Αν και έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που οι Coldcut προσγειώθηκαν στο μουσικό στερέωμα, η μουσική τους όχι μόνο δεν ακούγεται καθόλου ξοφλημένη ή μπαγιάτικη αλλά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Για παράδειγμα, αν κάτσεις να ακούσεις το «Let us play!», παθαίνεις ένα μικρό σοκ, μια και σε αρκετές στιγμές του μοιάζει σαν να έχει κυκλοφορήσει πριν από μερικούς μήνες και όχι πριν από 20 χρόνια, συγκεκριμένα το 1997.


Οι Coldcut όμως δεν θεωρούνται σημαντικοί επειδή η μουσική τους ακούγεται φρέσκια όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτό μπορείς να το πεις για πολλά συγκροτήματα. Είναι σημαντικοί επειδή διαμόρφωσαν την ποπ μουσική όπως την ακούμε σήμερα αλλά και τον τρόπο που φτιάχνεται. Το λονδρέζικο ντουέτο πάντοτε είχε το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον, από τις πρώτες του μουσικές απόπειρες, το 1987.


Η καινοτομία που έφεραν με την τεχνική που ανέπτυξαν στη δημιουργία της μουσικής, κάτι σαν ένα μουσικό κολάζ δηλαδή, κόβοντας και ράβοντας κομμάτια από διάφορα είδη, από χιπ-χοπ και τζαζ μέχρι σάουντρακ και κλασικά ροκ κομμάτια, προκάλεσε μια γενικότερη ριζική αλλαγή που κυριάρχησε τις επόμενες δεκαετίες − και κυριαρχεί ακόμα.

 

Οι Coldcut σύστησαν στο κοινό ερμηνεύτριες όπως η Yazz και η Lisa Stansfield. Η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Stansfield ξεκίνησε την καριέρα της με το «People, hold on» που έκαναν μαζί.


Ήταν από τα πρώτα σχήματα, μαζί με τους M/A/R/R/S και τους Αμερικανούς συναδέλφους τους Beastie Boys, που λάνσαραν απροκάλυπτα τη χρήση των samples στη mainstream μουσική. Έκαναν εν ολίγοις τα samples μόδα, για να το πούμε πιο απλά.


Πέρα όμως από αυτό, θεωρούνται σπουδαίοι και για τη Ninja Tune, τη δισκογραφική που ίδρυσαν το 1990 και αποτελεί μία από τις θρυλικές και μακροβιότερες ανεξάρτητες εταιρείες. H Ninja Tune, από την αρχή της λειτουργίας της, έγινε συνώνυμη της πρωτοπορίας λόγω της εμμονής της με τη διαδραστική τεχνολογία και τα οπτικοακουστικά μέσα, καθώς και λόγω του εκλεκτικού και ασυμβίβαστου ρόστερ καλλιτεχνών που κυκλοφορεί.


Δεν ξέρω, βέβαια, αν σήμερα έχει την ίδια αίγλη όπως παλιότερα, ακόμα όμως θυμάμαι μια εποχή γύρω στα μέσα των '00s όταν υπήρχε κόσμος που περίμενε ευλαβικά κάθε νέα κυκλοφορία της ή ενθουσιαζόταν σαν τρελός με κάθε νέο μουσικό που υπέγραφε και έμπαινε στο δυναμικό της.

 

Ο Matt Black γνώρισε τον Jonathan More το 1986. Ο More δούλευε στο δισκοπωλείο Reckless Records στην Berwick Street, όπου ο Black σύχναζε ως πελάτης.
Ο Matt Black γνώρισε τον Jonathan More το 1986. Ο More δούλευε στο δισκοπωλείο Reckless Records στην Berwick Street, όπου ο Black σύχναζε ως πελάτης.

 

Εν όψει της εμφάνισης του ιστορικού αυτού γκρουπ στο Gagarin205 την Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου, κάνουμε μια αναδρομή στις πιο καθοριστικές στιγμές από τη χαοτική και πλούσια καριέρα τους.


• Ο Matt Black γνώρισε τον Jonathan More το 1986. Ο More δούλευε στο δισκοπωλείο Reckless Records στην Berwick Street, όπου ο Black σύχναζε ως πελάτης. Ο Black δούλευε ως προγραμματιστής και ο More ήταν πρώην δάσκαλος εικαστικών πριν φτιάξουν τους Coldcut.


Και οι δύο τους ήταν DJs της rare groove σκηνής που φημιζόταν για τα εκλεκτικά sets, γεμάτα θησαυρούς από σπάνιους και άγνωστους σόουλ και τζαζ δίσκους που έφερναν στο φως οι εκπρόσωποί της για τις ανάγκες κάθε βραδιάς.


• Η πρώτη τους δουλειά ήταν το κομμάτι «Say kids, what time is it?» που κυκλοφόρησε το 1987. Σε αυτό είχαν μιξάρει το κομμάτι «King of the swingers» από το «Βιβλίο της Ζούγκλας» με το break από το «Funky Drummer» του James Brown.

 

Coldcut - Say Kids What Time Is It?

 

Θεωρείται ο πρώτος breaks δίσκος που έγινε στη Βρετανία και η καινοτομία τους αυτή έκανε το SPIN να τους ανακηρύξει τους πρώτους Βρετανούς καλλιτέχνες που κατάλαβαν ακριβώς την cut-up αισθητική του χιπ-χοπ. Οι M/A/R/R/S, στο ίδιο πνεύμα, λίγους μήνες μετά, έβγαλαν το ιστορικό πλέον «Pump up the volume» που έφτασε στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ την ίδια χρονιά.

 

• Το πιο ιστορικό κομμάτι των Coldcut ήταν το «Beats+ Pieces» που κυκλοφόρησαν το 1987 στην πρώτη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία που ίδρυσαν και ονόμασαν «Ahead of our time». Τότε, για πρώτη φορά, το ντουέτο χρησιμοποιεί το όνομα Coldcut.


O τίτλος του συγκεκριμένου κομματιού περιέγραφε απόλυτα τον τρόπο που προσέγγιζαν τη μουσική και την ιδιαίτερη cut-up τεχνική που ανέπτυξαν. Ανέγραψαν ειρωνικά στο εξώφυλλο του σινγκλ το σλόγκαν «sorry, but this just isn't music» («συγγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι μουσική»), αναφερόμενοι στους επικριτές αυτού του νέου είδους που ξεπηδούσε εκείνη την εποχή.


Για τους Chemical Brothers, το «Beats+ Pieces» ήταν το πρώτο bigbeat δισκάκι που κυκλοφόρησε στην ιστορία της μουσικής. Το bigbeat ήταν ένα είδος ηλεκτρονικής μουσικής στο οποίο οι μουσικοί χρησιμοποιούσαν πολλά βαριά breakbeats με λούπες από synth. Συνδέθηκε κυρίως με τα acid house και techno μουσικά είδη.

 

 

Coldcut - Beats And Pieces


• Η επιτυχία ήρθε όταν έκαναν remix στο χιπ-χοπ κομμάτι των Eric B. & Rakim «Paid in full». Κυκλοφόρησε και αυτό τον Οκτώβριο του 1987 και πλέον θεωρείται ότι άνοιξε τον δρόμο για το χιπ-χοπ στη Βρετανία. Ανέβηκε στη 15η θέση στα βρετανικά τσαρτ.


Οι Coldcut, επίσης, σύστησαν στο κοινό ερμηνεύτριες όπως η Yazz και η Lisa Stansfield. Η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Stansfield ξεκίνησε την καριέρα της με το «People, hold on» που έκαναν μαζί.


• Σύμφωνα με την «Guardian», η συλλογή remix που κυκλοφόρησαν το 1996 με τίτλο «Journeys by DJ: 70 minutes of madness» είναι ένα άλμπουμ-ορόσημο που παραμένει μέχρι σήμερα μέτρο σύγκρισης για κάθε ανάλογη προσπάθεια που κυκλοφορεί. Στο ίδιο άρθρο ο Dorian Linksey γράφει ότι: «Έγιναν οι πρώτοι ποπ σταρ της βρετανικής χορευτικής σκηνής στη χώρα, την εποχή που κανείς δεν έβγαζε λεφτά από αυτή».

 

• Η Ninja Tune γεννήθηκε μέσα από την απογοήτευσή τους με την Arista, τη μεγάλη εταιρεία όπου είχαν υπογράψει στις αρχές της καριέρας τους. Ήθελαν να πάρουν τον έλεγχο της μουσικής τους στα χέρια τους και να ανεξαρτητοποιηθούν από τον έλεγχο των πολυεθνικών δισκογραφικών. Άρχισαν να χτίζουν τη Ninja Tune, επηρεασμένοι από μια περιοδεία τους στην Ιαπωνία, μαζί με τον Νorman Cook aka Fatboy Slim – τότε ήταν γνωστός ως Beats International.


Έκαναν τρία χρόνια να κυκλοφορήσουν μουσική με το όνομα Coldcut λόγω απαγορευτικής ρήτρας του προηγούμενου συμβολαίου τους, ενώ από το 1992 την εταιρεία διευθύνει ο Peter Quicke. Ως εταιρεία άρχισε να αποκτάει μεγαλύτερο κύρος μετά τα πρώτα πέντε άλμπουμ που κυκλοφόρησε εκεί ο DJ Food.


Με τη Ninja Tune οι Coldcut συνέχισαν την παράδοση που είχαν από παλιότερα να κυκλοφορούν περιορισμένες εκδόσεις βινυλίων. Η εταιρεία βοήθησε στην άνθηση του trip-hop και του ορχηστρικού χιπ-χοπ. Μάλιστα, οι ίδιοι οι Coldcut είχαν δική τους λέξη για το trip-hop: το αποκαλούσαν «funkjazztical tricknology».

 

Outside the echo chamber, 2017
Outside the echo chamber, 2017


• Εκτός όμως από τη μουσική, έχουν ασχοληθεί εκτενέστατα και με την τεχνολογία. Τη δεκαετία του '90, παράλληλα με τους Coldcut, οι Black και More δημιούργησαν το ανενεργό πλέον γκρουπ Hex. Ήταν μια multimedia ομάδα που είχε να κάνει με τα νέα τεχνολογικά μέσα. Ο Black, μάλιστα, είναι ένας από τους εφευρέτες του λογισμικού VJAMM που άρχισαν να χρησιμοποιούν στις συναυλίες τους.


Ακόμη, συνέθεσαν μουσική για βιντεοπαιχνίδια, όπως το «Rez» της Sega, ενώ πρόσφατα δημιούργησαν ένα app για παραγωγή μουσικής με smartphones που ονόμασαν Ninja Jam.


Τέλος, έχουν μία από τις μακροβιότερες εκπομπές στο ραδιόφωνο, τη «Solid Steel», που ξεκίνησε από τον πειρατικό βρετανικό σταθμό Kiss Fm to 1988, το 2000 μεταπήδησε στο BBC για δύο χρόνια και πλέον τη βρίσκει κανείς online.

 

Info:

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου – Gagarin 205 / Αθήνα

Special guest: Cayetano (GR)

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ