Η απελευθέρωση της πληροφορίας, η απεριόριστη πρόσβαση στο σύνολο της ηχογραφημένης μουσικής και οι νέες τεχνολογίες έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ανάδυση νέων ηχητικών τάσεων και κινημάτων, στην ανακατανομή της εξουσίας από τις δισκογραφικές στις εταιρείες streaming και στη ριζική αλλαγή της διαπραγματευτικής θέσης του ακροατή. Αυτό το ρευστό και έκρυθμο τοπίο έχει δώσει κίνητρο σε δημοσιογράφους, κριτικούς τέχνης, ιστορικούς αναλυτές αλλά και μουσικούς να καταπιαστούν με τον αντίκτυπο που έχουν οι ενδιαφέρουσες εξελίξεις τόσο στο κοινωνικό σύνολο όσο και στην εμπειρία της προσωπικής ακρόασης. Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα πέντε βιβλία που έχουν εκδοθεί τη δεκαετία που διανύουμε, οι συγγραφείς των οποίων αντικρίζουν από διαφορετική οπτική τη νέα αυτή εικόνα του μουσικού σύμπαντος.

 

Retromania

του Simon Reynolds (Faber 2012)

Είναι το βιβλίο που καταγράφει, διαυγέστερα από οποιοδήποτε άλλο, τη μεγαλύτερη παθογένεια της μουσικής σήμερα: τον εθισμό της στο ίδιο της το παρελθόν. Ο επιδραστικός Βρετανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και μουσικός αναλυτής Simon Reynolds επιχειρηματολογεί υπέρ αυτής της κεντρικής ιδέας μέσα από μια πληθώρα παραδειγμάτων και θεωριών που προέρχονται από τον κόσμο της πoπ κουλτούρας, της μόδας, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής επιστήμης, έτσι ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως οτιδήποτε συμβαίνει στη μουσική σήμερα αποτελεί ουσιαστικά μια αναδιάταξη στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες, στο «τώρα», στο «τότε» και στο «αύριο», μέσω των οποίων συντίθενται τα μέρη που οδηγούν στο τελικό του εύρημα. Στο «τώρα», για παράδειγμα, διερευνάται το φαινόμενο της διαστρεβλωμένης μνήμης λόγω του YouTube, της συλλεκτικής μανίας των σύγχρονων ανθρώπων και της διεθνούς αυτοκρατορίας του ρετρό και του vintage. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το πρώτο κεφάλαιο της τρίτης ενότητας, στο οποίο ο Reynolds εξηγεί και αναλύει τον όρο της «στοιχειολογίας», πώς δηλαδή το παρόν και το μέλλον της ηχογραφημένης μουσικής μπορεί να αποτελεί το άθροισμα παρελθοντικών σεναρίων που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Η αναγνωστική εμπειρία κορυφώνεται όταν η γραφή παίρνει έναν πιο βιωματικό χαρακτήρα. Σε μία από αυτές τις απολαυστικές στιγμές ο συγγραφέας αναπολεί τα εφηβικά του χρόνια στο σαλόνι του σπιτιού του, όπου η λέξη «βαρεμάρα» σήμαινε έλλειψη εναλλακτικών και ενείχε μια αίσθηση ανεμελιάς. Αντιθέτως, σήμερα την έχουμε ταυτίσει με τον κορεσμό λόγω της πληθώρας ερεθισμάτων, τη διάσπαση της προσοχής από την υπερπληροφόρηση και την αδυναμία συγκέντρωσης λόγω υπερέντασης. Συνεπώς, είναι ένα ανάγνωσμα που απευθύνεται σε όλους τους ανήσυχους μουσικόφιλους που αναζητούν τροφή για σκέψη αλλά και απαντήσεις γι' αυτή την εσωτερική πάλη που βιώνουν ανάμεσα στην παλιά και στην καινούργια μουσική.

 

How music got free

του Richard Stephen Witt (Viking 2015)

Το συγκεκριμένο βιβλίο μοιάζει περισσότερο με αστυνομικό μυθιστόρημα παρά με μουσική μελέτη. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος ξεδιπλώνει με μαεστρία το κουβάρι της ιστορίας της απελευθέρωσης της πληροφορίας στη μουσική με μια εντυπωσιακά ζωντανή αφήγηση, αποτέλεσμα σχολαστικής και παραδειγματικής δημοσιογραφικής έρευνας χρόνων στα άδυτα των διεργασιών που γέννησαν την πειρατεία. Τα γεγονότα εξιστορούνται ουσιαστικά μέσα από τις εκτεταμένες συνεντεύξεις των τριών βασικών πρωταγωνιστών της περιόδου. Ο Karlheinz Brandeburg είναι μια μαθηματική διάνοια που ανέπτυξε το πρώτο MΡ3 αρχείο στη Γερμανία αλλά και το πρώτο MΡ3 player, το οποίο μάλιστα απορρίφθηκε από τη Phillips το 1995 ως μη αξιοποιήσιμο εμπορικά προϊόν. Ο δεύτερος χαρακτήρας είναι ο Doug Morris, ο οποίος τα χρόνια των εξελίξεων που μας ενδιαφέρουν κρατούσε τα ηνία της Universal. Μπορεί οι πωλήσεις των CDs να έπεφταν συνεχώς λόγω των παράνομων downloads, ωστόσο ο επιχειρηματίας κατάφερε να προσαρμοστεί πλήρως στα νέα δεδομένα, να ελέγξει τα κανάλια και τους ρυθμιστές της καινούργιας πραγματικότητας αλλά και να οδηγήσει τη Universal στη νέα, ψηφιακή εποχή της. Τρίτη και πιο συναρπαστική είναι η περιπέτεια του Dell Glover, ενός φαινομενικά απλού τύπου, ο οποίος δούλευε στο τεχνικό τμήμα μιας δισκογραφικής. Ο Glover, οργανώνοντας μαζί με άλλους συνεργάτες το σατανικό του σχέδιο, έκλεβε αντίτυπα δίσκων που ακόμα δεν είχαν κυκλοφορήσει και τα ανέβαζε στο Διαδίκτυο σε μια μυστική ομάδα που ονομαζόταν «Η σκηνή». Μέσα σε μία δεκαετία είχε πραγματοποιήσει τη διαρροή περισσότερων από 20.000 δίσκων και άνοιξε μια και καλή τις πύλες για την παράνομη, ψηφιακή διακίνηση μουσικής. Το εντυπωσιακό της υπόθεσης είναι πως όλη αυτή η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Αυτό που μοιάζει στην αρχή με σενάριο μιας πολύ καλογραμμένης ταινίας μυστηρίου εξελίσσεται τελικά στην πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα με τα torrents, τις πλατφόρμες ελεύθερης διακίνησης μουσικής και την ανεμπόδιστη πρόσβαση σε άπειρα bytes με μουσικό περιεχόμενο.

 

 

How music works

του David Byrne (McSweeney's 2012)

O David Byrne είναι ο εγκέφαλος των Talking Heads, ενός εκ των σημαντικότερων συγκροτημάτων της μουσικής ιστορίας. Βασιζόμενος στις δισκογραφικές του εμπειρίες, μέσα από την μπάντα του και τις μετέπειτα προσωπικές του δουλειές με σπουδαίους συνεργάτες, επιχειρεί να εκφράσει τις ιδέες του σχετικά με τη σημασία της επίδρασης του χώρου και του χρόνου στο ηχητικό αποτύπωμα αλλά και τον τρόπο που οι νέες τεχνολογίες ηχογράφησης έχουν επηρεάσει τη σχέση μας με την τέχνη της μουσικής. Υιοθετώντας μια χαλαρή γραφή, εξηγεί πώς ακόμα και η μουσική παραγωγή ακολουθεί μοτίβα, από τα οποία δεν μπόρεσε να ξεφύγει ούτε ο ίδιος. Χάρη στα ποικίλα ερεθίσματα και την πολύπλευρη προσωπικότητά του, χρησιμοποιεί πολλά σημεία αναφοράς για να αναπτύξει τις σκέψεις του. Από τη Νέα Υόρκη και τους Talking Heads ταξιδεύουμε σε χωριά της Αφρικής και από τις όπερες καταλήγουμε στο σημερινό στούντιο όπου ηχογραφεί. Όλα αυτά για να οδηγηθεί σε ένα βιωματικό συμπέρασμα, πως η μουσική είναι το βασικότερο μέσο για την επικοινωνία με το περιβάλλον αλλά και πως παράλληλα αντανακλά την κατάσταση της εκάστοτε κοινωνίας. Ένας οδηγός χρήσης του μουσικού χάους της εποχής μας μέσα από τη ματιά ενός χαρισματικού μουσικού.

 

Hold Tight

του Jeffrey Boakye (Influx Press 2017)

H grime είναι ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά ρεύματα που έχει γεννήσει το Ηνωμένο Βασίλειο την τελευταία δεκαετία. Είναι ένας συνδυασμός διαφόρων βρετανικών τάσεων ηλεκτρονικής μουσικής και hip-hop. Για πολύ καιρό ενδιέφερε μόνο την underground κουλτούρα, αλλά μετά τη βράβευση του τελευταίου δίσκου του grime μουσικού Skepta με Mercury Prize το ηχητικό αυτό παρακλάδι άρχισε να βρίσκει τον δρόμο του προς ένα mainstream ακροατήριο. Στο «Hold Tight», ο νεαρός Βρετανός μουσικόφιλος, παρά δημοσιογράφος, Jeffrey Boakye αναλύει το φαινόμενο της grime μέσα από 50 κομμάτια-σταθμούς στην εξέλιξή του. Δεν είναι όμως τόσο μια αυστηρή, μουσικολογική προσέγγιση όσο ένα αστείο, βιωματικό σημειωματάριο του συγγραφέα, ο οποίος εκμεταλλεύεται τη «ζωντανή» γραφή του για να θίξει κοινωνικά θέματα που συνδέονται άμεσα με τη μαύρη μουσική κουλτούρα της Μεγάλης Βρετανίας, όπως η παραμέλησή της από τα media και ο ανδροκρατούμενος χαρακτήρας της. Το βιβλίο αναδεικνύεται σε ένα αποκαλυπτικό, απαραίτητο και τελικά συγκινητικό ανάγνωσμα για ένα από τα πιο σημαντικά μουσικά κινήματα της διαδικτυακής εποχής.

 

The second sound

των Julia Eckhardt και Leen de Graeve (Umland Editions 2017)

Η έκδοση αυτή αποτελεί μια συλλογή από φανταστικές συζητήσεις μεταξύ μουσικών και παραγωγών πάνω στο νόημα της αφηρημένης τέχνης. Μέσα από αυτούς τους άλλοτε πνευματώδεις και άλλοτε κυνικούς διάλογους οι δυο συγγραφείς προσπαθούν να απαντήσουν στο κεντρικό ερώτημα που θέτει το βιβλίο: «Κάνει η ίδια η τέχνη φυλετικές διακρίσεις ή εμείς της έχουμε προσδώσει φυλετικό χαρακτήρα;». Έχοντας ως εφαλτήριο την ιδέα πως η μουσική βιομηχανία προβάλλει περισσότερο άνδρες καλλιτέχνες, το βιβλίο εξετάζει τους λόγους για τους οποίους οι γυναίκες και o LGBTQ πληθυσμός δεν έχουν τις ευκαιρίες που τους αναλογούν στη σημερινή μουσική πραγματικότητα. Η πατριαρχική δομή της κοινωνίας είναι απλώς ένα σύμπτωμα ή ο βασικός λόγος; Ένα ανάγνωσμα για μουσικόφιλους με ανησυχίες που δεν περιορίζονται στο ηχητικό σκέλος της τέχνης αλλά πηγαίνουν και λίγο παρακάτω, στις κοινωνικές προεκτάσεις και στις συνέπειές τους στο μουσικό στερέωμα.