Παιδάκι είναι μωρέ τι θες να κάνει;

Τρεις σκηνές με παιδάκια στη θάλασσα, στα εστιατόρια, στο αεροπλάνο

Εικονογράφηση: Lucie Attwell
Εικονογράφηση: Lucie Attwell

 

Στις αρχές του καλοκαιριού βρέθηκα σε ένα νησί των Κυκλάδων. Το Σαββατοκύριακο του πρώτου μεγάλου καύσωνα τα νησιά ήταν ακόμα σχετικά έρημα, λίγοι στο πλοίο, καλά δωμάτια διαθέσιμα με ευκολία, τραπέζι στην καλή ταβέρνα του μικρού νησιού με την πρώτη. Η παραλία μπροστά στα δωμάτια, ένα θαύμα. Μας φάνηκε τόσο ειδυλλιακή, σαν κάτι καρτ ποστάλ του ’50. Νερό, άμμος, ουρανός, φύση… και μια οικογένεια με τρία παιδιά. Δεν μας ένοιαξε το γενικό ζουζούνισμα των παιδιών. Οι γονείς κρατούσαν τα ηνία της φάσης, υπήρχαν φωνές, αλλά υπήρχε και πολλή ευτυχία. Ώσπου ένα από τα παιδιά πρέπει να πάει στην τουαλέτα. Και, φυσικά, δεν υπάρχει τουαλέτα, οπότε οι γονείς το βάζουν να αφοδεύσει στην άμμο, μερικά μέτρα μακριά μας. Ύστερα, με απόλυτη φυσικότητα, σαν να ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο, έθαψαν τα «κακάκια» στην άμμο και συνέχισαν το απόγευμά τους στη θάλασσα. Έγινα έξαλλος. Στον φίλο μου δεν το είπα καν. Σκεφτόμουν όλο το Σαββατοκύριακο τον άνθρωπο που θα πάει ανέμελος να ξαπλώσει και να λιαστεί στην παραλία την επόμενη μέρα. Αργά το απόγευμα επέστρεψα στην παραλία και καθάρισα τις βρομιές της οικογένειας, βρίζοντας την παντοδυναμία της, την υπεροψία της − οραματιζόμουν έναν κόσμο όπου τα παιδιά και οι οικογένειες θα έκαναν ό,τι τους λέμε εμείς και όχι ό,τι θέλουν αυτοί. Μέχρι εκεί έφτασε η μανία μου. Ανέβηκα στο δωμάτιο με τη σακούλα και τον «θησαυρό» μου, τον πέταξα και, φυσικά, την επόμενη μέρα έκανα μια πιο προσεκτική στάθμευση στην παραλία, σε ένα πιο απόμερο μέρος, εκεί όπου τα βράχια είναι τόσο κοφτερά που μπορεί να σου σκιστεί το μαγιό, αλλά παιδί ή οικογένεια δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ. Μερικούς μήνες μετά βρέθηκα σε ένα άλλο νησί. Ίσως η μακρινή του απόσταση και η δυσκολία στις μεταφορές να το καθιστά child free. Μόνο έτσι εξηγείται ο ελάχιστος πληθυσμός οικογενειών με μικρά παιδιά. Σε αντίθεση με τα μικρά παιδιά, τα σκυλιά όχι μόνο απολαμβάνουν τα μακρινά ταξίδια με πλοίο αλλά λατρεύουν και τις παραλίες, τις αμμουδιές, τα πάνω-κάτω στα νησιά. Τα παρακολουθούσα για μέρες. Φυσικά, αφόδευαν και κανείς δεν τα μάζευε, φυσικά κατουρούσαν παντού και κανείς δεν ασχολιόταν. Σήμερα που γράφω αυτό το κομμάτι ντρέπομαι να παραδεχτώ πως δεν με πείραξε ούτε μια στιγμή και πως διαπιστώνω πως είμαι μάλλον φοβερά προκατειλημμένος απέναντι στις οικογένειες, ενώ έχω απίστευτη υπομονή, απ’ ότι φαίνεται, όσον αφορά την απόλυτη παντοδυναμία του σκύλου και της γάτας. Και, φυσικά, δεν επέστρεψα σε καμία παραλία για να μαζέψω κανένα σκυλίσιο «κακάκι» που άφησαν τα χαριτωμένα τετράποδα και οι επίσης χαριτωμένοι ιδιοκτήτες τους.

 

Σε ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης τρώμε εμείς και δίπλα μας μια μεγάλη παρέα με τέσσερα-πέντε παιδάκια − το μεγαλύτερο δεν θα ήταν πάνω από έξι. Το δικό μας δείπνο μόλις ξεκινούσε, όταν το δείπνο της παρέας ήταν στο τέλος του. Τα παιδάκια, πολύ χαριτωμένα, σηκώθηκαν από το τραπέζι και άρχισαν να τρέχουν πάνω-κάτω στο εστιατόριο. Ήταν κάπως παράξενο, σαν μαγικό, πάντα βέβαια ενοχλητικό. Θυμάμαι να στέκεται το παιδάκι δίπλα στη σερβιτόρα την ώρα που μας έπαιρνε παραγγελία. Κυρίως θυμάμαι όλους τους πελάτες να ενοχλούνται από τη φάση εστιατόριο-παιδική χαρά. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν κάποιος παραπονέθηκε, εμείς όχι. Είδα, λοιπόν, τον υπέροχο μετρ να ζητά με τον πιο όμορφο τρόπο από τους γονείς να περιορίσουν τα παιδιά τους. Είδα τους γονείς να αποδέχονται με ευγένεια και κατανόηση τη σύσταση που τους έγινε και να προσπαθούν να βάλουν μια τάξη στην κατάσταση. Όταν είδαν πως δεν υπήρχε σωτηρία και πως τα ζουζουνάκια ήθελαν να συνεχίσουν το παιχνίδι τους, αποχώρησαν. Ευτυχώς είχαν ήδη τελειώσει το δείπνο τους –μικρό, νομίζω, το κακό− και οι υπόλοιποι επιστρέψαμε στην απόλαυση του δικού μας δείπνου, αυτήν τη φορά σε ένα κανονικό εστιατόριο και όχι σε νηπιαγωγείο. Εγώ, πάντως, λέω «μπράβο» στο μετρ και στο εστιατόριο αυτό. Οι καιροί είναι δύσκολοι και όλοι ξέρουμε πως μια «σύσταση» μπορεί να σημαίνει ότι ο πελάτης ίσως δεν θα ξαναεπιστρέψει. Ίσως και να μην πειράζει, αφού θα επιστρέψουμε εμείς.

 

Στο αεροπλάνο. Ένα σχετικά μεγάλο ταξίδι. Καθόμαστε στο σημείο με τα περισσότερα παιδιά της πτήσης. Μέτρησα πρόχειρα πως σε ακτίνα δύο σειρών μπροστά και δύο πίσω μας κάθονταν οκτώ παιδάκια με γονείς. Τρέλα! Ήτανε μάλλον και τα συγκεκριμένα παιδάκια ζωηρούλια, πάντως η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου ευθύς αμέσως. Κάποια έκλαιγαν από τον φόβο της απογείωσης. Τα δύο αγαπημένα μου τέρατα στα μπροστινά καθίσματα πρώτα έκλαψαν υστερικά, μετά τσίριζαν έξω φωνή για ένα 20λεπτο, μετά τσακώθηκαν με μπουνιές και κλοτσιές, μετά έκλαψαν λίγο πάλι. Μετά ήρθε το φαΐ και άλειψαν λίγη μαρμελάδα φράουλα ό ένας στα μάγουλα του άλλου και την έγλειψαν χαριτωμένα, δαγκώνοντας πού και πού και ρίχνοντας και καμιά κλοτσιά. Μετά μας πέταξαν κάτι κόμικς και κάπου εκεί ξανάρχισε το κλάμα, που συνδυάστηκε άριστα με τη μακρόσυρτη τσιρίδα του πίσω τέρατος, που γενικά ήταν και το χειρότερο. Ξέχασα να πω πως όλο αυτό το διάστημα δύο iΡads με παιχνίδια έπαιζαν από μόνα τους. Πυροβολισμοί, μαχαιριές, φωνές και ηλεκτρονική μουσική videogame ήταν το υπέροχο soundtrack που έλειπε για να συμπληρωθεί το σκηνικό απόλυτης τρέλας. Σας φαίνομαι υπερβολικός; Ορκίζομαι πως είναι ίσως από τις λίγες φορές της ζωής μου που δεν υπερέβαλα καθόλου. Κράτησα για τον εαυτό μου κιόλας διάφορα άλλα. Ζητήσαμε να αλλάξουμε θέση πολύ ευγενικά, χωρίς να πούμε γιατί ή να παραπονεθούμε. Θέση αλλάξαμε, αλλά το βλέμμα «και σιγά, ρε παιδιά, που σας πείραξαν τώρα τα 5χρονα, πολύ μη μου άπτου είστε» από τη μανούλα μπροστά το εισπράξαμε μια χαρά. Τώρα που κάθομαι πίσω-πίσω σε μια περιοχή χωρίς τέρατα, και ενώ ακούω το γλυκό ροχαλητό του κυρίου δίπλα μου, που δεν με ενοχλεί, φέρνω στον νου μου αυτούς τους γονείς. Είναι ωραία να είσαι στη θέση που είμαι εγώ και να κρίνεις όλη την ώρα και μάλλον είμαι και λίγο μη μου άπτου με το θέμα τελικά, αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι εξαντλημένοι. Τους βλέπεις, τα έχουν παίξει κυριολεκτικά. Έχουν να κοιμηθούν μέρες! Έχουν να βγουν και να πιουν ένα ποτό σαν άνθρωποι μήνες! Εμείς το ζούμε μισή ώρα αυτό κι έχουμε να λέμε. Αυτοί όμως ζουν μέσα σε αυτό. Είναι άθλος! Είναι στ’ αλήθεια κάτι τεράστιο. Πώς το καταφέρνουν; Θα υπάρχει μάλλον κάποια ειδική ορμόνη που εκκρίνεται μόλις γίνεται κανείς γονιός. Υπομονίνη ή κάτι τέτοιο. Πώς αλλιώς τα υπομένουν όλα αυτά; Πόση ώρα την ημέρα να τα ακούς να κλαίνε! Πόση ώρα να ακούς το ποδοβολητό τους μέσα στο σπίτι ή να απαντάς στις άπειρες ερωτήσεις τους; Μάλλον το χαμόγελό τους, τα πρώτα τους βήματα ή η πρώτη τους λέξη να τους δίνει κουράγιο για μια δεκαετία κόλασης και κούρασης. Όπως και να έχει, είναι άγιοι. Πρέπει να είμαστε υπομονετικοί με τη φάση «παιδιά στον δημόσιο χώρο»; Δεν πρέπει να αντιδρούμε; Δεν έχω ιδέα. Έχω επιλέξει τον κόσμο χωρίς παιδιά και θα ήθελα να παραμείνω εκεί όσο το δυνατόν περισσότερο, με ελάχιστες παρεμβάσεις. Όσο κοιτάω τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της κοπέλας που κάθεται λίγο πιο πέρα και κρατάει το παιδί της που μόλις αποκοιμήθηκε εξαντλημένο από το κλάμα σκέφτομαι πως θέλω να μην της είμαι εκείνο το έξτρα βάρος που θα επιβαρύνει λίγο περισσότερο την ήδη φορτωμένη μέρα της.

 

Να κάνουμε μια συμφωνία; Κρατήστε τα μακριά από τα καλά εστιατόρια, τα θέατρα και τα σινεμά για ενηλίκους κι εμείς θα σας κάνουμε σαπόρτ στα υπόλοιπα. Ακόμα και στη φάση «τουαλέτα στην αμμουδιά». Τι λέτε;