Πίνοντας δίχως φίλους

 

― Πόσο μικροπρεπής γίνεται η ενηλικίωση! έλεγα μέσα μου. Πόσο αυτοκτονική εν τη αυταρκεία της.

 


Από το συγλονιστικό ON THE BOWERY, του Lionel Rogosin
Από το συγλονιστικό ON THE BOWERY, του Lionel Rogosin



Στην ηλικία των 25, έβλεπα τους μεγαλύτερους. Φίλοι υποτίθεται που με κάτι αφορμές, στα μάτια μου γελοίες, χάλαγαν δεκαετίες δεσμού γερού. Σα να πριονίζεις κλαδιά τριανταφυλλιάς τυλιγμένης δεκαετίες στην πόρτα σου, μου φαινόταν.

 

― Πόσο μικροπρεπής γίνεται η ενηλικίωση! έλεγα από μέσα μου. Πόσο αυτοκτονική εν τη αυταρκεία της.

 

Πίστευα (και πιστεύω) ότι η φιλία είναι ο πιο βαθύς έρωτας του κόσμου, γιατί δεν ξελογιάζεται από το υπόκωφη ορμή του σεξ ― την ευπρόσδεκτη σύγχυσή του.

 

Στα 40 άντεχα ακόμη. Με τα δόντια είχα κρατήσει τους επιζήσαντες  δίπλα μου. Λίγα λόγια και καλά. Το να πίνεις ένα ποτό μαζί τους, δίχως να διακρίνεις φτήνειες, κάτι πολύτιμο. Νόμιζες κιόλας ότι δεν παίζουν υπολογισμοί. Γιατί στα 40, έχεις ακόμα το χλωμό ίχνος μιας πίστης ότι οι άνθρωποι δεν είναι υφασμένοι από την ανάγκη. Αλλά έχουν ερήμην λίγη ποίηση στις βλέννες. Λίγη διάθεση να δουν την ανθρώπινη παλιοκατάστασή (τους) στα μάτια ενός άλλου.

 

Στα 59, η επιβίωση έπεσε σαν ακρίδα. Νυν απολύεις. Τελικά, κάνεις ή σου κάνουν όλα αυτά που κορόιδευες. Χάνεις τους φίλους σου για λόγους τόσο φτηνούς, τόσο αψυχολόγητους, που μισείς τις παλιές αγάπες σου σε βαθμό μισανθρωπίας. Όλα σου αποκαλύπτονται αίφνης σαν ένας κρυστάλλινος αστερισμός, που κάθε του γωνία είναι μια άλγεβρα υπολογισμού, συμφέροντος ή προδοσίας.

 

Κυρίως προδοσίας.

 

Έτσι, γερνάμε όπως γέρασαν όλοι. Ηττημένοι ― γενικώς. Κι οι μόνοι τελικοί συνοδοιπόροι είναι αυτοί που μάς ενώνει μαζί τους το μίσος ή ο φθόνος για τα ίδια πράγματα. Ή μια συνήθεια, που είναι σαν νεκροφάνεια.

 

Καμμιά φορά που πίνω μόνος (όπως απόψε) σκέφτομαι, αυτό που κανένας δεν σκέφτηκε τόσα χρόνια στις αχανείς  στρατιές των προδοτών:

 

Τι κριμα! τι κρίμα! τι κρίμα!