Τι μάθαμε άραγε αυτά τα 7 χρόνια της κρίσης -και για την Ελλάδα αλλά και για τον εαυτό μας;

 

Η Αρέστια μου εμπιστεύτηκε το παρακάτω κείμενο που έγραψε για το LIFO.gr, τιτλοφορώντας τη σειρά κειμένων της «Όσα βίωσα μέσα στην προσωπική μου κρίση σε καιρό κρίσης». 

 

 

Το όχι που δε λέγεται ποτέ

Από την Αρέστια

 

Πολύς λόγος γίνεται σε όλα τα βιβλία αυτοβελτίωσης, τα σεμινάρια αυτογνωσίας και τις συνεδρίες coaching για το κουράγιο να ζητάς και το ακόμη μεγαλύτερο κουράγιο να ακούς το όχι. Δεν είναι κι άδικο, καθώς οι περισσότεροι από τις προηγούμενες γενιές ανατράφηκαν με την ιδέα να μη ζητάς γιατί αν ζητάς παραδέχεσαι την αδυναμία σου, την έλλειψη ή την ανάγκη σου. Και αυτή η παραδοχή είναι κακή για την εικόνα σου, για το ποιός είσαι και κυρίως για το ποιός πιστεύουν οι άλλοι ότι είσαι. Βρίσκω λογικό λοιπόν και απόλυτα αναγκαίο να ζητάμε, να διατυπώνουμε δηλαδή με σαφήνεια αυτό που χρειαζόμαστε, γιατί ας μη γελιόμαστε πάντα ζητάμε και ζητούσαμε, ο τρόπος είναι που διαφέρει. Αντί λοιπόν να ζητάμε εμμέσως, με χειρισμούς, με δήθεν άνεση και με σιωπές, κάπως εξοικειωθήκαμε με το να ζητάμε ευθέως και χωρίς πολλά πολλά. Και αυτή η ευθύτητα έχει τα καλά της, αποβάλλει τόνους φορτίων από πάνω σου, σε κάνει πιο ανάλαφρο στο τέλος της ημέρας. Ειδικά στην εποχή της κρίσης που όλα ήρθαν πάνω κάτω και οι κατεκτημένες -για πολλούς- ισορροπίες διαλύθηκαν. Ε πώς να μη ζητάς;

 

Ζητάμε, λοιπόν, πιο εύκολα. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα από τα διακυβεύματα της ελληνικής κρίσης εδώ και περίπου εφτά χρόνια. Το κατορθώσαμε αυτό, αν και θα έβαζα και εδώ μερικούς αστερίσκους για το πως και το πότε. Τέλος πάντων ζητάμε.

 

Στη μακρά περίοδο της προσωπικής μου δυσκολίας -λόγω επαγγελματικών, οικογενειακών και οικονομικών θεμάτων- δε μου ήταν καθόλου εύκολο να ζητήσω. Βλέπετε η ντροπή είχε χτυπήσει κόκκινο και ήταν η κυρίαρχη κατάσταση της ύπαρξης μου.

 

Το επόμενο βήμα για όλους εμάς τους ψαγμένους, ανελυμένους, θεραπευμένους (και εδώ σας κλείνω συνωμοτικά το μάτι) είναι να μάθουμε να ακούμε το όχι, γιατί σε καμία περίπτωση η δική μας νέα δύναμη στο να ζητάμε δε συνεπάγεται και μια θετική έκβαση στο εγχείρημα. Και δικαίως θα μου πείτε. Δικαίως γίνεται λόγος για την αντοχή στα δύσκολα να μπορώ να ακούω το όχι από την άλλη πλευρά, ως ανοιχτή στάση και ειλικρίνεια. Συμφωνώ και δεν έχω εδώ να σχολιάσω κάτι.

 

Το ζητούμενο στη δική μου περίπτωση -φαντάζομαι και πολλών άλλων- είναι το "όχι" εκείνο που δεν ακούστηκε ή δε γράφτηκε ποτέ και εγώ έπρεπε δια της σιωπής, απουσίας, μην πω και εξαφάνισης του Άλλου να το καταλάβω και να το αποδεχτώ. Μα τί στο καλό ζητάς θα μου πείτε.

 

Στη μακρά περίοδο της προσωπικής μου δυσκολίας -λόγω επαγγελματικών, οικογενειακών και οικονομικών θεμάτων- δε μου ήταν καθόλου εύκολο να ζητήσω. Βλέπετε η ντροπή είχε χτυπήσει κόκκινο και ήταν η κυρίαρχη κατάσταση της ύπαρξης μου. Ντρεπόμουν για αυτό που είμαι, για αυτό που έγινα, ενώ πριν ήμουν πετυχημένη, λαμπερή και αυτοδύναμη. Με ποια δύναμη θα μπορούσα να ζητήσω ανοιχτά στήριξη, να πω πως δεν είμαι καλά και δεν τα καταφέρνω, πως θέλω συμπαράσταση και βοήθεια; Πώς θα γινόταν αυτό που ποτέ δεν ήξερα να κάνω; Και μάλιστα με τόση ντροπή να με διακατέχει. Και όμως, τα κατάφερα. Η ανάγκη με εξώθησε, πήρα βαθιά ανάσα και αποφάσισα να μιλήσω σε μερικούς γνωστούς και "φίλους" για το ότι ψάχνω δουλειά ή ότι χρειάζομαι στήριξη και βοήθεια σε αυτό που κάνω και προσπαθώ να κάνω. Διόλου εύκολη διαδικασία. Το αντίθετο μάλιστα. Κατέληξε να είναι μια ακόμη κακοποιητική διαδικασία για μένα, που πολλαπλασίασε τη ντροπή μου και το αίσθημα ότι δεν αξίζω.

 

Να έχω καταθέσει με αξιοπρέπεια τη δύσκολη στιγμή μου και ο Άλλος να μην αποκρίνεται ούτε στοιχειωδώς, αυτό το επαναλαμβανόμενο γεγονός λειτουργούσε ως οδοστρωτήρας ενίοτε

 

Ενώ λοιπόν ήμουν πράγματι οπλισμένη με την ανοιχτότητα να ακούσω το όχι, καθώς δεν είχα καμία απαίτηση από κάποιον, αυτό το όχι δεν ήρθε ποτέ. Εκτός του ότι κανείς σχεδόν δε θέλησε να συνδράμει -τα δύσκολα είναι απωθητικά-, κανείς δεν απάντησε με τη δική του αλήθεια. Το όχι που έπαιρνα και δεν το έβλεπα ή δεν το άκουγα ήταν απίστευτα πληγωτικό και απαξιωτικό. Να έχω καταθέσει με αξιοπρέπεια τη δύσκολη στιγμή μου και ο Άλλος να μην αποκρίνεται ούτε στοιχειωδώς, αυτό το επαναλαμβανόμενο γεγονός λειτουργούσε ως οδοστρωτήρας ενίοτε.

 

Η ειρωνεία της εποχής μας είναι πως στα πλαίσια αυτής της επαφής με τον εαυτό, της αυτογνωσίας και όλων των ειδών coaching που έχουμε κάνει είναι πως μάθαμε να βάζουμε ακόμη πιο πολύ στο επίκεντρο τον εαυτό μου. Απλά τώρα μας έδωσαν και τα εργαλεία να το κάνουμε αυτό συγκαλυμμένα, με μια ψευδαίσθηση οριοθέτησης και μια μετά-new age επίφαση ότι η αλήθεια μου είναι πολύ σημαντική σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Δεν υπάρχει σεμινάριο να πας και να μην ακούσεις αυτό: "να ξέρεις να αποδέχεσαι το όχι. Είναι η αλήθεια του Άλλου ως απάντηση στη δική σου αλήθεια.". Και χώθηκε καθένας πιο πολύ στην τρύπα του, δηλαδή τη δική του αλήθεια, αδυνατώντας να ακούσει το φόβο και την απελπισία του άλλου, ενώ πιστεύει πως όντως είναι ανοιχτός και έχει μάθει να ακούει και να μιλάει και να σχετίζεται. Αντιθέτως έχει μάθει να απωθεί με βιαιότητα και επιδεξιότητα ο,τιδήποτε μοιάζει με δύσκολο, επειδή έτσι κάπως του εξήγησαν πως είναι το όριο. Η αλήθεια δηλαδή μπερδεύεται με αυτό που δεν μπορώ να ακούσω καθόλου, η οριοθέτηση ισοδυναμεί με απουσία και το όχι υποκαθίσταται με εξαφάνιση.

 

Να μπορώ να ακούω το όχι, προϋποθέτει πως το όχι υπάρχει και λέγεται και είναι στη σχέση. Δεν προϋποθέτει ότι εννοείται ή αποσιωπάται. Έτσι όσο οπλισμένη μπήκα σε αυτό το ντροπιαστικό παιχνίδι του ζητάω χωρίς απόκριση, τόσο αποφασισμένη βγαίνω τουλάχιστον εγώ να μπορώ να κρατάω την πιο ειλικρινή -και όχι κατ´ανάγκη "αληθινή"- στάση σε όσους μετέπειτα ζητήσουν από εμένα κάτι.