βάλει! Η τέχνη του παραμένει ένα κράμα εξαιρετικά ώριμου παλιμπαιδισμού και εφηβικής ευαισθησίας. Είναι ο μοναδικός ίσως που σκάβει το χώμα του προσωπικού παρελθόντος του και βρίσκει το άνθος του παρόντος. Ακολουθεί η συζήτηση που είχαμε. 

 

— Φοίβο Δεληβοριά, η «Καλλιθέα» ήταν ο έβδομος δίσκος σου, το 2015. Από το 1989 και την «Παρέλαση» μέχρι σήμερα δεν είναι και πολλοί δίσκοι.

Πήρα τον χρόνο μου. Άλλες φορές μου φαίνονται πολλοί, δηλαδή το να εκθέτω τον εαυτό μου ανά πέντε χρόνια, και άλλες μού φαίνονται λίγοι. Εμένα αυτό που πάντα με ενδιαφέρει είναι το επόμενο τραγούδι μου να μην είναι κατασκευή και να μη θυμίζει το αμέσως προηγούμενο. Συνήθως, μου παίρνει δυο-τρεις μήνες κάθε φορά μέχρι το επόμενο τραγούδι.

 

— Άρα, δεν είσαι δημιουργός που κινείται βάσει συνταγών, ας πούμε.

Όχι, το τραγούδι που φτιάχνω εγώ έχει, καλώς η κακώς, το χαρακτηριστικό να ξεκινάει από ένα δικό μου βίωμα. Το δουλεύω καμιά δεκαριά φορές μέχρι να πάψει να είναι αυτοβιογραφικό, μέχρι να αφορά και τους άλλους. Αυτό μου παίρνει καιρό, συνήθως όμως, όταν δω ότι ένα τραγούδι μου έχει στοιχεία κατασκευής ή είναι πολύ «εξηγήσιμο» για μένα τον ίδιο, το παρατάω, το αφήνω στη μέση. 

 

Είμαι ένας άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε τραγούδια κι αυτό μου αφήνει λίγα περιθώρια να σκεφτώ κάτι παραπάνω για το στυλ μου ή και για την αξία των δίσκων μου. Η εξεύρεση του επόμενου τραγουδιού είναι το μόνο πράγμα που θα ήθελα να με προσδιορίζει και ηθικά. Τα υπόλοιπα, αν είμαι «καλό» ή «κακό παιδί», ας αφορούν αυτούς που με αγαπάνε και ζουν καθημερινά μαζί μου.

 

— Σου συμβαίνει και ως ακροατής ή μόνο ως τραγουδοποιός αυτό;

Και ως ακροατής, ναι.

 

— Άρα, λογικά θα ’σαι πολύ απαιτητικός ακροατής, αν υποτεθεί ότι η πλειονότητα αυτών που βγαίνουν έχουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά που επισήμανες.

Ανέκαθεν γινόταν αυτό. Και στον 18ο αι. να πάμε, θα δούμε ότι η πλειονότητα των συνθέσεων ήταν είτε της μόδας, είτε βάσει του τι ζητούσαν τα παλάτια. Στη μουσική, κατ’ εξαίρεση, ίσως υπάρχουν πράγματα που έχουν ένα ενδιαφέρον παραπάνω. Φυσικά, δεν λέω ότι αυτό που απαιτώ το πετυχαίνω κι εγώ με τα δικά μου τραγούδια, αλλά θέλω, εκείνη τη στιγμή που τα γράφω τουλάχιστον, να αποτελούν προσωπικά μου βιώματα. 

 

— Μιλάς για βιώματα και δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον «Καθρέφτη», το κορυφαίο, για μένα, τραγούδι σου!

Αυτό το τραγούδι, όπως και ολόκληρος ο δίσκος, με ταλαιπώρησαν πολύ. Είχε προηγηθεί το «Χάλια», όπου συμμετείχε και η Καίτη Γαρμπή, είχε ακουστεί πολύ και για πρώτη φορά ένιωσα ότι οι άλλοι έχουν απαιτήσεις από μένα, ότι υπήρχε ένα ακροατήριο που περίμενε τα καινούργια τραγούδια μου. Πήγα στρατό εκείνο το διάστημα, έγραψα κομμάτια, τα μάζεψα, αλλά δεν έβρισκα τι ήταν αυτό που τα ενώνει.

 

Καθυστερούσα πολύ την έκδοση, ήδη είχαν περάσει πάλι πέντε-έξι χρόνια από το «Χάλια», ώσπου ένα βράδυ που ’χα απελπιστεί πραγματικά μια φίλη μου με ρωτάει στο τηλέφωνο: «Γιατί δεν προχωράς; Ό,τι έχω ακούσει είναι καλό, γίνεται άνετα δίσκος». Της απάντησα τότε ότι κάθε φορά που παίζω πιάνο, βλέπω τη φάτσα μου που αντικατοπτρίζεται πάνω στο μαύρο του ξύλου. Επίσης ότι μου φαίνεται γελοία η φάτσα μου και κάθομαι και την παρατηρώ χωρίς να κάνω τίποτα. «Αυτό είναι», μου λέει, «γιατί δεν κάνεις κάτι μ’ αυτό;». Κι έτσι, μόλις το κλείσαμε, αισθάνθηκα πιο γειωμένος και είπα να βάλω κάτι σαν στοίχημα με τη φίλη μου ότι όντως μπορώ να κάνω κάτι μ’ αυτό.

 

Αμέσως μου βγήκε το πρώτο τετράστιχο: «Έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη / που μ’ εμποδίζει ό,τι είναι πίσω του να δω / δεν έχω δει ποτέ μου πιο μεγάλο ψεύτη / και το χειρότερο, είναι όμοιος εγώ...». Όταν το τελείωσα, τα χαράματα, έτρεμα και ανυπομονούσα να πάει η ώρα 11-12 για να πάρω κάποιον φίλο να του το παίξω χωρίς να τον ξυπνήσω. Μάλιστα, επειδή ήταν και Κυριακή, το μόνο που μπορούσα να κάνω μέχρι να περάσει η ώρα ήταν να πάω σε ένα παιδικό θέατρο στις 9 το πρωί (γέλια).

 

 

Φοίβος Δεληβοριάς - Ο Καθρέφτης

 

— Πάντως, εγώ νόμιζα τότε ότι το ’χες γράψει ερχόμενος κατευθείαν από τον ψυχαναλυτή σου.

Όχι, δεν έκανα τότε ακόμα ψυχανάλυση. Στην πορεία, ναι, έκανα. Είναι αυτό που σου λέω, κι αυτό το τραγούδι μου ήταν βιωματικό. 

 

— Βιωματικά είναι τα κομμάτια σου πρωτίστως σε στιχουργικό επίπεδο, σαν να θες να αυτοπροσδιοριστείς και να μας δώσεις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού σου. Να σου θυμίσω κι εκείνο το κομμάτι σου από το άλμπουμ «Έξω», με τις αναφορές στη Βίνα Ασίκη.

Κυρίως ξεκινάω να γράφω ορμώμενος από κάτι που με συγκινεί. Η Βίνα Ασίκη, δηλαδή, και οι βιντεοταινίες απασχόλησαν τρία χρόνια από τη ζωή μου, θεωρώντας ότι είναι ένας κόσμος άξιος να μελετηθεί πέραν όλης της λαμογιάς και της χυδαιότητας που υπήρχε πίσω απ’ αυτές τις παραγωγές. Τα πρόσωπα που έπαιξαν τότε εκεί, από τον συχωρεμένο Κώστα Τσάκωνα, μία από τις μεγαλύτερες περσόνες του σελιλόιντ τα τελευταία 30 χρόνια, έως τη Βίνα Ασίκη, εξετίθεντο ανεπανόρθωτα. Ειδικά η Ασίκη, που από τη μια είχε γίνει αντικείμενο σεξισμού, από την άλλη, όμως, έλαμπε! 

 

— Τι είναι αυτό, λες, που κάνει τα τραγούδια ενός τύπου που θέλει να μιλάει για τον εαυτό του να αφορούν και τους άλλους σε μεγάλο βαθμό;

Οφείλεται, πιστεύω, στη δική μου συγκίνηση. Δεν έχω καταθέσει τίποτα που να μην περιέχει τις συγκινήσεις μου. Συνήθως, όταν γράφω ένα καλό τραγούδι −γιατί δεν είναι καλά όλα τα τραγούδια μου−, απευθύνομαι σε ένα πρόσωπο, ενδεχομένως στο ίδιο που απευθύνονται κι οι άλλοι. Στον πατέρα μου, ας πούμε, ή σ’ ένα ερωτικό αντικείμενο, μια φίλη, έναν φίλο που ανακαλύψαμε μαζί τον κόσμο της Βίνας Ασίκη. Κοινώς, παρότι μοιάζω να αυτοπροσδιορίζομαι, στην πραγματικότητα γράφω ορμώμενος από έναν άλλον! 

 

— Θα έχεις πει, φαντάζομαι, χιλιάδες φορές το πώς γνωρίστηκες με τον Μάνο Χατζιδάκι. Εγώ θα ήθελα να σε ρωτήσω πώς ένα παιδί 15 ετών βρέθηκε στο περιβάλλον του.

Το ’88 είμαι 15 ετών και πηγαίνω συνέχεια στον Σείριο, στο ΖΟΟΜ. Ήθελα πολύ να πηγαίνω εκεί. Διάβαζα στις εφημερίδες τις συνεντεύξεις του Χατζιδάκι που μιλούσε για το τι γίνεται εκεί και ήθελα να δω μαζεμένους τόσους ανθρώπους, από τους Κατσιμιχαίους και την Πασπαλά μέχρι τον Λιούγκο και τις Δυνάμεις του Αιγαίου. Όλους, ακόμη και τα μεγάλα πρόσωπα, τον Σαββόπουλο, την Αλεξίου και τον Νταλάρα, με τον τρόπο που τους έβλεπε ο Χατζιδάκις.

 

Το ότι ένα νυχτερινό κέντρο ξεκίναγε στις 7 το απόγευμα και τελείωνε στις 2 το πρωί με όλα αυτά τα πρόσωπα μέσα, συν το ότι ήταν και κοντά μου, με είχε μαγέψει κυριολεκτικά. Έπαιρνα το τρόλεϊ μόνος μου, έμπαινα, καθόμουν συχνά πίσω-πίσω κι έβλεπα ένα μέρος του προγράμματος. Μια-δυο φορές είχα πάει και με τους γονείς μου. Ή μπορεί να πήγαινα με έναν συμμαθητή μου, ο οποίος είχε αντίστοιχες ανησυχίες, ξέρω ’γω. Ενώ, λοιπόν, έγραφα τραγούδια από τα 12 μου, χωρίς να τα έχω σε μεγάλη εκτίμηση, αισθάνθηκα ότι μια κασέτα με αυτά θα γινόταν το κατάλληλο όχημα για να γνωρίσω τον Χατζιδάκι περισσότερο, παρά για να πάρω κάποιου είδους επιβεβαίωση.

 

Αποφασίζω ένα απόγευμα να πάω από νωρίς για να τον βρω και να του αφήσω την κασέτα. Θυμάμαι ότι τον πέτυχα επί σκηνής με τα τέσσερα παιδιά, την Πασπαλά, τον Λιούγκο, τον Λέκκα και τη Βενετσάνου, να προβάρει τα τραγούδια για μια συναυλία του στο Ελσίνκι. Ήταν τρομερό που μπήκα μέσα κι έπεσα πάνω στο «Τριαντάφυλλο στο στήθος», σ’ αυτή την καταπληκτική ενορχήστρωση του Κυπουργού. Τρέμοντας πήγα και του μίλησα, του είπα κάτι γραφικότητες του στυλ «είμαι ένας συνάδελφός σας και θέλω ν’ ακούσετε το έργο μου». Εκείνος γέλασε, μου απάντησε «ναι, παιδί μου, θα το ακούσω το έργο σου και γράψε μου το τηλέφωνό σου».

 

Έτσι έγινε, αλλά πέρασε ένα εξάμηνο και δεν πήρα καμία απάντηση. Τον ξανάδα σε μια συναυλία του για το ΚΚΕ Εσωτερικού. «Σε θυμάμαι εσένα» μου είπε. «Άκουσα την κασέτα σου, έλα αύριο στο σπίτι μου».

 

Έχει περιοριστεί τρομερά η άμεση επικοινωνία κάθε νέου δημιουργού με το κοινό. Κι εγώ δεν θεωρώ άμεσο το YouTube, το να κλικάρεις για να ακούσεις έναν καινούργιο δίσκο. Η δική μας γενιά έχει ακόμη σχέση με το αντικείμενο, η ακρόαση ενός δίσκου σημαίνει ξεφύλλισμα, πρώτο άκουσμα, μετά δεύτερο άκουσμα, αρχή, μέση και τέλος του δίσκου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Έχει περιοριστεί τρομερά η άμεση επικοινωνία κάθε νέου δημιουργού με το κοινό. Κι εγώ δεν θεωρώ άμεσο το YouTube, το να κλικάρεις για να ακούσεις έναν καινούργιο δίσκο. Η δική μας γενιά έχει ακόμη σχέση με το αντικείμενο, η ακρόαση ενός δίσκου σημαίνει ξεφύλλισμα, πρώτο άκουσμα, μετά δεύτερο άκουσμα, αρχή, μέση και τέλος του δίσκου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Όχι που δεν θα πήγαινες, έτσι;

Φυσικά, πάω από τη Ρηγίλλης, με βάζει κατευθείαν στο μεγάλο μαύρο γραφείο και μου λέει: «Έχουμε μόνο μισή ώρα, παίξε να σε ακούσω». Σκύβει το κεφάλι, παίρνει αυστηρό ύφος, ανάβει τσιγάρο και μου δίνει την αίσθηση ότι του τρώω τον χρόνο και ότι πρέπει να κάνω κάτι για να είναι δημιουργική η ώρα που μου διαθέτει. Εμένα μου κόβονται τα πόδια, άσε που πιο πολύ ήθελα να ρωτήσω πράγματα για εκείνον και το τελευταίο που με ενδιέφερε ήταν τα παιδικά μου κομμάτια.

 

Αρχίζω, λοιπόν, να του λέω τις ιστορίες των τραγουδιών μου. «Αυτό το ’γραψα για έναν συμμαθητή μου που είναι έτσι ή αλλιώς» κ.ο.κ. Αυτό το παιχνίδι, πρώτα η ιστορία και μετά το τραγούδι, τον έκανε να χαμογελάσει. «Μου αρέσουν», είπε, «οι ιστορίες σου και πρέπει πάντα να το κάνεις αυτό πριν από τα τραγούδια σου, να μιλάς γι’ αυτά». Και μετά: «Έχεις ακούσει Μπρασένς;». Λέω «όχι». «Λοιπόν, φεύγοντας θα σου δώσω να ακούσεις Μπρασένς, θα πω στη Νέλλη Σεμιτέκολο να σου κάνει μαθήματα πιάνου και θα σου βρω κι έναν καθηγητή αρμονίας, γιατί είναι φτωχά τα κομμάτια σου στον τομέα αυτό και προδίδονται».

 

Τη στιγμή που έφευγα, μου κάνει: «Περίμενε! Θα σου γράψω σε ένα χαρτάκι μερικά πράγματα που θέλω να γνωρίζεις την επόμενη φορά, ένα βιβλίο, ένα συμφωνικό έργο, έναν δίσκο και μία ταινία». Ζούσα κυριολεκτικά για την επόμενη συνάντησή μας, ερωτεύτηκα, πώς να το πω... Δεν με ένοιαζε ούτε το σχολείο, ούτε τίποτα. Το πιο συγκινητικό ήταν που μου τηλεφώνησε την επόμενη μέρα για να μου δώσει το τηλέφωνο του καθηγητή αρμονίας. 

 
— Θυμάσαι ποια ήταν ακριβώς τα έργα που σε συμβούλεψε να μελετήσεις;

Το «Σέντραλ Παρκ στο σκοτάδι» του Τσαρλς Άιβς, ένα έργο που του άρεσε πολύ, το «Γουέστ Σάιντ Στόρι», για το οποίο μου είπε «Και να έχεις δει την ταινία, εγώ θέλω να μελετήσεις τη μουσική του Μπερνστάιν», το βιβλίο «Ο διάβολος στο κορμί» του Ραντιγκέ και την ταινία «Οι διακοπές του κυρίου Ιλό», συν τον Μπρασένς, που μου είχε «γνωρίσει». 

 

— Μιλάμε για πραγματική μαθητεία κοντά του.

Στην ουσία, με γνώρισε σ’ εμένα τον ίδιο, με είχε ψυχανεμιστεί απόλυτα. Στην επόμενη συνάντησή μας μού εξήγησε τα δικά του βιώματα σχετικά με τα έργα που μου σύστησε, αλλά και σχετικά με αυτά που είδε σ’ εμένα. Εκεί κι εγώ λύθηκα και άρχισα να τον ρωτάω ποιες ήταν οι Τρεις Ρόζες και γιατί στο Σχόλιο του Τρίτου είχε πει αυτό και όχι το άλλο, οπότε, ξέρεις... Αναπτύχθηκε μια φιλία.

 

Μου έλεγε «Την επόμενη φορά θέλω τυπωμένους τους στίχους σου» κι εγώ του τούς πήγαινα και μου ξανάλεγε «Εδώ είσαι ψεύτης τελείως» ή «εδώ είσαι άτεχνος και το ξέρεις». Έγινε δάσκαλός μου στα ουσιώδη και τα μεγάλα, ποτέ δεν ήταν σαν ένας απλός δάσκαλος μουσικής ο Χατζιδάκις! Σαν να ήταν η τέχνη του τραγουδιού ένα όχημα κι αυτός ο άνθρωπος σού μάθαινε οδήγηση! 

 

— Και πώς φτάσατε στην έκδοση του πρώτου σου δίσκου;

Είχαμε μπει στο ’89 και μου τηλεφωνεί για να μου πει ότι μόλις είχε υπογράψει συμβόλαιο με την ΜΒΙ για παραγωγές του Σείριου και ότι ήμουν κι εγώ μέσα! Τρελάθηκα, φοβήθηκα, λέω «δεν είμαι έτοιμος». «Όχι, όχι», μου κάνει, «θα δουλέψεις τα κομμάτια σου με τον Θόδωρο Κοτεπάνο, έναν εξαίρετο νέο μουσικό»!

 

 

Από το πρώτο cd του Φοίβου, «Παρέλαση», 1989

 

— Μου κάνει εντύπωση πώς ο Χατζιδάκις απευθυνόταν σε ένα μικρό παιδί σχετικά με εταιρείες, συμβόλαια κ.λπ. Αλήθεια, οι γονείς σου είχαν επαφή μαζί του;

Βέβαια, και μάλιστα στο πρώτο ραντεβού είχα πάει με τη μάνα μου, κάτι που τον εκνεύρισε. «Ποιος είσαι», μου είπε, «ο μικρός πιανίστας Σγούρος, το παιδί-θαύμα και σε φέρνει η μαμά σου;». Δηλαδή, με πρόγκηξε χαριτωμένα και είχε δίκιο. Μετά, όμως, όταν συναντιόμασταν τακτικά, μου είπε σε κάποια φάση: «Την επόμενη εβδομάδα θέλω να έρθουν οι γονείς σου εδώ και όχι εσύ». Πλέον νομίζω πως αυτό το έκανε για να αλλάξει η στάση των γονιών μου σχετικά με το τι ήθελα εγώ να κάνω πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν τρομερά σοφή πράξη εκ μέρους του. 

 

— Απορώ αν μπορούσες να διαχειριστείς στα 16 σου την εμπειρία του στούντιο και κυρίως αν είχες άποψη.

Όχι, η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ιδιαίτερη άποψη. Ερχόταν στο στούντιο μια κοπέλα που μου άρεσε από το σχολείο ή οι δύο κολλητοί μου κι αισθανόμουν σαν να μην ήταν δικό μου όλο αυτό. Ο Χατζιδάκις ήρθε, επίσης, λίγες φορές για να με διδάξει φωνή. Άλλο μάθημα αυτό! Θυμάμαι, το πρώτο βράδυ γύρισα σπίτι εξουθενωμένος και απελπισμένος, γιατί είχα βάλει τον άνθρωπο αυτόν σε μια διαδικασία για την οποία δεν ήμουν ικανός. Τη δεύτερη μέρα, όμως, τραγουδούσα! Αργότερα διάβασα συνεντεύξεις του Ρωμανού ή άκουγα τον Λιούγκο που λέγανε ότι ο Χατζιδάκις έδινε ένα μάθημα τραγουδίσματος εξελιγμένο στην εντέλεια!

 

Κοίταξε, τώρα που τα χρόνια έχουν περάσει, νομίζω πως η «Παρέλαση» ήταν η προσπάθεια ενός 15χρονου να κατανοήσει τη μυθολογία του Χατζιδάκι, όχι τη δική του − υπάρχουν στίχοι, ας πούμε, του στυλ «κρατάς το χέρι μοίρα θλίψης», πράγματα δηλαδή χατζιδακικά, που δεν θα τα έγραφε ποτέ ένας έφηβος. Παραμένει ένα μεγάλο δώρο, ωστόσο, που μου έγινε, χωρίς να πιστεύω απόλυτα στην καλλιτεχνική του αξία.

 

— Παρ’ όλα αυτά, ο δίσκος ακούστηκε και κομμάτια σαν το «Ερωτικό για δύο αγγέλους» σε χαρακτηρίζουν μέχρι σήμερα.

Ναι, είχε ακουστεί, αν και λίγο ως αξιοπερίεργο, δηλαδή «ακούστε ένα παιδί 16 ετών που μας το σύστησε ο Χατζιδάκις». 

 

— Εγώ, τώρα, δεν μπορώ να μη σου πω ότι σε «γνώρισα» το ’95, με το δεύτερο άλμπουμ σου. Μια μέρα άνοιξα την τηλεόραση και σε είδα με τον Σαββόπουλο. Λίγο μετά άρχισε ν’ ακούγεται κι αυτό: «Να ο νέος Σαββόπουλος!».

Μετά από έναν δίσκο, για τον οποίο δεν ήμουν έτοιμος, έκανα έξι χρόνια να βρω την προσωπική μου φωνή. Όταν μου πρότεινε, λοιπόν, ο Σαββόπουλος να συμμετάσχω σε μια παράστασή του άρχισε πράγματι να ακούγεται αυτό που λες. Πίστεψέ με, ήταν βαθιά τραυματικό για μένα, για χιλιάδες λόγους. Πρώτα απ’ όλα, γιατί το τραγούδι δεν είναι μια ιστορία διαδόχων ή φυσικής συνέχειας. Δεύτερον, γιατί ο Σαββόπουλος είναι αυτός που είναι και από μόνος του δημιούργησε μια ολόκληρη επικράτεια τραγουδιού. Πόσο μάλλον όταν μετά απ’ αυτόν υπήρχαν τότε πολλοί άλλοι, ικανότατοι και εξαιρετικοί τραγουδοποιοί. Ήταν δυνατόν, λοιπόν, εγώ, με τον δεύτερο δίσκο μου στα 22, να χρισθώ «διάδοχος του Σαββόπουλου»; Έλεος! 

 

Είναι πολύ ψυχοφθόρο όλο αυτό για κάθε νέο τραγουδοποιό. Οποιαδήποτε ταμπέλα σε απομακρύνει τόσο από τον ίδιο σου τον εαυτό, όσο και από έναν κόσμο που θα μπορούσες να ανακαλύψεις και να επικοινωνήσεις μόνος σου μαζί του. Η δύναμη κάθε νέου παιδιού, που είναι συνδυασμός αυθάδειας, μεγαλοστομίας αλλά και ομορφιάς, είναι πάρα πολύ εύκολο να βαμπιριστεί και τελικά να πνιγεί. 

 

— Φοίβο, ανήκεις στη χρυσή εποχή των τραγουδοποιών της τελευταίας 20ετίας. Εσύ, ο Αλκίνοος, ο Μάλαμας, ο Θαλασσινός, ο Περίδης κ.ά. Τι έμεινε, τελικά, απ’ αυτά τα τραγούδια;

Πάλι για μια ταμπέλα μιλάμε. Έτυχε απλώς κάποιοι άνθρωποι να επηρεαστούμε από τα ίδια πράγματα και να κάνουμε ο καθένας κάτι πολύ διαφορετικό. Αυτό που έμεινε είναι τα καλά τραγούδια του καθενός, μέχρι εκεί. Όπως συμβαίνει, δηλαδή, με τα πάντα.

 

Την περίοδο 1965-70 αναπτύχθηκε ένα είδος λαϊκού, επηρεασμένο πολύ από τους Χατζιδάκι - Θεοδωράκη, στο οποίο έδωσαν μερικά αριστουργήματα ο Καλδάρας, ο Ζαμπέτας ή ο Κουγιουμτζής λίγο αργότερα. Θέλω να πω ότι οι συνθέτες και τραγουδοποιοί είναι φορείς ενός πνεύματος μιας εποχής με ένα έργο αυτόνομης ομορφιάς. Από τους ρεμπέτες μέχρι τους ελαφρούς συνθέτες του Μεσοπολέμου και από τα πρόσωπα της δεκαετίας του ’90, που αναφέρθηκαν, μέχρι και το χιπ χοπ, θα βρεις καλά τραγούδια, υπάρχουν.

 

Κοίταξε, ψήφισα κι εγώ «Όχι» και το είπα κιόλας μετά, αλλά δεν πίστεψα ούτε για μία στιγμή πως το δημοψήφισμα αυτό ήταν έντιμο ή ότι έθετε ένα αληθινό, επώδυνο δίλημμα. Θεωρώ ότι έγινε πολύ εκ του ασφαλούς, πολιτικάντικα και κυνικά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Κοίταξε, ψήφισα κι εγώ «Όχι» και το είπα κιόλας μετά, αλλά δεν πίστεψα ούτε για μία στιγμή πως το δημοψήφισμα αυτό ήταν έντιμο ή ότι έθετε ένα αληθινό, επώδυνο δίλημμα. Θεωρώ ότι έγινε πολύ εκ του ασφαλούς, πολιτικάντικα και κυνικά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Εν έτει 2015, η κατάρρευση αυτού που ξέραμε ως δισκογραφικό promo πιστεύεις ότι υποβάθμισε κάπως τη δουλειά σας; Και δεν αναφέρομαι σε δημιουργικό επίπεδο.

Πράγματι, έχει περιοριστεί τρομερά η άμεση επικοινωνία κάθε νέου δημιουργού με το κοινό. Κι εγώ δεν θεωρώ άμεσο το YouTube, το να κλικάρεις για να ακούσεις έναν καινούργιο δίσκο. Η δική μας γενιά έχει ακόμη σχέση με το αντικείμενο, η ακρόαση ενός δίσκου σημαίνει ξεφύλλισμα, πρώτο άκουσμα, μετά δεύτερο άκουσμα, αρχή, μέση και τέλος του δίσκου.

 

Από την άλλη, όμως, με αυτό τον τρόπο τα νέα παιδιά δεν έχουν να παραστούν σε κανένα meeting εταιρειών, δηλαδή η ελευθερία του Αλέξανδρου Βούλγαρη ή του Παντελή Δημητριάδη είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτή παλιότερων συναδέλφων τους που δεν ήξεραν πού, πώς και πότε θα βρεθεί εταιρεία να εκδώσει το υλικό τους. 

 

— Ανέφερες μόλις δύο ονόματα που φανερώνουν πως δεν εγκλωβίστηκες στο έντεχνο των ’90s. Αντιθέτως, προσεγγίζεις καλλιτεχνικά τις νέες γενιές συναδέλφων σου, από τον Βούλγαρη μέχρι τον Καραμουρατίδη.

Με ενδιαφέρει πολύ το τι γίνεται στο τραγούδι. Είναι ο κόσμος απ’ τον οποίο ζω και αντλώ χαρά. Το πρώτο άκουσμα του «Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου» του Δημητριάδη ή οι συζητήσεις με τον Καραμουρατίδη σχετικά με τον λόγο που υποστηρίζει τόσο δημιουργικά το έντεχνο, ενώ όλοι το λοιδορούν, είναι πράγματα που τα αγαπώ και μου αρέσουν. Εμπνέομαι είτε ακούγοντας, είτε συζητώντας με ανθρώπους που έτυχε να συναντήσω από κοντά. Ούτως ή άλλως, όλα τα ζω μέσα από το μικρό μου δωμάτιο. 

 

Η ζωή μου με ευχαριστεί. Με ευχαριστεί ο τρόπος με τον οποίο κυλάει. Την επέλεξα απ' όταν ήμουν 15 ετών και μέχρι σήμερα δεν το 'χω κουνήσει ρούπι απ' αυτήν.

 

— Σε συνέχεια αυτού που σου έλεγα, έχω την αίσθηση ότι η έντονη χρήση του theremin στον «Αόρατο Άνθρωπο», τον προτελευταίο σου δίσκο, εξέφρασε και μια αγωνία σου να πλησιάσεις τον σύγχρονο ήχο της indie-pop σκηνής.

Το theremin ήρθε μέσα από ακούσματα που είχαν συγκλονίσει εμένα. Τα χρόνια 2007, ’08 και ’09 έτυχε να ακούω φανατικά καλλιτέχνες αυτής της σκηνής: Portishead, Rufus Wainwright, St. Vincent κ.ά. Ταυτοχρόνως, είχα ερωτευθεί κι ένα κορίτσι που τα ήξερε όλα αυτά απ’ έξω κι ανακατωτά και μου τα μάθαινε. Της έγραφα γράμματα και της έστελνα κι ένα τραγούδι μαζί, τέτοια ωραία. Γνώρισα καλά και τον Γιώργο Κατσάνο, αυτό τον πολυοργανίστα, και πήγαινα σπίτι του και τζαμάραμε. Επίσης, άκουγα και τους δικούς μας αυτής της σκηνής. Ξαφνικά, κάποιος με πήγαινε να δω τον The Boy σε ένα λάιβ του στον Δίαυλο ή άκουγα τη May Roosevelt και τον Λόλεκ − με επηρέασαν πραγματικά οι συγκεκριμένοι μουσικοί!

 

Η μόνη αγωνία που είχα, γιατί πάντα υπάρχει αγωνία, ήταν η ανακάλυψη ενός κόσμου που θεωρούσα ζωντανό. Ο «Αόρατος Άνθρωπος» ήταν δίσκος-ερωτικό γράμμα στην κοπέλα με την οποία ήμουν ερωτευμένος, άρα δεν μπορούσε να μην περιέχει τον ήχο με τον οποίο την είχα συνδυάσει. 

 

— Αν σε ρωτούσα να περιγράψεις με δυο λόγια τον τελευταίο σου δίσκο;

Η «Καλλιθέα» προέκυψε από μια επίσκεψη στο πατρικό μου, στο οποίο δεν ζουν πια οι γονείς μου και λειτουργεί ως αποθήκη. Ένα παλιό, δίπατο σπίτι της δεκαετίας του ’30 στην Καλλιθέα, όπου εγώ πήγα για να βρω κάποιους παλιούς μου δίσκους και βιβλία. Μου βγήκε τέτοια συγκίνηση, ώστε αποφάσισα απ’ την επόμενη κιόλας μέρα να μεταφέρω εκεί το μικρό μου στούντιο και να κάτσω να γράψω τραγούδια. Συγχρόνως, ένιωσα την ανάγκη να ξαναβρώ φίλους που τους είχα χάσει, ακόμη και να ανακαλύψω θησαυρούς των γονιών μου που ποτέ δεν τους είχα δώσει την πρέπουσα σημασία.

 

Έτσι άρχισαν να γεννιούνται και τα τραγούδια, ένα για την περιοχή της Καλλιθέας, ένα για την πρώτη μου κοπέλα, ένα για τον κολλητό μου από το δημοτικό και την εξέλιξη της σχέσης μας μέσα στα χρόνια, άλλο ένα για το όνομα που μου έδωσαν οι δικοί μου κ.ο.κ. Θα έλεγα ότι αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν η διαδικασία της μνήμης. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι, από την κρίση και μετά, στρέφονται στις μνήμες τους. Βλέπεις, ας πούμε, ότι οι πολιτικοί καβγάδες γίνονται κυρίως με το πώς αντιλαμβάνεται καθένας το παρελθόν. Όλοι έχουν αποκτήσει πολιτικό λόγο: αυτοί που θεωρούσαν χρυσά χρόνια τη χούντα ή μόνο τη Μεταπολίτευση, την οκταετία του ΠΑΣΟΚ ή το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Υπάρχουν πολλές βεβαιότητες οι οποίες έχουν να κάνουν με τη μνήμη και τις παγίδες της. Υπολόγιζε και τα διάφορα vintage κινήματα που εξιδανικεύουν το παρελθόν. Και το παρελθόν, ως φορέας μιας μαγείας, καταντά κάπου αρρώστια.

 

Όλα αυτά, λοιπόν, απαρτίζουν την «Καλλιθέα», συν ένα τραγούδι για τη γέννηση της κόρης μου, το μοναδικό που δεν έχει καμία σχέση με τη μνήμη, που κοιτάζει προς τα μπρος και όχι προς τα πίσω. Κι αν με ρωτήσεις τι έγινε από μουσικής άποψης, θα σου απαντούσα ότι βασιστήκαμε σε δύο πράγματα: στην ιδέα του Χρήστου Λαϊνά να μετατραπεί το πατρικό μου σε home studio −βάλαμε μέχρι και στην κουζίνα μικρόφωνα− και στα ακούσματα εκείνης της περιόδου που μοιραστήκαμε: Belle & Sebastian, Άκη Πάνου, Χατζιδάκι και διάφορες εϊτίλες! Εγκυκλοπαίδεια ήχων θα χαρακτήριζα συνολικά τον δίσκο αυτό με κάποια κρυφά κανάλια μέσα του, όπως η γιαγιά μου, που την ηχογράφησα εν αγνοία της, ή τα παιδάκια που τραγουδούσαν αγγλικά τραγουδάκια από το παρακείμενο φροντιστήριο αγγλικών! 

 

 

Φοίβος Δεληβοριάς - Ο Ξένος. Από το album «Καλλιθέα»

 

— Αλήθεια, τη γυναίκα σου δεν την πείραξε λίγο που έγραψες ένα κομμάτι για την πρώτη κοπέλα σου;

Όχι, γιατί και η γυναίκα μου είναι καλλιτέχνις, ηθοποιός, ένα πρόσωπο με δημιουργική μοναξιά, που ξέρει ότι οι δικές μου και οι δικές της εμμονές δεν είναι του χεριού μας. Μάλιστα, ειδικά το τραγούδι αυτό έγινε το αγαπημένο της. «Μου θυμίζει κι εμένα ένα αγόρι που χαθήκαμε» μου έλεγε, άρα δεθήκαμε και μέσα απ’ αυτό. 

 

— Τι έφερε η πατρότητα στη ζωή σου;

Πολύ μεγάλη αλλαγή! Ένα νέο πλάσμα που γεννιέται από την αγάπη γίνεται ξαφνικά πρωταγωνιστής. Παύεις εσύ να είσαι στο πρώτο πλάνο της αφήγησης και ειδικά εγώ, που υπήρξα πολύ κακομαθημένος, έπαψα πια να απευθύνομαι μόνο σ’ εμένα ή στους φίλους μου, αλλά και σε ένα παιδί που γίνεται δικό του όλο αυτό. Θα ήθελα στο μέλλον να έχει την απόλυτη ελευθερία να πάρει ή να διαγράψει οτιδήποτε απ’ αυτά που της λέω. 

 

— Έχεις οικογένεια πια, τα έσοδα από τα live και τη δισκογραφία είναι τρομερά περιορισμένα και θα τολμούσα να ρωτήσω τώρα πώς βαστιέται οικονομικά ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Η κρίση με άγγιξε σε όλα τα επίπεδα, οικονομικά και ψυχολογικά. Βαστιέμαι, ανακαλύπτοντας πράγματα στα οποία φοβόμουν να δοθώ πριν. Γράφω μουσική για το θέατρο, λόγου χάριν. Αντιμετώπισα δημιουργικά την κατάσταση. Μεγάλωσα μαζί με μια γενιά ηθοποιών, οι οποίοι περίμεναν πότε θα κάνει οντισιόν ένα μεγάλο όνομα για να παίξουν, επιτέλους, στο θέατρο. Τώρα πια κανείς δεν το κάνει αυτό! Όλοι φτιάχνουν ομάδες και ξεκινάνε απ’ την αρχή. Έτσι, άρχισα να γράφω κι εγώ για παραστάσεις ή ερχόταν ένας φίλος που έστηνε ένα περιοδικάκι και μου ’λεγε «γράψε κι εσύ ένα κείμενο». Έμαθα να ζω πολύ πιο λιτά και δύσκολα ίσως.

 

— Δεν ανήκεις, ωστόσο, σ’ αυτούς που υποστήριξε ο συνάδελφός σου, Χρήστος Θηβαίος, ότι ζουν με πέντε παξιμάδια και τρεις ελιές...

Όχι, δεν ανήκω σ’ αυτούς. Η κρίση χτύπησε πολύ άδικα τους ανθρώπους, και όχι ως μονάδες αλλά ως ολόκληρες οικογένειες, από συνταξιούχους μέχρι μικροεπιχειρηματίες ή μουσικούς που έδιναν τριάντα συναυλίες τον χρόνο και ζούσαν αξιοπρεπώς. Χτυπήθηκαν οι πάντες και με την ευκαιρία του γυρισμού μου στην Καλλιθέα είδα ανθρώπους που δεν είχαν καμία ιδιαίτερη φιλοδοξία απ’ τη ζωή τους να έχουν πέσει θύματα της μεγαλύτερης υποκρισίας εκ μέρους της πολιτικής σκηνής.

 

Έτσι, βέβαια, γεννιέται στον άνθρωπο, πέραν της οργής, η διάθεση ακτιβισμού, αλληλεγγύης και συλλογικότητας. Σ’ εμένα ειδικά δημιουργήθηκε ένα εφηβικό πείσμα, αν θες, να μην αφήσω όλο αυτό το πράγμα να με ρίξει και να δουλεύω καθημερινά. Πολύτιμες και οι διηγήσεις της ταλαιπωρίας που περνάνε οι άνθρωποι γύρω μου.

  

— Έχεις απομυθοποιήσει καλλιτέχνες που συνάντησες στον δρόμο σου;

Πάντα ήξερα ότι η συνάντησή μου μαζί τους θα γινόταν μέσα από το δωμάτιό μου και μέσω της μουσικής. Ακόμη και η γνωριμία μου με τον Χατζιδάκι, που υπήρξε το πιο καθοριστικό γεγονός στη ζωή μου, έχει λίγη σημασία συγκριτικά με την ανακάλυψη του «Μεγάλου Ερωτικού» ή της «Εποχής της Μελισσάνθης». Αυτές οι στιγμές με πήγαν πιο μπροστά και όχι οι γνωριμίες.

 

Κι αν στην πορεία κάποιος καλλιτέχνης με απογοήτευσε, καθόλου δεν με επηρέασε το γεγονός, εφόσον κάποιος δίσκος του ήδη είχε γίνει κάποτε το «δεξί μου χέρι». Αν σπαστώ με έναν καλλιτέχνη που αγαπώ, επειδή αυτός δεν με γουστάρει ως άνθρωπο, στην ουσία κόβω το δικό μου χέρι. Το έργο του πια μου ανήκει, αυτό έχει σημασία.

 

Θεωρώ ότι ελάχιστοι άνθρωποι ολοκληρώνονται μέσα από τη μονογαμία. Αισθάνομαι πολύ ερωτευμένος με τη Βάσω και αισθάνομαι πολύ ερωτευμένος και με τη ζωή, με την κόρη μου. Είναι μια πολύ έντονη και υψηλή μορφή έρωτα κι αυτή! Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Θεωρώ ότι ελάχιστοι άνθρωποι ολοκληρώνονται μέσα από τη μονογαμία. Αισθάνομαι πολύ ερωτευμένος με τη Βάσω και αισθάνομαι πολύ ερωτευμένος και με τη ζωή, με την κόρη μου. Είναι μια πολύ έντονη και υψηλή μορφή έρωτα κι αυτή! Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πόσο απαραίτητη είναι η παρουσία ενός μάνατζερ στη δουλειά σου; Σε ρωτάω, καθώς γνωρίζω ότι άλλος σε «τρέχει».

Μάνατζέρ μου εδώ και πολλά χρόνια είναι ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος. Ο μάνατζερ είναι απολύτως απαραίτητος για έναν άνθρωπο που είναι ούφο (γέλια). Εγώ ούτε μπορώ να διαπραγματευτώ, ούτε να αναλάβω διοργάνωση συναυλίας. Στήνω απλώς ένα πρόγραμμα και το δοκιμάζω με άλλους καλλιτέχνες και μουσικούς που θαυμάζω μέχρι να ανέβω στη σκηνή και να το εκθέσω.

 

Υπάρχουν καλλιτέχνες, βέβαια, που ξέρουν να είναι μάνατζερ του εαυτού τους, να διεκδικήσουν λεφτά ή να στήσουν το backline της συναυλίας τους. Εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος κι έχω τρομερή ανάγκη να νιώθω εμπιστοσύνη από κάποιον άλλο. Μάνατζερ έχει, γενικά, το 95% των καλλιτεχνών, αν και υπάρχει η μυθολογία της εταιρείας ή του μάνατζερ που είναι δαιμονικά όντα και ρουφάνε το μεδούλι του καλλιτέχνη, κάτι που σ’ εμένα δεν έχει ισχύσει σχεδόν ποτέ.

 

— Μέσα από τη συζήτησή μας αναδεικνύεσαι διορατικός. Ήσουν τυχερός, κατά έναν τρόπο, που δεν εντάχθηκες στους Modern Times του Γιαννίκου και δεν είδες τα CD σου στα περίπτερα ή στα δισκοπάζαρα.

Απ’ την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα μεγάλη στενοχώρια για τα premium CD και όλη αυτή την υποτίμηση ενός έργου τέχνης. Επ’ αυτού είμαι πολύ αριστοκράτης, θεωρώ ότι το «Dolce Vita» του Fellini δεν έπρεπε να έχει δοθεί με τις εφημερίδες. Απόδειξη ότι δεν έγινε ξαφνικά ο κόσμος λάτρης του Fellini, παρ’ όλο που η εφημερίδα ξεπούλησε 100.000 φύλλα. Σιγά μην την είδαν την ταινία πρώτα απ’ όλα.

 

Έτσι και στη δισκογραφία! Το να δίνεις 2 ευρώ για να προμηθευτείς ένα έργο του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη μόνο καλό δεν τους κάνει. Είχα πρόταση από τους Modern Times και αρνήθηκα συνειδητά, όπως συνειδητά είχα βάλει ρήτρα στη Sony το ’98 ότι δεν θέλω ούτε ένα CD μου να μπει σε εφημερίδα. Πιθανώς αυτό να με γλίτωνε από ένα σωρό χρέη, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω θελήσει να το κάνω, δεν αξίζει για τον κόπο όσων δούλεψαν για να γίνει ένας δίσκος. Και σ’ αυτό το σημείο να πω ότι είμαι πολύ θυμωμένος και με την ΑΕΠΙ, η οποία στις συμφωνίες της με τις εφημερίδες, τα κανάλια, τους μεγαλοεκδότες και το YouTube μας ξεπούλησε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο!

 

— Σε βλέπω απέναντί μου με το κοντό μαλλάκι σου, την καζάκα σου, καθαρό, σένιο, ένα «καλό παιδί» θα έλεγα, κάτι που συμβαδίζει −θα μου επιτρέψεις− και με τα τραγούδια σου. Υπάρχει κάτι άλλο πίσω απ’ αυτή την εικόνα ή είσαι απλώς ο εαυτός σου σε ό,τι κάνεις;

Δεν το ξέρω, είμαι ο τελευταίος που θα μπορούσε να απαντήσει. Είμαι ένας άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε τραγούδια κι αυτό μου αφήνει λίγα περιθώρια να σκεφτώ κάτι παραπάνω για το στυλ μου ή και για την αξία των δίσκων μου. Η εξεύρεση του επόμενου τραγουδιού είναι το μόνο πράγμα που θα ήθελα να με προσδιορίζει και ηθικά. Τα υπόλοιπα, αν είμαι «καλό» ή «κακό παιδί», ας αφορούν αυτούς που με αγαπάνε και ζουν καθημερινά μαζί μου. 

 

— Τι είναι αυτό, Φοίβο, που θα έκανε έναν άλλο άνθρωπο να γίνει φίλος σου;

Να είναι nerd της τέχνης, παράξενος, αρχειοθέτης, συλλέκτης, βιβλιοφάγος. Με όλους τους ανθρώπους που έχω γίνει στενός φίλος ανταλλάσσουμε τέτοια πράγματα. Σαν το σίριαλ «Big Bang Theory», που ενώ εκεί μιλάνε όλοι για νόμους της Φυσικής, οι δικοί μου φίλοι μιλάνε για δίσκους, ταινίες και βιβλία σε επίπεδο σχεδόν σπαστικού. Μου αρέσει το γέλιο επίσης, όχι απαραιτήτως από τη διακωμώδηση της πολιτικής. Με ενθουσιάζει να μαθαίνω διάφορες μικρότητες για ανθρώπους του χώρου, μου αρέσει, είμαι κουτσομπόλης − θέλει η πουτάνα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει (γέλια). Έχει πλάκα ν’ ακούς για το «κάψιμο» του αλλουνού. 

  

— Είσαι 44 ετών, παντρεμένος και μπαμπάς. Ως καλλιτέχνης που ερωτευόσουν με τον αέρα, που λένε, κι έγραφες τραγούδια γι’ «Αυτήν που περνάει» ή την πρώτη σου κοπέλα, ο γάμος δεν είναι μια τροχοπέδη σε δημιουργικό επίπεδο;

Θεωρώ ότι ελάχιστοι άνθρωποι ολοκληρώνονται μέσα από τη μονογαμία. Αισθάνομαι πολύ ερωτευμένος με τη Βάσω και αισθάνομαι πολύ ερωτευμένος και με τη ζωή, με την κόρη μου. Είναι μια πολύ έντονη και υψηλή μορφή έρωτα κι αυτή! Απ’ την άλλη, είναι πολύ σημαντικό θέμα αυτό που λες. Ο ερωτικός άνθρωπος, και μάλιστα με τη χατζιδακική έννοια, που γνωρίζεις καλά, σπάνια ξεφεύγει από αυτό το πράγμα. Είναι ο άνθρωπος που πάντα θα αποζητά τον έρωτα ως μια βαθύτερη μορφή επικοινωνίας. 

 

 

Φοίβος Δεληβοριάς, Κ-13. Από το cd «Έξω» του 2007.

 

— Ο έρωτας εμπεριέχει την ιδιοκτησία;

Πιστεύω πως όχι, είναι πάρα πολύ άσχημο και δυναμιτίζει τις μικροαστικές τάξεις όλων των χωρών. Πάρα πολλές γυναίκες ευνουχίζουν τους άντρες τους και, αντίστοιχα, πάρα πολλοί άντρες μόνο μέσω του σεξισμού αντιμετωπίζουν μια γυναίκα. Όλο αυτό απέχει από τον ερωτισμό μου, δεν θα μου άρεσε μια γυναίκα να με αντιμετωπίσει χειριστικά κι ευνουχιστικά. Προσδοκώ τη θεοποίηση του έρωτα που δεν θα ’χει περάσει από τον φετιχισμό της υποταγής.

 

Εξυπακούεται, τέλος, πως κατά βάση το ανικανοποίητο στον έρωτα γεννά την Τέχνη, για να μην πούμε 100%. Δεν μπορεί κάτι το κατακτημένο να γεννήσει Τέχνη, το πιστεύω απόλυτα. Τα ωραιότερα τραγούδια γράφτηκαν από ανθρώπους χαμένους στη φτώχεια, στην τρέλα και στη μονομανία τους. Η Τέχνη δεν είναι ένας χώρος προνομιούχων. Ακόμη και ο Βισκόντι, που ήταν ένας ζάπλουτος αριστοκράτης, δημιούργησε μέσα από τραυματισμένες και ανικανοποίητες εφ’ όρου ζωής πλευρές του εαυτού του. 

 

— Λύσε μου μια απορία: Γιατί εσείς οι τραγουδοποιοί δεν δίνετε τραγούδια σας για άλλες φωνές;

Προσπάθησα, και μάλιστα είχα και προτάσεις, μερικές πολύ τιμητικές. Δεν μπόρεσα να λειτουργήσω, να δώσω δηλαδή κάτι που θα ενδυθεί τη φωνή του άλλου και να είναι απόλυτα δικό μου. Γενικώς, δεν είμαι πολύ κατάλληλος να γράφω για σπουδαίες φωνές. Ο τραγουδοποιός είναι ένα μικρό δωμάτιο μέσα στον κόσμο του τραγουδιού. Ο κανόνας πρέπει να είναι ο συνθέτης.

 

Με τον Ηλία Λιούγκο γράψαμε μαζί ένα τραγούδι, την «Άννα», εγώ στίχους κι εκείνος μουσική – μάλιστα, ήταν από τα πρώτα μου στιχουργήματα. Ο Λιούγκος, όμως, όντας τραγουδιστής, γνωρίζει πώς να υπηρετήσει μια μεγάλη φωνή, ξέρει πολύ καλά τι χρειάζεται ένας τραγουδιστής για να λειτουργήσει καλά. Κι αυτό πια που οι εταιρείες μάς ζητάγανε να γράφουμε για μεγάλες φωνές ήταν λάθος τους υπέρ μιας εμπορικής σκοπιμότητας. Έτσι, απομονώθηκαν και οι συνθέτες για 10-15 χρόνια, άνθρωποι που θα μπορούσαν να κάνουν τέλεια αυτήν τη δουλειά. 

 

— Είσαι υποχόνδριος;

Όχι, νομίζω πως δεν είμαι καθόλου. Απλώς, τώρα που το λες, σκέφτομαι πως δεν πηγαίνω ποτέ στον γιατρό, φοβάμαι, δηλαδή, τσεκάπ δεν θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να κάνω. Και πληρώνω τζάμπα τις ασφάλειες. 

 

— Πότε θυμάσαι τον εαυτό σου μεθυσμένο τελευταία φορά;

Μου αρέσει το ποτό! Πριν από μερικές εβδομάδες, στο σπίτι μου. Μεθάω μόνος εκεί όπου μπορεί να γράφω κάτι και να εισέρχομαι σε μια κατάσταση πλαστής πνευματικότητας. Βέβαια, όταν ξυπνήσω την επομένη και δω τι έγραψα, συνήθως θα ’ναι μπούρδες, εκείνη την ώρα όμως το γουστάρω. 

 

— Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν έφτασες ποτέ στο σημείο να ευχηθείς, για διάφορους λόγους, να ήσουν ένας δημόσιος υπάλληλος και όχι καλλιτέχνης.

Όχι, ποτέ. Η ζωή μου με ευχαριστεί. Με ευχαριστεί ο τρόπος με τον οποίο κυλάει. Την επέλεξα απ’ όταν ήμουν 15 ετών και μέχρι σήμερα δεν το ’χω κουνήσει ρούπι απ’ αυτήν. Τώρα, αν κάποιες φορές ήμουν πιο άνετος οικονομικά, ενώ τώρα δεν είμαι καθόλου, αυτό είναι μια άλλη λεπτομέρεια, η οποία, όμως, δεν με επηρεάζει.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 2015 και έχει επικαιροποιηθεί.

Σπούδασε κινηματογράφο και δημοσιογραφία στην Αθήνα. Από το 1999 κείμενα του δημοσιεύονται στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Περισσότερες από 300 συνεντεύξεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ραδιοφωνικός παραγωγός στο διαδικτυακό ΜεταΔεύτερο. Επιμελείται δισκογραφικές παραγωγές. Σκηνοθέτης των βραβευμένων ντοκιμαντέρ ''Φλέρυ - Τρελή του φεγγαριού'' (2002), ''Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ'' (2006) και ''Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου'' (2012)
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
6 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Χιονάτη Χιονάτη 13.11.2015 | 16:36
λατρεμένος
Φοίβο σ αγαπάμε !
avatar Faceless 13.11.2015 | 21:07
Τι στην ευχή κάνουν η Μποφίλιου και η Ζουγανέλη στο Ντουμπάι?
avatar ΜΠΟΣΚΟ 14.11.2015 | 00:04
Πάνε να εξασφαλίσουν το πετρέλαιο του χειμώνα :P Συναυλίες, βρε Faceless, γιατί άλλο να πήγαιναν; Ζουν και εργάζονται πολλοί Έλληνες στο Ντουμπάι, οπότε είναι μια νέα καλή συναυλιακή ''πιάτσα'' του εξωτερικού.
avatar
Ανώνυμος/η 14.11.2015 | 22:04
Φοίβο Ρισπεκτ !
Υπέροχη συνέντευξη! Τον αγαπώ πάρα πολύ τον Φοίβο Δεληβοριά. Μου αρέσουν όλα τα τραγούδια του. Καταλαβαίνω ότι αγαπώ πολύ έναν καλλιτέχνη όταν μου αρέσουν όλα τα τραγούδια του. Και του Φοίβου Δεληβοριά είναι όλα εξαιρετικά, ακόμα κι αυτά που δεν έγιναν επιτυχίες. Αν πεις σε κάποιον για τον δίσκο που έβγαλε το '98, το ''χάλια'' θα σου πει ''α, ναι, που έχει το <<εκείνη>> μέσα''. Κι όμως αυτός ο δίσκος έχει και τόσα άλλα διαμάντια που δεν ακούστηκαν όσο θα έπρεπε όπως το ''αν σε χάσω, θα ξεχάσω, πού μένω, και πώς μ' έχουν βαφτισμένο, ποιόν κρυμμένο λόγο έχω κι ανασαίιιιινωωωω''. Όλοι του οι δίσκοι εξαιρετικοί. Και πάντα ντύνει τους υπέροχους στίχους του με θαυμάσιες μουσικές. Κι έχει και ωραίες απόψεις. Αυτά τα λίγα.
avatar Γράφων 4.12.2017 | 11:50
Τον σέβομαι περισσότερο από ότι τον αγαπάω.

Είναι περισσότερο το ντοκιμαντέρ της γενιάς (μας) παρά το soundtrack. Ίσως και διότι οι πεπερασμένες δυνατότητες της φωνής του στην πραγματικότητα καταπνίγουν τις εκπληκτικές -ομολογουμένως- εικόνες που μπορεί να φτιάχνει.

Νομίζω ότι γράφει τη μουσική υπόκρουση εικονογραφίας απευθυνόμενης σε τυφλούς κι ότι δεν είναι τραγουδοποιός. Νιώθω ότι είναι παραγωγός βωβού κινηματογράφου: βάζει τις εικόνες και μια υποτυπώδη μουσική από πίσω. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα απόλυτα αξιοσέβαστο λιθαράκι στο μεγάλο οικοδόμημα του ελληνικού τραγουδιού.
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ