Το 1962 ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής, 22 ετών τότε, γνώρισε μέσω του Κώστα Βρεττάκου, δύο νέους ποιητές - στιχουργούς: Τον Μάνο Ελευθερίου και τον Μιχάλη Παπανικολάου. Λίγα χρόνια μετά, καλοκαίρι του '65, τον επισκέφτηκαν οι δυο τους στο σπίτι του στην Τριβωνιανού και του έδωσαν στίχους τους προς μελοποίηση. Ο Παπανικολάου συγκεκριμένα έδωσε στον Λεοντή τρία στιχουργήματα, μεταξύ των οποίων ήταν ''Η μοναξιά του φαροφύλακα'' που δεν μελοποιήθηκε και το ''Που να χωρέσει τ' όνειρο'', το οποίο έμελλε να γίνει ένα από τα ωραιότερα και κλασικά μέχρι σήμερα ελληνικά λαϊκά τραγούδια. Εντάχθηκε στον περίφημο κύκλο τραγουδιών ''Ανάσταση ονείρων'' το 1966 με το επιτυχημένο ντουέτο της εποχής, Βαγγέλη Περπινιάδη και Ρία Νόρμα - ένα έργο σε στίχους βασικά του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Φανερά επηρεασμένοι από τα κοινωνικά λαϊκά τραγούδια του Τάσου Λειβαδίτη και του Μίκη Θεοδωράκη, ο Παπανικολάου με τον Λεοντή παρέδωσαν από κοινού το δικό τους τραγούδι με τη γνώριμη για τα χρόνια εκείνα θεματολογία: Την ελπίδα του φτωχού και καταφρονεμένου Έλληνα που προσδοκά σε ένα καλύτερο αύριο. Η αλήθεια είναι, όμως, πως αυτό το ''καλύτερο αύριο'', η αισιόδοξη δηλαδή πλευρά των πραγμάτων, οφειλόταν στον συνθέτη και όχι στον στιχουργό του κομματιού. Είναι μια ιστορία που ελάχιστοι γνωρίζουν και που μοιράστηκε μαζί μας ο Χρήστος Λεοντής αποκλειστικά για το LIFO.gr:

Ο Μιχάλης, παρά το χιούμορ και την εξωστρέφεια του, ήταν ένας μάλλον απαισιόδοξος άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο που από τότε, που ήμασταν νέα παιδιά, μέχρι πριν λίγους μήνες, που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, ακουγόταν σαν άρρωστος. Όλο ''Δεν είμαι καλά'' σου έλεγε και το μόνο που μπορούσες να του απαντήσεις ήταν ένα ''Καλά, καλά''...Είχα θεωρήσει τον στίχο του, ''Και τ' αύριο ολόιδιο σαν το χθες για μας τους δυο'' από την ''Ανάσταση ονείρων'', τρομερά πεσιμιστικό. Του τον άλλαξα ως ''Και τ' αύριο πιο καλό απ' το χθες για μας τους δυο'' κι έτσι τραγουδήθηκε στο δίσκο. Δεν είχε ενοχληθεί, ήταν άλλωστε και το πρώτο του τραγούδι, και αντίθετα χαιρόταν όταν ερχόταν και με έβλεπε να διευθύνω την ορχήστρα του ΕΙΡ. Ενδεικτικό είναι επίσης πως πριν μερικά χρόνια που έδωσα μια συναυλία με έργα μου στην Κηφισιά, ο Μιχάλης ήταν εκεί και του έκανα μια πλάκα: Ζήτησα από το κοινό να ψηφίσει ποια απ' τις δύο βερσιόν του τραγουδιού ήθελε ν' ακούσει, με τους αρχικούς στίχους του σε εκείνο το σημείο ή με τους δικούς μου. Το κοινό διάλεξε τελικά τους δικούς μου, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τη δημιουργία του ''Που να χωρέσει τ' όνειρο''. Ο θάνατος του Μιχάλη με τάραξε όσο κι αν σκληραίνουμε μεγαλώνοντας, όσο κι αν θέλουμε να αποστασιοποιηθούμε από τις απώλειες. Ο Μιχάλης ήταν η νιότη μου...


Για την ιστορία να πούμε ότι το ''Που να χωρέσει τ' όνειρο'' ξέφυγε από τα πλαίσια του λαϊκού τραγουδιού του '60 και ηχογραφήθηκε με τις φωνές ακόμη των ''νεοκυματικών'' Γιώργου Ζωγράφου - Αλέκας Μαβίλη, του Γιάννη Θωμόπουλου, αλλά και του Δημήτρη Μητροπάνου από τη συμμετοχή του στη συναυλία του Λεοντή στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 2005.

 

 


Αν όμως το ''Που να χωρέσει τ' όνειρο'' ήταν το πρώτο τραγούδι με στίχους του Μιχάλη Παπανικολάου, το ίδιο ακριβώς διάστημα η θέση του στην ελληνική μουσική θα ήταν σαφώς πιο αναβαθμισμένη αν έβγαινε ένα άλλο ολοκληρωμένο έργο του Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο σταμάτησε η δικτατορία. Επρόκειτο για τον κύκλο ''Η ηλικία της γειτονιάς μου'' που έγραψε ο Θεοδωράκης για τη φωνή της Μαρίζας Κωχ και που παρουσιαζόταν στις αρχές του 1967 στη μπουάτ ''Τζάκι''. Ανασύρω τη μαρτυρία της Κωχ από συνέντευξη που μου είχε δώσει τον Δεκέμβριο του 2005 για το τεύχος 20 του περιοδικού ''Μετρονόμος'':

Το φθινόπωρο του '66 βρέθηκα στο ''Τζάκι'' με όλους τους μουσικούς του Μίκη, τον Διδίλη, τον Καρνέζη, τον Παπαδόπουλο και τη Μαρία Φαραντούρη που μόλις είχε ηχογραφήσει το ''Μαουτχάουζεν'' και το παρουσίαζε. Ο Μίκης ήταν πολύ απασχολημένος με τους Λαμπράκηδες και δεν έπαιζε στο πρόγραμμα. Πολλές φορές ερχόταν, μας έφερνε μερικά τραγούδια, κάναμε μια μικρή πρόβα μετά το τέλος της παράστασης, μας τα άφηνε κι έφευγε. Είχαμε ήδη μπει στην άνοιξη του 1967 κι εγώ έλεγα τρία - τέσσερα τραγούδια του, γραμμένα για τη φωνή μου. Ήταν σε στίχους ενός νέου ποιητή, του Μιχάλη Παπανικολάου, που δεν τα είχε ολοκληρώσει ακόμη σαν κύκλο τραγουδιών και που ήθελε να τα ονομάσει ''Η ηλικία της γειτονιάς μου''. Τη νύχτα της 21ης Απριλίου 1967 είχαμε τελειώσει την παράσταση κι ήμασταν όλοι έξω. Μας λέει ο Μίκης: ''Ησυχία!'', στήνει τ' αυτί του, και μετά: ''Αυτός ο ήχος είναι από τανκς! Φύγετε όλοι, σκορπίστε και αν δείτε τη Μυρτώ, πείτε ότι θα της δώσω εγώ σινιάλο''! Εκείνος τράβηξε προς τα πάνω, Κολωνάκι, τα τανκς πρέπει να ήταν στο Χίλτον κοντά. Χωρίσαμε όλοι εκεί, η Μαρία προς τη Νέα Ιωνία κι εγώ για το Μπραχάμι, όπου έμενα τότε. Οι παρτιτούρες από την ''Ηλικία της γειτονιάς μου'' έμειναν μεσ' στη μπουάτ, πάνω στο αναλόγιο, και κανείς μας δεν τις ξανάδε. Το έργο ξεχάστηκε τελείως, το ξέχασε κι ο ίδιος ο Μίκης, το ξέχασα κι εγώ, που μετά βίας σήμερα προσπαθώ να θυμηθώ τα τραγούδια του...


Ευτυχώς, όμως, που μία δεκαετία αργότερα ο Γιώργος Παπαστεφάνου με τις τηλεοπτικές Μουσικές Βραδιές του διέσωσε ένα απ' τα τραγούδια του μηδέποτε πραγματοποιηθέντος αυτού έργου του Μίκη Θεοδωράκη: Το ''Η Περσεφόνη η Πατρινιά'', έτσι όπως το τραγούδησαν μπροστά στο φακό της ΕΡΤ η Μαρίζα Κωχ με τον τότε στενό συνεργάτη της, Θανάση Γκαϊφύλλια.

 

Μαρίζα Κωχ & Θανάσης Γκαϊφύλλιας

 

Για όλα τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 2009 που είχα συναντήσει τον Μιχάλη Παπανικολάου σε μια μουσικοποιητική βραδιά στο ''Nosotros'' των Εξαρχείων, ο στιχουργός αντιμετώπιζε με χιούμορ, αν και στην πραγματικότητα το έφερε βαρέως, που δεν κυκλοφόρησε εκείνη η συνεργασία του με τον Θεοδωράκη και την Κωχ. ''Δε βαριέσαι'' τον θυμάμαι να μας λέει ενόσω τα πίναμε με τον Μπαμπασάκη στο μπαρ του ''Nosotros'', ''στράφηκα αποκλειστικά σχεδόν στον κινηματογράφο για να το ξεχάσω κι εγώ τότε''...


Και τι καλά να λέμε σήμερα που ο Παπανικολάου έκανε κινηματογράφο, εφόσον ναι μεν το 1968 σκηνοθέτησε το κοινωνικό δράμα ''Συννεφιασμένοι ορίζοντες'' με τη Μάρθα Βούρτση και τον Αλέκο Αλεξανδράκη (στην ταινία ακούστηκαν υπέροχα λαϊκά τραγούδια των Γιώργου Ζαμπέτα, Γιάννη Καραμπεσίνη, Χρήστου Λεοντή), η χρονιά του ήταν όμως το 1969 με την 20λεπτη μικρού μήκους ταινία του, ''Μήδεια 70'', στην οποία πρωταγωνιστούσαν η Μαριέττα Ριάλδη, η Δώρα (ως Ντόρα) Σιτζάνη και ο Χρήστος Καλαβρούζος. Μεσ' στη ''Μήδεια 70'' ακουγόταν και το ''Που να χωρέσει τ' όνειρο'', ενώ θα θυμάμαι πάντα τον Παπανικολάου να μου λέει πως η βασική επιρροή του για την εν λόγω ταινία ήταν ο αρχαιοελληνικός μύθος, η αριστερή ιδεολογία της εποχής και το λαϊκό ποιητικό σινεμά του Πιέρ Πάολο Παζολίνι! Εδώ βλέπετε ολόκληρη την ταινία:

 



 

Την επόμενη δεκαετία η παρουσία του Παπανικολάου στη δισκογραφία περιορίστηκε στις συνεργασίες του με τον Λίνο Κόκοτο (1972) και με τον Κώστα Καπνίση (1979). Από ένα τραγούδι με τον καθένα, που ερμήνευσαν αντιστοίχως ο Δημήτρης Ζευγάς (''Ο κυρ-Διονύσης'') και ο Γιάννης Πουλόπουλος (''Αγάπη μου άργησες να'ρθείς''). Είχε προηγηθεί βέβαια ακόμη ένα τραγούδι με δικούς του στίχους σε μουσική και ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, το ''Είχε κι εκείνος μιαν αγάπη'' του 1968. Τελευταία καταγραφή της στιχουργικής του δραστηριότητας είχαμε το 2003 με δύο τραγούδια στο δίσκο ''Ονείρου γέννα'' του ''ροκά'' Γιάννη Ζαχαρόπουλου με ερμηνεύτρια τη Μαρίνα Βολουδάκη.

 

Θα τον θυμόμαστε όλοι όσοι είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε τον Μιχάλη Παπανικολάου. Κυκλοφορούσε σ' αυτή την πόλη, μοιραζόταν ιστορίες από τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κι από τον πλούσιο συγγραφικό, ποιητικό, στιχουργικό και κινηματογραφικό βίο του. Το 2013 μάλιστα είχε μιλήσει στη στήλη ΡΙΖΕΣ της LIFO.

 

Υπήρξε παντρεμένος με την Πωλίνα Γκιωνάκη, κόρη του αείμνηστου ηθοποιού Γιάννη Γκιωνάκη. Την είδηση του θανάτου του μάθαμε από τα social media και την ανάρτηση του γιου του, ηθοποιού Λευτέρη Παπανικολάου - Γκιωνάκη. Ο Μιχάλης Παπανικολάου ήταν 77 ετών.