Αξίζει τον κόπο τελικά να ακολουθείς τυφλά τους οδηγούς στα ταξίδια σου;

Ένα ταξίδι στη Ρώμη και ένα αποτυχημένο γεύμα μας κάνει να νοσταλγούμε τις εποχές χωρίς οδηγούς και trip advisor

 

Cacio e Pepe, Amatriciana. Τα σερβίρουν παντού. Οι πιθανότητες είναι πως στα περισσότερα μέρη τις φτιάχνουν και πολύ καλά.
Cacio e Pepe, Amatriciana. Τα σερβίρουν παντού. Οι πιθανότητες είναι πως στα περισσότερα μέρη τις φτιάχνουν και πολύ καλά.

 

Φτάνουμε σε μια τρατορία στην άκρη της Ρώμης. Πήραμε ταξί για να τη βρούμε. Στην πόλη όπου το περπάτημα είναι μέρος της απόλαυσης, εμείς, μια πολύ ανοιξιάτικη, λαμπερή μέρα, μπήκαμε σε ταξί, βγήκαμε από το όμορφο κομμάτι της για να φτάσουμε σε μια «happening τώρα» γειτονιά, στην οποία βρίσκεται η «καλύτερη τρατορία της Ρώμης». Η τρατορία που «πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσεις». Δεν το λέω τυχαία. Το γράφουν όλα τα food blogs που ασχολούνται με την πόλη αυτή, όποιον ρώτησα μου είπε να μην τη χάσω, την έχουν βάλει οι μεγάλοι σεφ στις ταξιδιωτικές τους εκπομπές. Κάπως ένιωσα μια υποχρέωση να πάω κι εγώ να δοκιμάσω το απίθανο φαγητό της. Είναι 7 παρά δύο και περιμένουμε μαζί με άλλους περίπου είκοσι τουρίστες έξω από την πόρτα του μαγαζιού που ανοίγει 7 ακριβώς. Μπαίνουμε, μας υποδέχονται με ξινό ύφος, περιέργως το πρώτο ξινό ύφος σε μια πόλη που μας εξέπληξε ευχάριστα με την ευγένεια των κατοίκων της.

 

Στην πόλη όπου και στην πιο τουριστική πιτσαρία θα φας μια πίτσα πολύ καλύτερη από αυτές που δοκιμάζεις στην Αθήνα υπάρχει λόγος να κυνηγάς «την καλύτερη πιτσαρία της Ρώμης»; Εσύ που δεν έχεις εντρυφήσει στην κουζίνα της Ρώμης και έρχεσαι εδώ για πρώτη φορά είναι λογικό να κυνηγάς τα πιο ψαγμένα εστιατόρια ή μήπως πρέπει να περιμένεις λίγο, γιατί οι πόλεις δεν είναι λούνα παρκ, είναι και ζωντανοί οργανισμοί που απαιτούν σταδιακή γνωριμία και εν τέλει έρωτα, αν κάτσει;

 

Δεν βρίσκουν την κράτηση (είχα τηλεφωνήσει, έβαλα φίλο από την Ελλάδα που ήξερε ιταλικά να πάρει!) και με περιφρόνηση μας δίνουν το τελευταίο τραπέζι του μαγαζιού μπροστά στην τουαλέτα. Συνήθως δεν με απασχολούν τα κακά τραπέζια στα εστιατόρια του εξωτερικού. Δεν θεωρώ ότι είμαι κάτι περισσότερο από ένας ξένος επισκέπτης, μου αρκεί που καταφέρνω να μπω σε κάποια μέρη για να φάω. Αυτό το τραπέζι δίπλα στην τουαλέτα είχε βέβαια μια ιδιαιτερότητα, μια και η γυψοσανίδα που μας χώριζε άφηνε να περνάει ξεκάθαρα στ’ αυτιά μας ο ήχος από τη μηχανή του βραστού αέρα για τα χέρια κάθε φορά που κάποιος έπλενε τα χέρια του. Ο χώρος έμοιαζε με νεο-ταβέρνα στο Περιστέρι. Τουβλάκι στον τοίχο, αμμοβολή στα τζάμια να μη βλέπουμε τα υπέροχα κτίρια έξω, γκρι τραπεζομάντιλα και πετσέτες (άτιμο στυλ, όλα τα διέλυσες, ακόμα και τα λευκά τραπεζομάντιλα), άσπρα κάτασπρα βιομηχανικά φώτα με τσίγκινα καλύμματα (Βerlin/Νew York επιρροές) σαν να είμαστε σε κλωστοϋφαντουργείο. Οι σερβιτόροι έπαιρναν απρόθυμα τις παραγγελίες. Ήμασταν το early sitting που δεχόταν κρατήσεις, ο Ιταλός θα ’ρχόταν στις 9 σαν κύριος να φάει, όταν πια εμείς θα είχαμε φύγει. To φαγητό δεν είναι κακό, φαγητό τρατορίας, τα γνωστά, αγκινάρες ρομάνα, cacio e pepe, amatriciana, πουνταρέλα με ντρέσινγκ από αντζούγες και σκόρδα, ένα μετριότατο αρνάκι, ένα καλούτσικο, αλλά καθόλου αυθεντικό τιραμισού, το σέρβις παραμένει ξινό και απρόθυμο μέχρι την ώρα του λογαριασμού και του φιλοδωρήματος.

 

Όση ώρα τρώγαμε, είχα δύο πράγματα στο μυαλό μου: 1) Καιρός να σταματήσω να σέρνω τους συνταξιδιώτες μου σε κάθε γωνιά της κάθε πόλης ή του κάθε χωριού όπου πηγαίνουμε για να βρούμε το «καλύτερο μέρος» για να φάμε. Είναι σαφές, αυτοί έχουν κουραστεί εδώ και καιρό κι εγώ εδώ και τώρα αποφασίζω να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια. Θέλω να γίνονται εύκολα τα πράγματα και αυτό που ζω είναι δύσκολο. 2) Aυτό ακριβώς το φαγητό θα μπορούσα να το φάω σε μια τρατορία δίπλα στο ξενοδοχείο μου, ίσως και καλύτερο, σίγουρα χωρίς την «κάπως» συμπεριφορά του μαγαζιού που πια «δεν πολυθέλει τους τουρίστες», θέλει να ξαναγίνει «μαγαζί για τους ντόπιους».

 

Γλυκά στην πολύ όμορφη και παλιά και απολύτως τουριστική gelateria Giolitti. Οι νέοι οδηγοί προτείνουν να το αποφύγεις γιατί υπάρχουν πολύ καλύτερα και ψαγμένα από αυτό. Εσύ μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά; Εγώ όχι.
Γλυκά στην πολύ όμορφη και παλιά και απολύτως τουριστική gelateria Giolitti. Οι νέοι οδηγοί προτείνουν να το αποφύγεις γιατί υπάρχουν πολύ καλύτερα και ψαγμένα από αυτό. Εσύ μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά; Εγώ όχι.

 

Καθώς ανηφορίζαμε πάλι με το ταξί για το κέντρο της Ρώμης, θα πρέπει να είδα άλλα δέκα μέρη καλύτερα από αυτό που πήγα. Στην πόλη όπου και στην πιο τουριστική πιτσαρία θα φας μια πίτσα πολύ καλύτερη από αυτές που δοκιμάζεις στην Αθήνα υπάρχει λόγος να κυνηγάς «την καλύτερη πιτσαρία της Ρώμης»; Εσύ που δεν έχεις εντρυφήσει στην κουζίνα της Ρώμης και έρχεσαι εδώ για πρώτη φορά είναι λογικό να κυνηγάς τα πιο ψαγμένα εστιατόρια ή μήπως πρέπει να περιμένεις λίγο, γιατί οι πόλεις δεν είναι λούνα παρκ, είναι και ζωντανοί οργανισμοί που απαιτούν σταδιακή γνωριμία και εν τέλει έρωτα, αν κάτσει; Δεν ξέρω αν απαντάται εύκολα αυτό το ερώτημα.

 

Το μόνο σίγουρο, πάντως, είναι πως όσο καλό έκαναν στην αρχή οι οδηγοί και οι πληροφορίες, άλλο τόσο κακό κάνουν τώρα πια που ο προβατοποιημένος τουρίστας τρέχει από μαγαζί σε μαγαζί με ένα δημοσίευμα στο χέρι για να φάει κάτι που υποτίθεται πως είναι το καλύτερο. Στην προσπάθεια, με τα google maps, το Ίντερνετ ανοιχτό, το Instagram σε ετοιμότητα για την τέλεια φωτογραφία και σε ανοιχτή ακρόαση με τους followers του, μάλλον έχει χάσει την αληθινή ουσία μιας άλλης πόλης που δεν βρίσκεται σε κανέναν οδηγό και σε κανένα «καλύτερο». Βρίσκεται σ’ εκείνο το κατά λάθος σοκάκι που πήρες και βρέθηκες κάπου εκτός τουριστικού χειμάρρου και είδες για λίγο την αλήθεια ενός τόπου. Ας ζούμε, λοιπόν, τις ξένες πόλεις και τα ξένα μέρη σαν τουρίστες μέχρι αυτά να μας δοθούν, όταν καταλάβουν πως είμαστε έτοιμοι γι’ αυτά. Ρωμαίος δεν γίνεσαι με την πρώτη, ούτε καν Λονδρέζος.

 

Το Caffè Sicilia στην πόλη Νότο της Σικελίας.
Το Caffè Sicilia στην πόλη Νότο της Σικελίας.

 

Χθες είδα σερί τα τέσσερα νέα επεισόδια του «Chef’s Table». Θα μιλήσουμε μια άλλη φορά γι’ αυτή την εκπομπή που θέλει να μας δείξει όχι το πώς φτιάχνουν οι μεγάλοι σεφ το φαγητό που σερβίρουν αλλά το ταξίδι τους για να φτάσουν μέχρι εκεί. Ούτε τατουάζ, ούτε γρήγορο μοντάζ, ούτε χιπ μουσική. Σκέτη, αληθινή, γλυκιά αφήγηση. Ποίηση και επιστροφή στις αληθινές αξίες της μαγειρικής τέχνης. Στον νέο κύκλο, λοιπόν, που είναι αφιερωμένος στη ζαχαροπλαστική, βλέπουμε και το πορτρέτο ενός Σικελού ζαχαροπλάστη, του Corrado Assenza, ιδιοκτήτη του Caffè Sicilia στην πόλη Νότο της Σικελίας. Δεν πιστεύω να υπάρξει ούτε ένας άνθρωπος που θα δει αυτό το επεισόδιο και δεν θα μαγευτεί, δεν θα θελήσει να βρεθεί αύριο κιόλας σε αυτό το μέρος για να δοκιμάσει τα συγκλονιστικά (σχεδόν τα γεύεσαι, τόσο ωραίες είναι οι εικόνες) τζελάτι, τις γρανίτες, τα κανόλι και πάει λέγοντας. Καθώς περιέγραφα το επεισόδιο στο γραφείο, ο Τάσος μου είπε πως έχει πάει στο μέρος αυτό σε ένα ταξίδι του στη Σικελία, πως όντως είναι υπέροχο. Ρώτησα αν είχε ουρές όταν πήγε. «Όχι» ήταν η απάντηση. Τι θα γίνει τώρα, αναρωτιέμαι, που όλη η υφήλιος θα θέλει να πάει να δοκιμάσει «το καλύτερο τζελάτο του κόσμου». Πόσο αυθεντικό θα μείνει αυτό το μέρος; Κανένας δεν ξέρει. Σίγουρα θα τα καταφέρει να επιβιώσει και να βγάλει πολλά λεφτά. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό όταν κάνεις κάτι καλό. Τα υπόλοιπα θα το μάθουμε από το Instagram ή από τις κριτικές του ΤripΑdvisor, όταν θα ετοιμαζόμαστε για το δικό μας ταξίδι στη Σικελία, με τους χάρτες παραμάσχαλα, τα δημοσιεύματα, τους οδηγούς, τα τηλεοπτικά αφιερώματα, αλλά με το αίσθημα της ανακάλυψης και της μαγείας της πρώτης φοράς ριγμένο στα πατώματα.

 

Ευτυχώς που πιάσαμε όλοι να ασχολούμαστε με το φαγητό και αφήσαμε ήσυχα τα αρχαιολογικά μουσεία και τις πινακοθήκες. Κι έτσι, αυτό το Πάσχα απολαύσαμε, σε ένα σχεδόν άδειο από επισκέπτες μουσείο, τους θησαυρούς των Ετρούσκων και σε ένα άλλο βρεθήκαμε μόνοι, συγκινημένοι, στον ανθισμένο ζωγραφιστό κήπο της Λιβίας. Η Αιώνια Πόλη δεν χωράει σε οδηγούς.