Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
27.04.2018
Περί της μούφας του «αμπεμπαμπλόμ» και άλλων λαχνισμάτων
Μ.ΗULOT

Περί της μούφας του «αμπεμπαμπλόμ» και άλλων λαχνισμάτων

Τα παιδικά τραγούδια που ξεκίναγαν με «μπουφ» έχουν κολλήσει στα 60s και όσο για τις αρχαίες ρίζες του παιδικού τραγουδιού έναρξης των παιχνιδιών είναι όλα ψεματάκια που θρέφουν την ελπίδα κάποιων για τα όσα μας συνδέουν με τους "αρχαίους ημών"

Έμαθα μετά από χρόνια που ζούσα στην άγνοια, ότι τα παιδικά μονότονα τραγουδάκια (που όμως απαγγέλλονται και δεν τραγουδιούνται) πριν την έναρξη των ομαδικών παιχνιδιών έχουν και όνομα: τα λένε λαχνίσματα.
Έμαθα μετά από χρόνια που ζούσα στην άγνοια, ότι τα παιδικά μονότονα τραγουδάκια (που όμως απαγγέλλονται και δεν τραγουδιούνται) πριν την έναρξη των ομαδικών παιχνιδιών έχουν και όνομα: τα λένε λαχνίσματα.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης με τον Κώστα Καζάκο, και όση ώρα θυμόταν την γνωριμία του με την Τζένη Καρέζη, στο μυαλό μου στροβιλιζόταν ένα ανόητο παιδικό τραγουδάκι που έλεγε «Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς, Αλίκη Βουγιουκλάκη, φτου και τα φυλάς!». Δεν το είχα ποτέ χρησιμοποιήσει, είχα να το ακούσω πολλά χρόνια και δεν υπήρχε κανένας λόγος να σφηνωθεί στο κεφάλι μου και να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σαν λούπα, ανάμεσα στις ερωτήσεις, μέχρι το τέλος της συνέντευξης. Ήταν επίμονο σε βαθμό εκνευριστικό, ακόμα πιο επίμονο και από το τραγούδι-τσίχλα που κάθε φορά που το ακούω κάνω μέρες να το ξεφορτωθώ (το Heaven Is a Place On Earth της Μπελίντα Καρλάιλ, ένα τραγούδι που έγινε ο εφιάλτης μου μέσα στα χρόνια). Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι το κουβάλησα και στο σπίτι, μέχρι αργά το βράδυ που αποφάσισα να κάνω google για να δω αν είχε αναρωτηθεί ποτέ κανείς ποιος, πώς και πότε το σκαρφίστηκε και με ποια αφορμή. Δεν βρήκα τίποτα. Βρήκα όμως ότι το χρησιμοποιούσαν –και το χρησιμοποιούν ακόμα!- παντού, από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη, για τον ίδιο λόγο: για να καθοριστεί από τη «μάνα», με κλήρο, ποιος θα τα φυλάξει στο κρυφτό.

 

Έμαθα, λοιπόν, μετά από χρόνια που ζούσα στην άγνοια, ότι τα παιδικά μονότονα τραγουδάκια (που όμως απαγγέλλονται και δεν τραγουδιούνται) πριν την έναρξη των ομαδικών παιχνιδιών έχουν και όνομα: τα λένε λαχνίσματα (από το ουσιαστικό «λαχνός»), λαγχανίσματα (από το ρήμα «λαγχάνω») ή κληρωσιές και χρησιμοποιούνται εδώ και πολλά χρόνια για να κληρωθεί η σειρά των παικτών σε ένα ομαδικό παιχνίδι. Αν εξαιρέσεις το όνομα, τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά: ο κλήρος είναι συνήθως η τελευταία συλλαβή του τραγουδιού και η διαδικασία αδιάβλητη, γιατί στα περισσότερα από αυτά υπάρχουν και ερωταποκρίσεις, έτσι είναι δύσκολο να υπολογιστεί από πριν σε ποιον θα τύχει η τελευταία συλλαβή. Όλα τα λαχνίσματα ξεκινούν με τη λέξη «μπουφ».

 

«Πολλά από τα λαχνίσματα είναι πραγματικά "καβαλιστικά" ή "μαγικά"», αναφέρει το Wikipedia. «Θα περιμέναμε φυσιολογικά, ότι ο παίκτης στον οποίο τυχαίνει η τελευταία συλλαβή θα έπαιρνε και το ρόλο για τον οποίο γινόταν λόγος. Όμως αυτό θα ήταν πολύ απλό, αντίθετα, αυτός ο παίκτης βγαίνει, και το λάχνισμα ξαναρχίζει μέχρι να μείνει ένας μόνο παίκτης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ίδιο το λάχνισμα είναι κι αυτό ένα παιχνίδι. Τα παιδιά που συμμετέχουν διασκεδάζουν με το λάχνισμα, επειδή κάθε φορά ανανεώνεται η συγκίνηση που νιώθουν πριν μάθουν σε ποιον θα πέσει η τελευταία συλλαβή. Τα λαχνίσματα είναι πολύ διαδεδομένα όχι μόνο στις πόλεις, αλλά και στην ελληνική ύπαιθρο, και τα σημαντικότερα από αυτά λέγονται πανελλαδικά. Πολλά είναι ακατανόητα, ακούγονται όμως θαυμάσια από τα παιδιά που τα διαδίδουν στα μικρότερα».

 

Δεν υπάρχουν σύγχρονα λαχνίσματα. Ή, αν υπάρχουν, δεν είναι τόσο γνωστά που να μπορούν να καταγραφούν. Τα σημερινά παιδιά τα χρησιμοποιούν, αλλά επαναλαμβάνουν τα ίδια που έλεγαν κι οι γονείς τους, ακόμα κι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους.

 

Τα περισσότερα λαχνίσματα που αναφέρει η σελίδα είναι πασίγνωστα, αλλά το πιο πρόσφατο -ως σύνθεση- είναι τουλάχιστον 50ετίας (και βάλε). Αναζητώντας πληροφορίες, επικοινώνησα με δασκάλους και φίλους που έχουν παιδιά σε μικρή ηλικία για να δω αν τα χρησιμοποιούν ακόμα κι αν υπάρχουν πιο σύγχρονες επινοήσεις. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς αν έχει γεφυρωθεί το κενό της πεντηκονταετίας που σχηματίζουν η Βουγιουκλάκη και η Καρέζη με τους σημερινούς σταρ κι αν υπάρχουν τέτοιοι που θα προκαλούσαν τα παιδιά να γράψουν τραγούδι.

 

Δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχουν και σύγχρονα λαχνίσματα. Ή, αν υπάρχουν, δεν είναι τόσο γνωστά που να μπορούν να καταγραφούν (δεν βρήκα ούτε ένα που να είναι σύνθεση του νέου αιώνα). Τα σημερινά παιδιά τα χρησιμοποιούν, αλλά επαναλαμβάνουν τα ίδια που έλεγαν κι οι γονείς τους, ακόμα κι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό: ότι τα σημερινά παιδιά παίζουν λιγότερο ομαδικά παιχνίδια; Ότι τους είναι αρκετά αυτά που έχουν βρει ήδη και δεν ενδιαφέρονται για νέα λεκτικά σκαρφίσματα; Ότι έχουν καλύτερα πράγματα να ασχοληθούν; Ότι είναι πιο έξυπνα και ένα τραγουδάκι με τα ονόματα ηθοποιών ή ακαταλαβίστικες φράσεις τους φαίνεται ανόητο (που είναι, εδώ που τα λέμε);

 

 

 

Ψάχνοντας λίγο ακόμα την ιστορία τους, έπεσα πάνω σε μια θεωρία για το Αμπεμπαμπλόμ (το πιο δημοφιλές από όλα τα λαχνίσματα, με διαφορά) που βέβαια δεν ισχύει και έχει καταρριφθεί με επιχειρήματα, αλλά έχει μια γοητεία η προσπάθεια του ανθρώπου που την επινόησε να συνδέσει οτιδήποτε με την αρχαία Ελλάδα (το «σύνδρομο Πορτοκάλος»).

 

Από εδώ.

«Παρασκευή είναι, τελειώνει η εργάσιμη εβδομάδα, καλό είναι να τελειώσει με χαμόγελο. Πριν από αρκετόν καιρό, το ιστολόγιο είχε εισηγηθεί τη θέσπιση των βραβείων Πορτοκάλος, με τα οποία θα βραβεύονται οι πιο εξωφρενικές ελληνοβαρεμένες ετυμολογήσεις. Όπως καταλάβατε, ονομάζονται έτσι προς τιμήν του Γκας Πορτοκάλος, του αξιαγάπητου ήρωα της ταινίας «Γάμος αλά ελληνικά», ο οποίος υποστήριζε ότι όλες οι λέξεις όλων των γλωσσών έχουν ελληνική προέλευση. Για παράδειγμα, θα το θυμάστε, ετυμολογούσε το κιμονό από τον χειμώνα (διότι το φοράμε όταν κρυώνουμε).

 

Το φιλόδοξο σχέδιο των βραβείων Πορτοκάλος δεν υλοποιήθηκε δυστυχώς, μια και η κρίση μάς στέρησε τους σπόνσορες, και είναι κρίμα διότι κάθε τόσο εμφανίζονται πολύ αξιόλογα δείγματα ελληναράδικης «επιστήμης», ένα από τα οποία θα σας παρουσιάσω σήμερα. Βέβαια, για να μη διαμαρτύρεται ο Καίσαρας, πρέπει να πω ότι δεν το ψάρεψα εγώ: ο φίλος Γιάννης Χάρης μού το έστειλε, και μου θύμισε ταυτόχρονα δυο ακόμα δείγματα ελληνοβαρεμένης ετυμολογίας (και τα δυο δικά του αλιεύματα) που θα τα αναφέρω έτσι σαν ορεκτικό.

 

Το πρώτο, που είχε γραφτεί σε έντυπο, αλλά το βλέπω και σε διαδικτυακό φόρουμ, είναι ότι η φράση «κου-πε-πε» που λέμε στα βρέφη είναι επιβίωση του αρχαίου «κούπα, ω παι!» που τάχαμου έλεγαν οι μανάδες στην αρχαιότητα στα βλαστάρια τους, δείχνοντάς τους την κούπα με το γάλα. (Η κούπα βέβαια είναι λατινικό δάνειο, αλλά αυτά τα προσπερνάμε αγέρωχα).

 

Το δεύτερο, ίσως του Κ. Πλεύρη, είναι ότι τάχα η λέξη «πούστης» (τουρκικής ετυμολογίας) ετυμολογείται από την αρχαία φράση «πού στη;» με την οποία οι αρχαίοι αστυφύλακες ρωτούσαν πού είναι ο ομοφυλόφιλος για να τον συλλάβουν!! Αλλά αυτές οι προσπάθειες, όσο κι αν είναι ευρηματικές, ωχριούν πιστεύω μπροστά στην καταπληκτική ετυμολογία του «αμπεμπαμπλόμ», που θα σας αποκαλύψω τώρα, αν δεν την έχετε κιόλας δει, διότι κυκλοφορεί ευρέως και αναπαράγεται ανεξέταστα από ελληνοκεντρικά ιστολόγια και μπορεί κάποιος να σας την έστειλε με τηλεμήνυμα.

 

Ο τίτλος είναι «Η διαχρονικότητα της ελληνικής γλώσσας είναι αδιαμφισβήτητη και αυταπόδεικτη» και στη συνέχεια ακολουθεί το εξής αριστούργημα: Μικροί είχαμε παίξει το γνωστό παιδικό παιχνίδι: δύο ομάδες αντιπαρατιθέμενες, εναλλάξ να εφορμούν η μία της άλλης ψελλίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια, που όλοι νομίζαμε αποκυήματα παιδικής φαντασίας και κουταμάρας (μετέπειτα πήρε την μορφή: «έλα να τα βγάλουμε»)

 

«Ά μπε, μπα μπλόν, του κείθε μπλόν, ά μπε μπα μπλόν του κείθε μπλόν, μπλήν-μπλόν».

 

Τι σημαίνουν αυτά; Μα , τι άλλο, ακαταλαβίστικες παιδικές κουταμάρες, θα ειπεί κάποιος.

 

Όμως δεν είναι έτσι. Ατυχώς, η Ελληνική, εδέχθη πλείστες όσες προσβολές από εξελληνισμένους βαρβάρους, Σλάβους, Τουρκόφωνους, Λατίνους κ.ά.., που δεν κατανοούσαν την ελληνική -ούτε κάν είχαν την φωνητική ανατομία που θα τους επέτρεπε σωστές εκφωνήσεις φωνηέντων – εμιμούντο τις φράσεις, παραφράζοντάς τις συχνότατα, και έτσι διεστραμμένα και παραμορφωμένα, έφθασαν μέχρι των ημερών μας, ώστε πλέον να μη αναγνωρίζονται.

 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εισήχθησαν εις την Ελληνική, όροι, λέξεις και φράσεις, ως μέσα από παραμορφωτικό κάτοπτρο είδωλα, καθιστάμενα αγνώριστα στον απλό κόσμο.

 

Ας επανέλθουμε στο πιο πάνω. Η όλη. στιχομυθία, προήρχετο από παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν οι Αθηναίοι Παίδες (και ου μόνον.), και ταυτόχρονα εγυμνάζοντο στα μετέπειτα αληθινά πολεμικά παιχνίδια. Πράγμα απολύτως φυσικό, αφού πάντοτε ο Αθηναίος Πολίτης ετύγχανε και Οπλίτης! (βλέπετε παίζοντας και με τα γράμματα, προκύπτον συνδεόμενες έννοιες.Πολίτης – Οπλίτης)

 

Τι έλεγαν λοιπόν οι αντιπαρατιθέμενες παιδικές ομάδες, που τόσον παραφράσθηκε από τους μεταγενέστερους; Ιδού η απόδοση: «Απεμπολών, του κείθεν εμβολών !!!…» (επαλαμβανόμενα με ρυθμό, εναλλάξ από την δείθεν επιτιθέμενη ομάδα)

 

Τι σήμαιναν ταύτα; Μα..απλά ελληνικά είναι! « Σε απεμπολώ, σε αποθώ, σε σπρώχνω, πέραν (εκείθεν) εμβολών σε (βλ. έμβολο) με το δόρυ μου, με το ακόντιό μου!!!

 

 

 

Δεν είναι μούρλια; Εγώ, να σας πω την αλήθεια, σκέφτηκα πως είναι τρολιά, δηλαδή πως κάποιος χωρατατζής το κατασκεύασε για να κοροϊδέψει τους ελληνοβαρεμένους, διότι, όπως σας είπα, δεκάδες εθνικιστικά και αρχαιοβαρεμένα ιστολόγια τσίμπησαν και το αναδημοσίεψαν· όμως, κάτι αδιόρατο στο όλο κείμενο με κάνει να το πιστεύω αυθεντικό.

 

Ίσως είναι περιττό να ανασκευάσω τέτοια εξωφρενικά πράματα, αλλά θα το κάνω σύντομα. Καταρχάς, οι περισσότεροι δεν λέμε α-μπεμπα-μπλον, αλλά α-μπεμπα-μπλομ, με Μ στο τέλος, αλλά αυτό ας το προσπεράσουμε. Δεύτερον, το αμπεμπαμπλόμ το λέμε μόνο όταν τα βγάζουμε, τα περί αντιπαρατιθέμενων ομάδων είναι αποκυήματα της φαντασίας του συντάκτη. Τρίτον, η υποτιθέμενη αρχαία φράση δεν υπάρχει πουθενά στην αρχαία γραμματεία. Τέταρτο και φαρμακερό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, διότι είναι εντελώς ασύντακτη, ρήμα «εμβολώ» δεν υπάρχει, απεμπολώ δεν σημαίνει απωθώ, το «του» είναι ξεκάρφωτο -αλλά δεν έχει νόημα να συνεχίσω. Άλλωστε, η επαφή του συγγραφέα με τα αρχαία ελληνικά φαίνεται από τις ανορθογραφίες του και γενικά την οικτρή όψη του κειμένου του (ίσως τα έμαθε στο πανεπιστήμιο Alpine της Ζυρίχης, τι να πω!). Αλλά το πιο κωμικό είναι το να προσπαθείς να βρεις ετυμολογία σε ολοφάνερα ηχομιμητικές συλλαβές σαν το μπε και το μπλομ!

 

Το ότι βρέθηκαν τόσα και τόσα ιστολόγια και αναπαρήγαγαν τη μούφα δεν πρέπει να προκαλεί απορία: οι ευχάριστοι μύθοι πάντα γίνονται ευκολότερα δεκτοί, και έτσι κι αλλιώς η κριτική ικανότητα των ελληνοβαρεμένων είναι ανύπαρκτη.

 

Παρατηρώ όμως ότι ο συντάκτης του κειμένου άφησε την… ερευνητική εργασία του ανολοκλήρωτη. Όπως θα θυμάστε, το σχετικό λάχνισμα (έτσι λέγονται αυτά τα παιδικά «τραγουδάκια») έχει και δυο λεξούλες ακόμα: α μπέμπα μπλομ – του κίθε μπλομ, α μπέμπα μπλομ – του κίθε μπλομ μπλιμ μπλομ. Γιατί άφησε ανετυμολόγητο το «μπλιμ μπλομ» ο δεινός ερευνητής; Ποιο μυστικό κρύβουν αυτές οι λέξεις; Θα προσπαθήσω να τις αποκρυπτογραφήσω.

 

Καταρχάς, όπως δίδαξε ο αρχικός ερευνητής, η αρχική μορφή του «μπλιμ μπλομ» πρέπει να ήταν «μπλιν μπλον» ή μάλλον, για να διατηρήσουμε το ετυμολογικό ίνδαλμα των λέξεων, «μπλην μπλων» και με αποηχηροποίηση «πλην πλων». Καταλάβατε, έτσι; «Σας απωθώ όλους με το έμβολό μου», πλην πλων (γενική του πλους) δηλαδή εκτός από όσους πλέουν! Λογικό είναι, διότι ο οπλίτης δεν μπορούσε με την ασπίδα και το δόρυ να μπει στη θάλασσα. Όλα σοφά τα είχαν κανονίσει οι αρχαίοι!

 

Κρίμα μόνο που ο δεινός ερευνητής δεν αποκρυπτογράφησε την αρχαιοελληνική προέλευση και άλλων λαχνισμάτων. Υπάρχει ας πούμε το:

άκατα μάκατα σούκουτου μπε /άμπε φάμπε ντομινέ /άκατα μάκατα σούκουτου μπε / άμπε φάμπε βγε

 

που κι αυτό θέλει εξήγηση, έστω κι αν δεν είναι εξίσου συχνό με το αμπεμπαμπλόμ.

 

Έκανα μια προσπάθεια, αλλά θέλω και τη βοήθειά σας. Ξεκινώντας, είμαι βέβαιος ότι το άκατα-μάκατα είναι το αρχαίο «ακαταμάχητα» ή μάλλον ο δωρικός τύπος «ακαταμάχατα» (προφανώς έλκει την καταγωγή από πολεμικό τραγούδι των Σπαρτιατών), ενώ το «σούκουτου» πρέπει να προέρχεται από το ομηρικό «σώκος» (στη δοτική, τω σώκω) που σημαίνει «ισχυρός, δυνατός». Όμως πιο πέρα δεν μπόρεσα να φτάσω, κι αυτό το «ντομινέ» του δεύτερου στίχου μοιάζει πολύ με το λατινικό domine (κύριε) και μ’ ανησυχεί. Ζητάω λοιπόν τη βοήθειά σας, γιατί δεν μπορεί να μείνει ανελλήνιστο το «άκατα-μάκατα-σούκουτου μπε».

 

Κι έπειτα θα πιάσουμε το «κοπερτί το κοπερτί, τάπι-τάπι ρούσι, κοπερτί το κοπερτί -τάπι τάπι γκρι». Η τελευταία λέξη ασφαλώς είναι το αρχαίο «γρυ», π.χ. δεν σκαμπάζω γρυ (σαν τους ελληνοβαρεμένους). Λοιπόν, σας ακούω!».

 

 Τα παιδιά που συμμετέχουν διασκεδάζουν με το λάχνισμα, επειδή κάθε φορά ανανεώνεται η συγκίνηση που νιώθουν πριν μάθουν σε ποιον θα πέσει η τελευταία συλλαβή. Φωτο: Βούλα Παπαϊωάννου
Τα παιδιά που συμμετέχουν διασκεδάζουν με το λάχνισμα, επειδή κάθε φορά ανανεώνεται η συγκίνηση που νιώθουν πριν μάθουν σε ποιον θα πέσει η τελευταία συλλαβή. Φωτο: Βούλα Παπαϊωάννου

 

Και μια και το θέμα του ποστ είναι τα λαχνίσματα, ορίστε μια ανθολογία με τα πιο γνωστά:

 

Α μπε μπα μπλομ: Α μπε μπα μπλομ / του κίθε μπλομ / α μπε μπα μπλομ / του κίθε μπλομ / μπλιμ μπλομ.

Σε ορισμένες παραλλαγές, ακολουθούν οι εξής στροφές (μία, δύο ή και όλες μαζί):

Πού θα πας εκεί; / Στη Βόρεια Αμερική / να βρεις και τον ελέφαντα που παίζει μουσική / Μ’ ένα κόκκινο βρακί.

ή να βρείς και τον Ερμή που παίζει μουσική / Όλα τα κοιτώ σαν παιδί κουτό / την Ακρόπολη και το Λυκαβητό. Βγαίνεις και τα φυλάς εσύ!

 

Άκατα μάκατα: Άκατα μάκατα σούκουτου μπε / άμπε φάμπε ντομινέ / άκατα μάκατα σούκουτου μπε / άμπε φάμπε βγε.

 

Κοπερτί: Κοπερτί το κοπερτί / τάπι τάπι ρούσι / κοπερτί το κοπερτί / τάπι τάπι γκρι.

 

Άνα μετάβλα: Άνα μετάβλα / πέγκε πέγκε / τάζε τούζα / μόνο ξούζα / βήτα εκτά / ότζο μότζο ξώτζο.

 

Μαριάμ: Σι μαριάμ μαριάμ μαριάμ / σι ντορεμί μακαρό μακαρό / λέο λέο τιπ τιπ τιπ / σι μαριάμ ουάν του θρι.

 

Άι Γιώργη καβαλάρη: Άι Γιώργη καβαλάρη / με σπαθί και με κοντάρι / δωσ’ μου τα κλειδάκια σου / Ν’ ανοίξω τα ματάκια σου / να δω τι έχουν μέσα: στάρι, κριθάρι, / σπυρί, μαργαριτάρι; / Δώσ' στη νύφη κάστανα/ και στο γαμπρό καρύδι / και στη χρυσή την πεθερά / ολόχρυσο μαντίλι.

 

Ο Καρακατσάνης: Ο καρακατσάνης μπήκε στο τηγάνι / κι έσπασε τ΄ αυγά! / αυγά τηγανητά; / Γιατί Καρακατσάνη μπήκες στο τηγάνι / κι έσπασες τ΄ αυγά / αυγά τηγανητα; / φάε τώρα κι από μένα / μία καρπαζιά.

 

Ο Θεός κι η Παναγία: Ο Θεός κι η Παναγία / κάνανε μια συμφωνία / ποιος θα βγεί: το 13. / 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12, / 13.

 

Θα μετρήσω ως το δεκάξι: Θα μετρήσω ως το δεκάξι / κι όποιος βγει θα τα φυλάξει / 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13, / 14,15,16.

 

Τζένη Καρέζη: Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς / Αλίκη Βουγιουκλάκη / βγαίνω και τα φυλάς!

 

Έχω ένα αυτοκίνητο: Έχω ένα αυτοκίνητο που όλο, όλο τρέχει / και πού θα σταματήσει; / -(π.χ.) Στην Αμερική! / Και τι χρώμα θα ζητήσει; / -(π.χ.) Πράσινο! / Έχει η Αμερική χρώμα πράσινο; (αν το παιδί που κατέληγε η ερώτηση δεν είχε πράσινο χρώμα στα ρούχα του, παρέμενε στην κλήρωση, αλλιώς κληρωνόταν)

 

Ένα δύο τρία: Ένα δύο τρία / πήγα στην Κυρία / μου ’δωσε ένα μήλο / μήλο δαγκωμένο / το 'δωσα στην κόρη / έκανε αγόρι / το 'βγαλε Θανάση / σκούπα και φαράσι.

 

Ενι μένι: Ένι μένι / Ντου ντου μένι / Τρία ρομ / Κάζακομ / πιφ τα λεβάντα πιφ/

 

Το γουρούνι: Ανέβηκα σ' ένα χωριό / και είδα ενα γουρούνι / το κοίταξα καλά καλά / και μου΄φαγε τη μούρη (ή «... και σου ΄μοιαζε στη μούρη ...»). / Γω γω γω / Συ συ συ / Το γουρούνι είσαι 'συ!

 

Η πιπεριά: Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι / κι η πιπεριά τσακίστηκε και μου 'κοψε το χέρι. / Δώσ' μου το μαντιλάκι σου το χρυσοκεντημένο / να δέσω το χεράκι μου, που είναι ματωμένο.

 

Κινεζάκι: Είσαι κινεζάκι; / Τρως πολύ ριζάκι; / Πόσες κουταλίτσες την ημέρα τρώς; / (π.χ.) 5 / 1,2,3,4,5 βγαίνεις!

 

Το παπούτσι που βρωμάει: Τα παιδιά ενώνουν τις μύτες των δεξιών παπουτσιών τους και ένας λέει ακουμπώντας το κάθε παπούτσι: / "το παπούτσι σου βρωμάει, / άλλαξε το." Το παιδί που τυχαίνει στην τελευταία συλλαβή αλλάζει παπούτσι. Όποιος αλλάξει παπούτσι για δεύτερη φορά, βγαίνει. Ο τελευταίος που θα αλλάξει παπούτσι για δεύτερη φορά, τα φυλάει.

 

Αν κάποιος γνωρίζει σύγχρονα λαχνίσματα –μετά τα ’90s- παρακαλώ να τα αφήσει στα σχόλια.  

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
6 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar Scifimom 12.7.2017 | 14:21
Στο δημοτικό το λάχνισμα το λέγαμε "Τα βγάζουμε" ενας άλλος τυρόπος που θυμαμαι είναι ότι σηκωναμε το χερι μας και λεγαμε "Η Πολυψηφία κερδιιιιζει" και το κατεβαζαμε με την παλάμη προς τα πανω η προς τα κάτω και "έβγαιναν" οι λιγότεροι, αν ας πούμε σε πεντε παιδια τα δυο ειχαν την παλαμη προς τα πάνω και τρια προς τα κάτω τα δυο εβγαιναν (Εννοούσαμε βεβαια η "πλειοψηφία" κερδίζει) γινόταν και αντίθετα με τη "λιγοψηφία" (μειοψηφία)όταν τα παιδια ήταν πολλά και θέλαμε να τα βγάλουμε γρήγορα, όταν εμεναν δύο παιδιά ακουμπούσαν τις παλάμες τους και οποιος ηταν απο κατω επρεπε να χτυπησει τον απο πάνω για να "τον βγάλει".
avatar Soul 12.7.2017 | 14:54
Το '94 νομίζω, μου είχαν μάθει ένα λάχνισμα, όμως δεν ξέρω πόσο παλιό είναι:

Όν-τσιν-τσον καραβιρολάτσα
Κου-κου-βέ κουκουβερολάτσα
Κουκουβερολί, κουκουβερολί
Ον τσιν τσον!
avatar topsy 12.7.2017 | 15:56
Το Κοπερτι είναι παρεφθαρμένο παιδικό γαλλικό τραγουδάκι με τίτλο "Pomme de reinette et pomme d' api", όπως θα διαπιστώσετε να το ακούσετε (https://www.youtube.com/watch?v=pwGR7vpQVCo)
avatar Pipi fakidomiti 13.7.2017 | 17:42
Γυρω στο '96 - '97 λέγαμε το:

Οι γκόμενες του Τσάρλι ήταν τρεις
Η Κέλλυ, η Σαμπρίνα και η Κρις.
Η Κέλλυ στο ποδόσφαιρο,
η Σαμπρίνα στο καράτε
και η Κρις στο στριπτιζ.
Ποια διαλέγεις απ'τις τρεις;
Την Κέλλυ, την Σαμπρίνα ή την Κρις;
(Το παιδί που δείχναμε τελευταίο έλεγε ένα όνομα και το λαχνισμα τελείωνε κάπως ετσι :
π.χ. Ο Κώστας διαλέγει την Κρις)

Τότε δεν ξέραμε τους "Αγγελους του Τσάρλι", οπότε μάλλον ήταν παραλλαγή από ενα παλιότερο;;;
avatar errikou 17.7.2017 | 21:53
Αλάτι ψιλό
αλάτι χοντρό
έχασα τη μάνα μου
και πάω να τη βρω
avatar
Ανώνυμος/η 17.8.2017 | 01:02
Εγώ θυμάμαι το
Πάμε στη Χαβάη στ όμορφο νησι
Με τις χαβανεζες και τη μουσική
Έγινε ένας φόνος φόνος τρομερός
Και το θύμα ήταν αστυνομικός...
Από το ρυθμο αλλά και απ το θέμα ξεκάθαρα είναι απ το παλιό αστυνομικό σήριαλ του '70.
Δεν ξέρω όμως ποτέ παίχτηκε το σήριαλ στη χώρα μας για να πούμε με σιγουριά ποτέ περίπου βγήκε. Πάντως πρέπει να είναι νεότερο της Καρέζη.
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ