Κοιτάζοντας τους λογαριασμούς Instagram δύο μεγάλων εστιατορίων

 

 

Business as usual στον λογαριασμό Instagram του παριζιάνικου εστιατορίου «Le Cinq» ή, αλλιώς, του εστιατορίου που έφαγε την πιο αρνητική και έντονη κριτική που έχουμε διαβάσει πρόσφατα. Χαλαρά ανεβάσματα, το εστιατόριο, η σάλα μας, το πάθος της ομάδας μας, κοιτάξτε πόσο τέλειο είναι ένα πιάτο, δείτε τον ακούραστο σεφ μας πόσο δημιουργικός και σπουδαίος είναι. Ένα κλασικό παράδειγμα λογαριασμού Instagram εστιατορίου που τον χειρίζεται κάποιο γραφείο pr, το οποίο μάλλον δεν συμμερίζεται την ιδέα ότι για να ξεχωρίσεις πρέπει να έχεις στίγμα και όλα τα λεφτά είναι να το ανακαλύψεις, να το καλλιεργήσεις και να φτιάξεις κάτι εντελώς μοναδικό που να φωνάζει «Le Cinq» από εκατό μέτρα μακριά. Πάντως, αναρωτιέται κανείς τι μπορεί να προκαλεί ένα τέτοιο δημοσίευμα σε establishments όπως το συγκεκριμένο. Πεθαίνω να μάθω! Μειώθηκε η πελατεία ή αυξήθηκε; Υπάρχει, ξέρετε, και η δύναμη της αρνητικής κριτικής. Ο κόσμος θέλει να πάει για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν αν το μέρος είναι όντως τόσο κακό όσο το περιγράφει ο κριτικός! Το περιστατικό της κριτικής του «Guardian» φέρνει πολλά θέματα στο προσκήνιο. Ξανά, φυσικά, το θέμα της κριτικής και της χρησιμότητάς της την εποχή του Ίντερνετ. Κάποτε έκλειναν εστιατόρια, κατέβαιναν παραστάσεις με μια αρνητική κριτική – σήμερα; Την περίοδο που η άποψη του κοινού φτάνει να έχει ίση φωνή, αν όχι μεγαλύτερη, από αυτήν του κριτικού; Ποιος ξέρει γιατί ήταν τόσο θυμωμένος με αυτό που έφαγε; Ήταν ξεκάθαρες και τίμιες οι προθέσεις του; Μήπως θα επωφελούνταν κι αυτός λίγο από τον θόρυβο και το buzz που θα προκαλούσε το κείμενό του αν χρησιμοποιούσε εξεζητημένες και απολύτως graphic φράσεις, όπως «αυτό το περιστέρι ήταν τόσο ωμό, που αν του έκανες ένα ελαφρύ ηλεκτροσόκ, ίσως και να σηκωνόταν να πετάξει»; Ποια είναι τα όρια της υψηλής γαστρονομίας στις μέρες μας; Μήπως ο κριτικός κρούει τον κώδωνα του κινδύνου σε αυτές τις επιχειρήσεις που χρειάζονται εκατομμύρια για να στηθούν και να λειτουργήσουν και που πολύ συχνά τις βλέπουμε να «ακολουθούν» την πολύ-πολύ πλούσια πελατεία τους και τα γούστα της ή τις γνώσεις της στο θέμα του φαγητού, και όχι το αντίθετο; Εγώ είμαι με τον κριτικό πάντως. Και πιστεύω πως η έντασή του ήταν σωστή και δίκαιη. After all, μιλάμε για ένα γεύμα που κοστίζει 600 ευρώ το άτομο. Και αυτό πρέπει να έχει μια κάποια αξία, πέρα από τη δύναμη που αποκτά ο εκάστοτε μεγιστάνας που μπορεί να τρώει εκεί για πλάκα.

 

 

 

Στην άλλη άκρη του κόσμου τώρα, 145 άτομα με αρχηγό τον Ρενέ Ρετζεπί μετακόμισαν στο Τουλούμ του μακρινού Μεξικό κι έστησαν μέσα στη ζούγκλα ένα εστιατόριο κάτω από φοίνικες και άλλα εξωτικά δέντρα με άμμο για πάτωμα κι ένα μενού που ήδη αξιολογείται από κριτικούς και επισκέπτες ως το γεύμα της δεκαετίας. Τι άνθρωπος κι αυτός ο Ρετζεπί! Τον κατηγορούν για πολλά, αλλά είναι τόσα τα σπουδαία που καταφέρνει. Και μόνο το μήνυμα που δίνει ότι η στασιμότητα και ο εφησυχασμός είναι ο θάνατος της δημιουργίας αρκεί, αλλά σκέψου πόσα ακόμα μαθήματα παίρνουμε καθημερινά από αυτόν. Λίγους μήνες πριν έκανε τον λαντζέρη του συνέταιρο στην εταιρεία του και απέδειξε σε όλους πως δεν μπορείς να μην αγαπάς και να μην τιμάς τους ανθρώπους που κάνουν το όραμά σου πραγματικότητα. Πρώτα ταξίδεψε το Noma στο Τόκιο, μετά στην Αυστραλία και τώρα επιχειρεί κάτι άκρως επικίνδυνο στο Mεξικό, μια χώρα που η σταθερότητα δεν είναι το φόρτε της. Το ρίσκο φαίνεται πως τον θρέφει και αυτό φαίνεται ήδη. Ναι, ναι, σίγουρα δεν είναι όλα όπως φαίνονται και υπάρχει πολύ pr σε όλο αυτό και η συντήρηση μιας συγκεκριμένης εικόνας. Τι με νοιάζει; Προτιμώ αυτά τα θετικά μηνύματα από το τίποτα. Αγιάζουν τα μέσα περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Αυτός έκανε τα λαχανικά και τα φρούτα σταρ των εστιατορίων και πάλι. Χωρίς να αναφέρει ποτέ τη λέξη χορτοφαγία, μας έμαθε να αγαπάμε και να πιστεύουμε στη μεγάλη γευστική ποικιλία της φύσης και πόσο θαυμαστό είναι να δοκιμάζεις κάτι πέρα από εκείνο το κομμάτι κρέας που έμαθαν όλοι να σου σερβίρουν. Όχι ότι δεν ήταν πάντα έτσι, αλλά από την ημέρα που η ομάδα του Noma μετακόμισε στο Μεξικό και άρχισε να στήνει αυτό το παραμυθένιο εστιατόριο, στο Instagram του εστιατορίου γίνεται αληθινό πάρτι. Σεφ, σερβιτόροι, μάνατζερ και λογιστές συμπεριφέρονται λες και βαδίζουν σε μαγεμένο κήπο. Κοιτάζουν τους καρπούς της ζούγκλας με αληθινό θαυμασμό, τα ψάρια και τα όστρακα του ωκεανού είναι σαν να έρχονται από έναν άλλο πλανήτη. Πίσω από όλο αυτό, βέβαια, υπάρχει η μεγάλη αγάπη του Ρετζεπί, που έρχεται εδώ πολλά χρόνια, γνωρίζει το φαγητό και κατόρθωσε, μετά από έρευνα, να δημιουργήσει ένα γεύμα γεμάτο Μεξικό, έτσι όπως αυτός το βλέπει. Στα stories του Instagram ο ενθουσιασμός και το παιχνίδι είναι ακόμα μεγαλύτερα. Φύλλα που δεν ήξερες και μάλλον δεν θα γευτείς ποτέ μας συστήνονται, ενώ η ομάδα αυτού του εστιατορίου είτε πρέπει να το παίζει πολύ καλά είτε είναι στ’ αλήθεια οι πιο χαρούμενοι και ωραίοι άνθρωποι που έχεις δει. Αυτόν το λογαριασμό Ιnstagram έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να κοιτάζουν όλοι ως το απόλυτο παράδειγμα του πώς μπορούν τα social media να βοηθήσουν την επιχείρησή σου και πώς το να είσαι αληθινός και ο εαυτός σου μπορεί να μην αρέσει σε όλους αλλά είναι σίγουρα η πιο πετυχημένη συνταγή. Πόσο θα ’θελα να μπορούσα να φάω σε αυτό το μέρος, κάτω από τους φοίνικες και τα μπαμπού, κι ας ήταν αυτό το πιο ακριβό γεύμα της ζωής μου, ίσως και το μοναδικό της χρονιάς. Αυτό κάνουν, κατά τη γνώμη μου, τα καλά εστιατόρια. Σε πείθουν να πας όχι γιατί αυτό είναι ένα power game ή μια πολυτέλεια που μόνο οι πλούσιοι μπορούν να ζήσουν. Είναι κάτι άλλο, ένα ταξίδι σε έναν κόσμο, σαν αυτό που πας όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο.

  

 

 

Τρεις φωτογραφίες από τον λογαριασμό Ιnstagram του Dominique Ansel. Cronuts, ένα παγωτό τυλιγμένο σε ψητό marshmallow, δεν έχω κάτι να προσθέσω. O παράδεισος είναι φτιαγμένος ολόκληρος από τέτοια πράγματα και τρώω φαγητό για να έρθει η ώρα του γλυκού!