Όταν ο Simon Reynolds απάντησε στη βιντεοκλήση μου στο Λος Άντζελες, όπου μένει με τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του, ήταν μόλις 8:30 το πρωί και ακουγόταν κάπως αγχωμένος. «Πρέπει να γράψω μια κριτική για την επανέκδοση του "The queen is dead" για το "Pitchfork" και την έχω καθυστερήσει δύο μέρες» μου εξήγησε, συνεχίζοντας αμέσως μετά, «είναι κάπως περίεργο, γιατί είχα γράψει γι' αυτό την εποχή που βγήκε, αλλά είναι απίστευτο πόσο πολλά υπάρχουν ακόμη να πεις, τριάντα ένα χρόνια μετά την αρχική του κυκλοφορία». Συνειδητοποίησα πως ακόμα και ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς δημοσιογράφους, κριτικούς και αναλυτές της γενιάς του έχει πιεστικά deadlines σαν ένας κοινός θνητός. Ο 54χρονος Βρετανός θεωρείται μία από τις πιο επιδραστικές πένες της σύγχρονης μουσικής δημοσιογραφίας. Με τα γραπτά και τις ιδέες του έχει καταφέρει να αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και καταναλώνουμε τη μουσική σήμερα. Ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από το θρυλικό έντυπο «Melody Maker» γράφοντας ενθουσιώδη άρθρα για το χιπ-χοπ και τη νεο-ψυχεδέλεια, και με την έλευση των '90s άρχισε να δουλεύει ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος. Έχει αναπτύξει όρους που χρησιμοποιούνται κατά κόρον πια στον μουσικό κόσμο, όπως το post-rock και η hypnagogic pop, ενώ τα κείμενά του για τη rave κουλτούρα και το post-punk θεωρούνται θρυλικά. Σήμερα αρθρογραφεί σπανιότερα και κάθε νέο κείμενό του στο «Pitchfork», στην «Guardian» και στo «Quietus» γιορτάζεται ως ένα ξεχωριστό γεγονός από τους μουσικόφιλους. Τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά της γραφής του, δηλαδή ο τρόπος που συνδέει προσωπικές σκέψεις και πoπ γραφή με μια κριτική, φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων, αποτυπώνονται ιδανικά στα οκτώ βιβλία του, μερικά από τα οποία λογίζονται ήδη κλασικά στο είδος τους («Rip it up and start again», «Retromania» κ.ά.). Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να υπάρξει καταλληλότερος άνθρωπος για να συζητήσουμε καίρια ζητήματα, όπως η πολιτική διάσταση της μουσικής, ο τρόπος απόλαυσής της την ψηφιακή εποχή, ο ρόλος του σύγχρονου μουσικού δημοσιογράφου και πώς το δώρο της μουσικής μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή.

 

— Ας ξεκινήσουμε τη συζήτηση με το τελευταίο σας βιβλίο, το «Shock and Awe: Glam rock and it's legacy». Πιστεύετε ότι ζούμε μια glam εποχή με την έννοια ότι η ψευδαίσθηση είναι πιο σημαντική από την αλήθεια; 

Νομίζω πως ναι. Ολοκλήρωσα τη συγγραφή του βιβλίου όταν ο Ντόναλντ Tραμπ εκλέχτηκε υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ και δεν νομίζω πως ο όρος fake news χρησιμοποιούνταν τότε, όμως η μετα-αλήθεια ήταν κάτι που μόλις είχε ξεκινήσει να συζητιέται ολοένα και περισσότερο. Αν είχα γράψει το βιβλίο αυτή την περίοδο, θα είχα αναφερθεί πολύ περισσότερο στην πολιτική κατάσταση. Υπάρχουν μερικές αναφορές στον Tραμπ και στις κακόβουλες μεθόδους του. Χρησιμοποιεί ψέματα για να φανεί πετυχημένος και προσποιείται πως είναι ένας μεγάλος επιχειρηματίας που κλείνει εξαιρετικά deals. Όλα αυτά βασίζονται σε τρικ και ψέματα, άλλωστε είναι μέρος της αμερικανικής παράδοσης από την εποχή του P.T. Barnum, του ανθρώπου που επινόησε ουσιαστικά τη μοντέρνα δημοσιότητα και το hype.


Για μένα υπάρχει μια πολιτισμική αναλογία μεταξύ των ιδεών που επινοούνται στο μουσικό πoπ στερέωμα και της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας. Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που έχουν εντελώς διαφορετικό ήχο μεταξύ δύο διαδοχικών δίσκων τους, πολύ διαφορετική εικόνα, πηδάνε από τη μία περσόνα στην άλλη. Όλο αυτό βασίζεται στην ιδέα πως μια ταυτότητα είναι τεχνητή, προσωρινή και τελικά όλο αυτό μοιάζει με παιχνίδι. Στη μουσική μπορεί να έχει πλάκα, αλλά όταν το πράγμα πηγαίνει στα πολιτικά ζητήματα, καταντάει γελοίο. Το παρατηρούμε σε ανθρώπους σαν τον Tραμπ που δεν έχουν σταθερές θέσεις, ακλόνητες αξίες ή αρχές, που πέφτουν συνεχώς σε αντιφάσεις, ακόμα και κατά τη διάρκεια της ίδιας ομιλίας. Συνεπώς, θεωρώ φοβερή την ιδέα πως βρισκόμαστε σε μια καμπή της Ιστορίας όπου οι άνθρωποι επανεφευρίσκουν τον εαυτό μας συνεχώς. Π.χ. ο Tραμπ πριν από δέκα χρόνια δήλωνε δημοκράτης και ήταν φίλος με τον Κλίντον. Έχει μια πολύ χαλαρή σχέση με την αλήθεια. Όλα αυτά είναι παρεμφερή με τις glam ιδέες, τις συνεχείς αλλαγές, την απουσία συνέπειας απέναντι στον εαυτό σου και την απροθυμία να πορευτείς βάσει συγκεκριμένων αξιών.

 

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια προσωπικότητα σήμερα στην κλίμακα του Bowie, αλλά υπάρχουν καλλιτέχνες που σίγουρα θα το ήθελαν, όπως ο Kanye West. Κάνει φοβερά πειραματικά πράγματα που φλερτάρουν με τον mainstream ήχο, κάτι που έκανε και ο Bowie κάποτε.

 

— Φαίνεται, επίσης, να υπάρχει μια φυλετική επανάσταση στον μουσικό κόσμο το τελευταίο διάστημα, ειδικά στο χιπ-χοπ και την ηλεκτρονική μουσική. Παρατηρείτε κάποια ομοιότητα με την εποχή του glam;

Πράγματι, γίνεται διάλογος γύρω από τα trans θέματα και τη ρευστότητα του φύλου που διεξάγεται εδώ και καιρό, αλλά μοιάζει πιο δημοφιλές σήμερα τα άτομα να έχουν μεταβλητό φύλο ή να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως κάτι διαφορετικό από αυτό που γεννήθηκαν. Η ιδέα πως το φύλο είναι κάτι που κατασκευάζεται είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ νεαρών, μορφωμένων και προοδευτικών ατόμων. Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχει αυτή η αντίδραση και η οχύρωση γύρω από πιο παραδοσιακές, συμβατικές ιδέες για το φύλο, του τύπου «ο άντρας είναι άντρας» και «η γυναίκα, γυναίκα». Ζούμε σε περίεργους καιρούς. Υπάρχει βία, μισογυνισμός και φριχτές ιστορίες καταχρήσεων. Συνυπάρχουν πολύ ριζοσπαστικές ιδέες με πολύ συντηρητικές. Όλα αυτά είναι σαν να συμβαίνουν για πρώτη φορά, αλλά αν ψάξει κανείς τον τρόπο που ζούσαν στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης τη δεκαετία του 1920 θα διαπιστώσει ότι υπήρχε σύγχυση σχετικά με το φύλο σε ένα πιο underground επίπεδο. Υπήρχαν άνθρωποι και τότε που εξερευνούσαν τη φυλετική τους ταυτότητα. Τα πράγματα φαίνονται περισσότερο τώρα, γιατί τα βλέπουμε υπό το πρίσμα του mainstream. Έχουμε ποπ-σταρ, όπως ο Frank Ocean και η Miley Cyrus, που συζητούν τι σημαίνει να είσαι bisexual. Αυτή ακριβώς η διαφάνεια είναι που έχει προκαλέσει αυτή την οπισθοδρομική, συντηρητική αντίδραση. Τον 19ο αιώνα ο Oscar Wilde ήταν ένα δημόσιο πρόσωπο που μάλιστα εξόργιζε πολλούς αναφορικά με τέτοια ζητήματα, στα '80s είχαμε τους λεγόμενους «νεορομαντικούς» και «gender benders». Συνεπώς, είναι ένα μοτίβο που έρχεται και φεύγει με ευκολία.

 

— Ολοκληρώνετε το βιβλίο με ένα σύντομο κεφάλαιο σχετικά με τον αντίκτυπο του θανάτου του David Bowie. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός που επισημαίνετε, πως όλοι φαίνεται να θυμούνται τι έκαναν όταν συνέβη αυτό, όπως και την 11η Σεπτεμβρίου. Πιστεύετε ότι ο μουσικός κόσμος σήμερα μπορεί να μας δώσει προσωπικότητες που θα δημιουργήσουν τόσο οικουμενικές αναμνήσεις και αντιδράσεις σαν τον Bowie;

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, ίσως να συμβεί αυτό σε μερικά χρόνια από σήμερα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια προσωπικότητα σήμερα στην κλίμακα του Bowie, αλλά υπάρχουν καλλιτέχνες που σίγουρα θα το ήθελαν, όπως ο Kanye West. Κάνει φοβερά πειραματικά πράγματα που φλερτάρουν με τον mainstream ήχο, κάτι που έκανε και ο Bowie κάποτε. Ο Kanye μιλάει δημόσια για το τι σημαίνει να είσαι διάσημος και τι χρειάζεται για να είσαι σταρ και το θεωρεί σημαντικό μέρος της δουλειάς του, περίπου όπως το επιχειρούσε ο Bowie. Οι άνθρωποι που προσπαθούν να εξερευνήσουν τη ζωή ως διασημότητες είναι πιθανόν να πετύχουν αυτό που ρώτησες. Πάντως, δεν βλέπω καλλιτέχνες που σήμερα είναι ικανοί να επηρεάσουν τόσο την εποχή τους.

 

— Έχουν περάσει έξι χρόνια από το βιβλίο σας «Retromania». Πιστεύετε ότι η μουσική είναι ακόμη βυθισμένη στο παρελθόν της ή έχετε παρατηρήσει κάποια πρόοδο προς πιο καινοτόμες ιδέες;

Φαίνεται πως στα χωράφια της hip, underground μουσικής υπάρχει λιγότερη παλινδρόμηση προς το παρελθόν. Φτάσαμε στο αποκορύφωμα αυτής της κατάστασης γύρω στο 2011 με το chillwave, τη lo-fi και την hypnagogic pop, σε σημείο που ό,τι συνέβαινε στην εναλλακτική μουσική έμοιαζε να βασίζεται αποκλειστικά στο παρελθόν και να ηχεί ως φτωχή απομίμησή του. Τώρα, πια, νιώθω πως αυτό δεν συμβαίνει στον ίδιο βαθμό. Υπάρχουν, φυσικά, συγκροτήματα όπως οι Haim με τον '80s ήχο τους και οι War On Drugs που παίζουν ροκ βασισμένο στον Tom Petty και τον Don Henley, αλλά πιστεύω πως αυτά τα γκρουπ δεν προσπαθούν να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο. Εξερευνούν και μιλάνε για σύγχρονα προβλήματα και συναισθήματα, ακόμη και αν ο ήχος τους μοιάζει κάπως ξεπερασμένος.


Φυσικά, υπάρχουν ακόμη επανεκδόσεις, όπως αυτή για την οποία γράφω, το «The queen is dead», που δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έχει επανεκδοθεί. Έγραψα άλλη μία για τη δέκατη επέτειο του «Untrue» του Burial, οπότε, ναι, κοιτάμε προς τα πίσω, υπάρχει αυτό το συνεχές σκάψιμο στο παρελθόν. Οι άνθρωποι αναζητούν πολύ ψαγμένους δίσκους, ενώ ακόμα δεν έχουν ακούσει τα βασικά. Υπάρχει αυτή η μουσική αρχαιολογία και όλα όσα είχα γράψει στο «Retromania» ισχύουν ακόμη. Αλλά δεν τα νιώθω το ίδιο κυρίαρχα και καταπιεστικά όπως τότε. Υπάρχουν αρκετοί μουσικοί που προσπαθούν να ακουστούν μοντέρνοι και φουτουριστικοί. Πράγματι, έχει σημειωθεί πρόοδος ως προς αυτό το κομμάτι.


Αν έγραφα τώρα το «Retromania», θα πρόσθετα ένα ακόμη κεφάλαιο στο τέλος, που θα ήταν πιο αισιόδοξο. Θα έψαχνα να μιλήσω με ανθρώπους που δοκιμάζουν φρέσκα πράγματα, που κατασκευάζουν νέα μουσικά όργανα, που υπόσχονται βαθύτερη οπτικοακουστική αλληλεπίδραση. Θα αναζητούσα άτομα που πιστεύουν στο μέλλον και προσπαθούν να το κάνουν πραγματικότητα. Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι.

 

— Πιστεύετε πως αυτή η ψηφιακή υφή των καιρών μας έχει λειτουργήσει ζημιογόνα για τη συναισθηματική μας σύνδεση με τη μουσική;

Δεν είμαι απολύτως βέβαιος, αλλά αυτό που γνωρίζω είναι ότι το Internet με έχει κάνει να διψάω συνεχώς για νέα μουσική με έναν πολύ άσχημο τρόπο. Ψάχνω όλη την ώρα για νέους δίσκους στο αχανές Διαδίκτυο, τους οποίους τελικά μπορεί και να μην ακούσω ποτέ. Έχω ένα blog όπου μερικές φορές συνοδεύω τα άρθρα μου με βίντεο από το YouTube, τα οποία μπορεί να μην έχω ακούσει καν ολόκληρα πριν τα δημοσιεύσω. Συνεχώς κοιτάζουμε τις ειδήσεις, ανανεώνουμε το feed μας, ψάχνουμε ό,τι βάλει ο νους μας στο YouTube και συνεχώς λαχταράμε το καινούργιο, χωρίς να μας έχει λείψει το παλιό. Δεν θέλω να ακουστώ σαν αυτούς τους τύπους που αναπολούν την εποχή τους, αλλά, ναι, στη δική μας άκουγες κάτι αρκετές φορές ακόμα και αν δεν σου άρεσε, επειδή ακριβώς το είχες αγοράσει και ήθελες να βγάλεις κάποιο νόημα, να συνειδητοποιήσεις έστω γιατί δεν σου αρέσει.


Είναι αυτό που ονομάζουν κάποιοι «αντιστροφή των πραγμάτων». Όταν τα πράγματα δεν κοστίζουν και όλοι έχουν πρόσβαση στα πάντα, η δέσμευση απέναντι στο οτιδήποτε χαλαρώνει εντυπωσιακά. Στη μουσική το συνειδητοποιείς αυτό όταν ακούς ένα κομμάτι και το σταματάς πριν να φτάσει στη μέση για να ακούσεις το επόμενο. Ίσως να υπήρχε κάτι ενδιαφέρον, αλλά ποτέ δεν θα το μάθεις αν δεν το ακούσεις ολόκληρο. Το άλλο που συμβαίνει είναι πως όταν ακούς μουσική στο Internet, το πιο πιθανό είναι να κάνεις κι άλλες δουλειές ταυτόχρονα, π.χ. απαντάς στα mails σου, διαβάζεις τα νέα, κατεβάζεις άλλη μουσική, μπορεί ακόμα και να βλέπεις βίντεο στο YouTube χωρίς ήχο. Η σκέψη μοιράζεται προς διάφορες κατευθύνσεις – νομίζω πως ονομάζεται διαταραχή ελλειμματικής προσοχής. Θυμάμαι ότι υπήρξαν μέρες που ένιωσα πολύ άσχημα που κατέβασα παράνομα δίσκους κι άλλες που ένιωσα ένα είδος εξάντλησης που δεν είχα βιώσει ποτέ στο παρελθόν.


Συνεπώς, αισθάνεσαι ότι είσαι υπερβολικά απασχολημένος, αλλά στην ουσία δεν κάνεις τίποτα. Έχουμε χάσει την ικανότητα να κάνουμε υπομονή περιμένοντας κάτι. Όταν η «πείνα» γι' αυτό συσσωρεύεται τόσο έντονα, το μυαλό σκέφτεται μόνο πώς θα την ικανοποιήσει. Ακόμα και στις συναυλίες οι θεατές στέλνουν μηνύματα, τραβάνε φωτογραφίες και ανεβάζουν συνεχώς stories, χωρίς να επιτρέπουν στον εαυτό τους να παρασυρθεί από το γενικότερο αίσθημα. Η ψηφιακή κουλτούρα θολώνει το αληθινό βίωμα.

 

 Τώρα που υπάρχει τόση μουσική και ελάχιστος χρόνος για να την ακούσουμε ολόκληρη, οι ακροατές θέλουν να νιώθουν πως ο χρόνος που επενδύουν στην ακρόαση είναι πολύτιμος και ουσιαστικός. Φωτο: Ivan Moreno
Τώρα που υπάρχει τόση μουσική και ελάχιστος χρόνος για να την ακούσουμε ολόκληρη, οι ακροατές θέλουν να νιώθουν πως ο χρόνος που επενδύουν στην ακρόαση είναι πολύτιμος και ουσιαστικός. Φωτο: Ivan Moreno

 

— Θεωρείτε πως η κουλτούρα του vintage και του ρετρό, δηλαδή η «χίπστερ κουλτούρα», έχει βλάψει τη μουσική; 

Δεν έχω αδιάσειστα στοιχεία για να το αποδείξω, πρόκειται περισσότερο για την αίσθηση πως όλο αυτό που συμβαίνει με τα βινύλια μοιάζει περισσότερα με μόδα. Και το λέω αυτό επειδή από τη μια σχεδόν όλες οι εκδόσεις βινυλίων έρχονται με έναν κωδικό για το κατέβασμα του δίσκου από το Διαδίκτυο, ένδειξη πως τα άτομα που αγοράζουν βινύλια το κάνουν για να υποστηρίξουν αυτή την αγορά, από την άλλη όμως ακούνε τα αρχεία στο τηλέφωνο και στο laptop τους. Οι δισκογραφικές εταιρείες δεν θα παρείχαν τους κωδικούς αν δεν τους ζητούσαν οι καταναλωτές. Αυτή η κίνηση μοιάζει με ένα περίεργο παιχνίδι. Ειδικά στους νέους φαίνεται παράξενο και αστείο το να αγοράσουν πικάπ, να χρησιμοποιούν αυτήν τη μηχανική συσκευή και να έχουν μια συλλογή από όμορφα στην όψη βινύλια.


Δεν νομίζω πως αυτή η κουλτούρα είναι πραγματική. Τα βινύλια είναι πανάκριβα, η τιμή τους είναι παράλογη. Κάποτε ήταν σε κανονικά επίπεδα και πολλοί τα αγόραζαν, κάνοντάς τα μέρος της ζωής τους. Τώρα πια δεν ξέρω πολλούς που έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν δίσκους σε σταθερή βάση. Θεωρώ πως η σύγχρονη κουλτούρα του βινυλίου είναι ένα σπορ της μεσαίας και της ανώτερης τάξης και στο μυαλό τους είναι συνυφασμένη με τα προϊόντα ντόπιας παραγωγής, τα βιολογικά φρούτα, το τυρί χωρίς λιπαρά. Θεωρείται, με λίγα λόγια, είδος πολυτέλειας. Είναι κάτι που θεωρητικά χτίζεται ως τάση με τον ίδιο τρόπο που έγιναν μόδα η υγιεινή διατροφή, το πρωινό τρέξιμο και οι νέες σειρές του Netflix. Επίσης, πολλές νέες εκδόσεις βινυλίων ακούγονται χάλια σε σχέση με αυτές των CDs. Συνεπώς, θεωρώ πως είναι ένα είδος μόδας, ένα κενό νεύμα στις ημέρες που το βινύλιο ήταν όντως ο μοναδικός τρόπος να ακούσει κανείς μουσική.

 

― Την εποχή της απεριόριστης πρόσβασης στην πληροφορία, των social media και των υπηρεσιών streaming, των ανθρώπων με τα πολλαπλά ερεθίσματα που εμπιστεύονται το δικό τους γούστο, ποιος είναι ο ρόλος ενός μουσικού δημοσιογράφου και κριτικού;
Όταν άρχισα να διαβάζω μουσικό Τύπο, οι μουσικοί δημοσιογράφοι είχαν πρόσβαση στη μουσική πριν από τους αναγνώστες και συνήθως ο αναγνώστης δεν διέθετε πολλά χρήματα, οπότε έπρεπε να εξετάσει πολύ προσεχτικά τι θα αγοράσει. Οι κριτικοί ήξεραν τι κυκλοφορούσε και είχαν το προνόμιο να ακούνε περισσότερη μουσική από τους αναγνώστες, όποτε λειτουργούσαν ως οδηγοί τους. Οι καλύτεροι από τους κριτικούς βέβαια είχαν κι άλλες δεξιότητες: ήταν γεμάτοι ιδέες, ιδιαίτερα εφευρετικοί, διορατικοί και χαρισματικοί, έγραφαν με έναν ζωντανό, διασκεδαστικό, διακριτό τρόπο που ξεχώριζε από αυτό των συναδέλφων τους. Επίσης, είχαν πολύ καλό γούστο, με την έννοια πως ποτέ δεν πρότειναν κάτι που θα απογοήτευε τον αναγνώστη τους. Επιπλέον, είχαν τις ιστορικές γνώσεις για να ενώσουν το παρελθόν με το παρόν και να δώσουν μια εικόνα για το μέλλον. Αυτός ήταν ο ρόλος των καλύτερων κριτικών. Όταν έγινα εγώ κριτικός, έστρεψα πολύ κόσμο στους δίσκους και τις μπάντες που γούσταρα περισσότερο. Είχα τη δυνατότητα να ακούω πολλούς δίσκους, αλλά ένας μέσος αναγνώστης είχε την ευχέρεια να αγοράζει το πολύ έναν-δύο την εβδομάδα. Βασιζόταν πάνω σου. Τώρα όλοι μπορούν να ακούσουν τα πάντα, συνήθως δωρεάν. Δεν υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που να διαβάζουν ακόμα κριτικές και να ψάχνουν νέα πράγματα με παλιομοδίτικο τρόπο. Οπότε, η βασική λειτουργία ενός κριτικού, τουλάχιστον αυτή που αναζητώ και εγώ ως αναγνώστης, είναι να δίνει μια οπτική των πραγμάτων που δεν είναι εμφανής σε πρώτη ανάγνωση και κυρίως να είναι ικανός να δημιουργεί μοτίβα με σκοπό την οργάνωση του χάους της σημερινής μουσικής πραγματικότητας προς όφελος του ακροατή. Τώρα που υπάρχει τόση μουσική και ελάχιστος χρόνος για να την ακούσουμε ολόκληρη, οι ακροατές θέλουν να νιώθουν πως ο χρόνος που επενδύουν στην ακρόαση είναι πολύτιμος και ουσιαστικός.


Κάποτε έκανα και τα δύο: σχημάτιζα μοτίβα, εντόπιζα ίχνη που θα με οδηγούσαν στην αναγνώριση του post-rock και παράλληλα ήμουν ένας οδηγός για το τι πρέπει να ακούσει κανείς και τι να αποφύγει. Τώρα, όλο το νόημα βρίσκεται στην αναγνώριση των μοτίβων. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει ξεχωρίσει μερικούς από τους πιο ενδιαφέροντες δημοσιογράφους των τελευταίων δέκα χρόνων, όπως ο Mark Fisher και ο Anton Harber. Δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι πια. Οι κριτικοί μπορούν επίσης να κατανοήσουν βαθιά έναν δίσκο και να γράψουν γι' αυτόν ή να φτιάξουν ένα πολύ επαγγελματικό προφίλ ενός καλλιτέχνη, δημιουργώντας μια ωραία ιστορία με τις κατάλληλες ερωτήσεις. Αυτό πρέπει αναμφίβολα να γίνει, αλλά δεν είναι τόσο ουσιαστικό όσο το να εντοπίσεις τα μοτίβα, να ανιχνεύσεις τα στοιχεία που συσσωρεύονται και δημιουργούν σχηματισμούς, κινήματα, σκηνές και ολόκληρα μουσικά είδη. Θα ήθελα να ξέρω τι σημαίνουν όλα αυτά, αν σημαίνουν κάτι τέλος πάντων.

 

— Μετά από όλα αυτά τα χρόνια που έχετε περάσει βυθισμένος στο μουσικό σύμπαν, ποια είναι η καλύτερη απάντηση που έχετε πάρει από τη μουσική;

Απαντάω εν μέρει σε αυτή την ερώτηση στο τέλος του βιβλίου μου «Totally Wired», στο οποίο γράφω πως το post-punk μπορεί να μην άλλαξε τον κόσμο αλλά άλλαξε τη μουσική, βρίσκοντας τη θέση του στο mainstream, «καθαρίζοντάς» το. Αυτό που είχε πραγματικά σημασία όμως ήταν η διανοητική διέγερση που μου πρόσφερε το post-punk την ώρα που συνέβαινε. Χρησιμοποιώ μια παλιομοδίτικη βρετανική λέξη για να περιγράψω όλο αυτό, το «quickening». Είναι ένα είδος εσωτερικής έντασης, ζωντάνιας, όρεξης για ζωή και πνευματικής διαύγειας που δεν φαίνεται με κάποιον σωματικό τρόπο. Το «quickening» μπορεί να προέλθει από την ίδια τη μουσική, από τη συζήτηση και τα επιχειρήματα γύρω από τη μουσική και στο τέλος μένεις με την αίσθηση πως πνευματικά έχεις προχωρήσει. Δικαιολογεί, κατά κάποιον τρόπο, όλη αυτή την ενέργεια που κάνει τα πράγματα να έχουν αξία. Νιώθεις ζωντανός, συνδέεσαι με ανθρώπους, με ιδέες, η μουσική βγάζει νόημα, όλα χτίζονται και κάποια στιγμή απλώς εξαντλούνται, συνήθως όταν όλες οι μουσικές ιδέες βρίσκονται σε αδιέξοδο, όταν όλες οι πιθανότητες και οι ήχοι μιας συγκεκριμένης εποχής «καίγονται» από την κατάχρηση, και μετά βουτάς στην κατάθλιψη για κάποιο διάστημα.


Κάποιοι άνθρωποι λένε πως το βιβλίο μου «Retromania» είναι καταθλιπτικό, αλλά η συγγραφή του μου έδωσε ένα ισχυρό «quickening» γιατί ήταν πολύ απαιτητικό στη σύλληψη και στην εκτέλεσή του. Μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι έχουν αυτήν τη γνώμη, αλλά εγώ δεν συμφωνώ, καθώς είχα αυτή την ενέργεια που προκαλούν το άγχος και η έξαψη της συγγραφής. Οι καλύτεροι μουσικοί είναι ικανοί να προσφέρουν κάτι τέτοιο, π.χ. ο Morrissey, που, εκτός από τη μουσική του και τις όμορφες ιδέες του, συνεχώς σκαρφίζεται αυτές τις εκφράσεις που σε ηλεκτρίζουν συναισθηματικά και εγκεφαλικά. Οπότε, ναι, το «quickening», ως δύναμη ζωής, είναι η καλύτερη απάντηση που μου έδωσε ποτέ η μουσική.