Είδα ανθρώπους κρεμασμένους με σκοινί από ένα καρφί στον τοίχο...

Οι πρώτες σελίδες από ένα βιβλίο που συγκεφαλαιώνει μικρά κείμενα του Γκυ ντε Μωπασάν για την αυτοκτονία― ενός συγγραφέα που δυό φορές αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κι αυτός, με περίστροφο και κομμένο γυαλί, αλλά τον ξέκανε η παράνοια από την σύφιλη, μόλις στα 43 του χρόνια.

 

Αυτοκτονία με απαγχονισμό, περ. 1910.
Αυτοκτονία με απαγχονισμό, περ. 1910.

 

Ο ΣΗΚΟΥΑΝΑΣ κυλούσε νωχελικός μπροστά από το σπίτι μου, αρυτίδωτος, αστράφτοντας στο πρωινό φως: μια όμορφη, αργόσυρτη, πλατιά ασημένια λωρίδα, με πορφυρές ανταύγειες. Από την άλλη πλευρά, στα πρανή του ποταμού, ψηλές δεντροστοιχίες σχημάτιζαν ένα πελώριο πράσινο τείχος.

 

Η αίσθηση της ζωής που ξεκινάει κάθε καινούργια μέρα, μιας ζωής όλο δροσιά, χαρά και έρωτα, θρόιζε στις φυλλωσιές των δέντρων, παλλόταν στον αέρα, καθρεφτιζόταν στα νερά του ποταμού.

 

Μου έδωσαν τις εφημερίδες που είχε φέρει ο ταχυδρόμος και, με ήρεμο βήμα, πήγα στο ποτάμι να τις διαβάσω.

 

Στην πρώτη που άνοιξα είδα τις λέξεις «Στατιστικά στοιχεία περί αυτοκτονιών» και, διαβάζοντας, πληροφορήθηκα ότι εκείνη τη χρονιά είχαν αυτοκτονήσει πάνω από οχτώμισι χιλιάδες άνθρωποι. 

 

Στη στιγμή τους είδα! Είδα όλη εκείνη τη φριχτή αυτόβουλη σφαγή, όλους εκείνους τους απελπισμένους και κουρασμένους από τη ζωή. Είδα ανθρώπους που αιμορραγούσαν με σπασμένο σαγόνι και κρανίο, ανθρώπους χτυπημένους κατάστηθα από σφαίρα να ψυχορραγούν αργά, μόνοι σε στενόχωρα δωμάτια ξενοδοχείων, χωρίς να δίνουν καμία σημασία στις πληγές τους, με το μυαλό κολλημένο στη δυστυχία τους.

 

Είδα κι άλλους, ανθρώπους με κομμένο λαιμό και κοιλιά ανοιγμένη, να κρατάνε ακόμα στο χέρι το κουζινομάχαιρο ή το ξυράφι.

 

Είδα άλλους να κάθονται μπροστά σ’ ένα ποτήρι και να βουτάνε μέσα σπίρτα και άλλους μπροστά σε ένα μπουκαλάκι με κόκκινη ετικέτα.

 

Τα κοιτούσαν με απλανές βλέμμα, ακίνητοι· έπιναν το περιεχόμενό τους και περίμεναν· ένας σπασμός συσπούσε τα μάγουλα και τα χείλη τους, ενώ ο τρόμος διέστελλε τα μάτια τους, αφού δεν ήξεραν ότι υποφέρει κανείς τόσο πολύ πριν από το τέλος.

 

Σηκώνονταν επάνω, στέκονταν για λίγο όρθιοι, ύστερα έπεφταν κάτω και, πιάνοντας την κοιλιά με τα χέρια τους, ένιωθαν τα σπλάχνα τους να καίγονται, καθώς τα έτρωγε το υγρό δηλητήριο, πριν το μυαλό τους αρχίσει να σκοτεινιάζει.

 

Είδα ανθρώπους κρεμασμένους με σκοινί από ένα καρφί στον τοίχο, από ένα μάνταλο παραθύρου, από ένα γάντζο στο ταβάνι, από τα δοκάρια μιας σιταποθήκης, από τα κλαδιά ενός δέντρου μέσα στη νυχτερινή βροχή. Και έβαζα με το νου μου τι θα είχαν περάσει μέχρι να καταλήξουν έτσι, με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω και το κορμί ακίνητο. Φανταζόμουν την αγωνία τους, τους τελευταίους ενδοιασμούς, τις κινήσεις τους για να δέσουν το σκοινί, να δοκιμάσουν αν αντέχει, να το περάσουν στο λαιμό τους και να αφήσουν το σώμα τους μετέωρο στο κενό.

 

Είδα και άλλους, ξαπλωμένους σε άθλια κρεβάτια, μανάδες με τα παιδάκια τους, πεινασμένους γέρους, κοπέλες που σπάραζαν από τον καημό της αγάπης, όλους άκαμπτους, άπνοους, μελανιασμένους, ενώ ένα μαγκάλι κάρβουνα κάπνιζε στη μέση της κάμαρας.

 

Και άλλους, που πηγαινοέρχονταν μέσα στη νύχτα πάνω σε έρημες γέφυρες. Αυτοί είχαν την πιο θλιβερή όψη. Το νερό κυλούσε κάτω από τα τόξα της γέφυρας με έναν υπόκωφο, μακρόσυρτο θόρυβο. Μα εκείνοι δεν το ’βλεπαν, μόνο διαισθάνονταν την ύπαρξή του από την παγωμένη ανάσα του! Την ποθούσαν και τη φοβούνταν μαζί. Μα δεν τολμούσαν! Και όμως έπρεπε να βρουν το θάρρος! Και ενώ μακριά ηχούσε μια καμπάνα σημαίνοντος τις ώρες, έξαφνα, μες στη βαθιά σιωπή και στο σκοτάδι, ακούγονταν διαδοχικά - για να σβήσουν αμέσως μετά - ο ήχος ενός σώματος που έπεφτε στο ποτάμι, κραυγές- ο παφλασμός του νερού καθώς το χτυπούσε ένα χέρι. Κάποιες φορές, όταν έπεφταν με δεμένα χέρια ή με μια πέτρα δεμένη στο πόδι, ακουγόταν μόνο ο παφλασμός του κορμιού τους που έπεφτε στο νερό.

 

Αχ, τους καημένους, τους καημένους, τους καημένους! Πόσο συναισθάνομαι την αγωνία τους, πόσο ο θάνατός τους με κάνει να υποφέρω! Πέρασα όλα τους τα βάσανα, μέσα σε μια ώρα έζησα όλα τα μαρτύριά τους. Βίωσα τις θλίψεις που τους οδήγησαν εκεί, γιατί κανείς δεν νιώθει την ατιμωτική απάτη της ζωής όσο εγώ.

 

Πόσο τους καταλαβαίνω! Αδύναμοι, χτυπημένοι από τη μοίρα, έχοντας χάσει τα αγαπημένα τους πρόσωπα, έχοντας ξυπνήσει από το όνειρο μιας αργοπορημένης ανταμοιβής, χωρίς την αυταπάτη μιας μέλλουσας ζωής όπου επιτέλους ο Θεός, ύστερα από μια περίοδο μεγάλης σκληρότητας, θα έδειχνε τη δικαιοσύνη Του, έχοντας απομυθοποιήσει την αναζήτηση της ευτυχίας, τα έχουν βαρεθεί όλα και θέλουν να βάλουν τέλος σ’ αυτή τη δίχως αναπαμό τραγωδία, σ’ αυτή την ταπεινωτική κωμωδία.

 

Αυτοχειρία! Η δύναμη αυτών που έχουν χάσει κάθε δύναμη, η ελπίδα αυτών που δεν ελπίζουν πια, η ύψιστη πράξη θάρρους των ηττημένων! Μάλιστα, σ’ αυτή τη ζωή υπάρχει τουλάχιστον μία πόρτα που μπορείς πάντα να την ανοίξεις και να βρεθείς στην άλλη πλευρά. Η φύση μας λυπήθηκε και δεν μας στέρησε αυτή τη δυνατότητα. Οι απελπισμένοι την ευχαριστούν!

 

Όσο για εκείνους που απλώς έχουν χάσει τις ψευδαισθήσεις τους, αυτοί ας συνεχίσουν το δρόμο τους με ελεύθερη ψυχή και γαλήνη στην καρδιά. Δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα, αφού μπορούν να φύγουν όποτε θέλουν· πίσω τους θα υπάρχει πάντα αυτή η πόρτα, που ούτε οι κατ’ όναρ θεοί μπορούν να κλείσουν.

 

Σκεφτόμουν όλο αυτό το πλήθος των ανθρώπων που είχαν πεθάνει με τη θέλησή τους: πάνω από οχτώμισι χιλιάδες σ’ ένα χρόνο! Και μου φαινόταν πως είχαν μαζευτεί όλοι για να κάνουν μια προσευχή, ένα τάμα, ζητώντας κάτι που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αργότερα, όταν ο κόσμος θα τους καταλάβαινε καλύτερα. Είχα την εντύπωση πως οι φοβερές αυτές ορδές των βασανισμένων, των σφαγμένων, των φαρμακωμένων, των κρεμασμένων, των πνιγμένων έρχονταν στη σειρά, σαν ψηφοφόροι που περιμένουν στην ουρά για να πουν στην κοινωνία: «Δώστε μας τουλάχιστον τη δυνατότητα να πεθάνουμε ήσυχα! Βοηθήστε μας να πεθάνουμε, εσείς που δεν μας αφήσατε να ζήσουμε! Δείτε μας! Είμαστε πολλοί και, σ αυτή την εποχή, εποχή ελευθερίας, ιδεολογικής ανεξιθρησκίας και καθολικής ψήφου, έχουμε το δικαίωμα να μιλήσουμε. Χαρίστε σε όσους παραιτούνται από τη ζωή το έλεος ενός αξιοπρεπούς θανάτου».

 

_______________________________________

Γκύ ντε Μωπασάν, Οι Αυτόχειρες. Μετάφραση- επίμετρο: Γιώργος Ξενάριος. Εκδόσεις Κέδρος, ex Libris 2018, σελ. 7-11.