Ο Διονυσάκης Βίτσος

 

Μπαρμπέρικο στη Ζάκυνθο
Μπαρμπέρικο στη Ζάκυνθο

 

Μόλις φύγαμε από τις παράγκες του σεισμού (θα ήμουν 2 χρονών), νοικιάσαμε ένα μισοχτισμένο σπίτι, ασοβάντιστο. Απο τις τρύπες των τούβλων, πέρναγε το κρύο - αλλά δεν μάς ένοιαζε πολύ.

Το σοκάκι που μέναμε (πολύ στενό, δίχως αυτοκίνητα) έβλεπε στις πίσω αυλές μιας σειράς σπιτιών που είχαν χτιστεί στη θάλασσα. 

 

Το πιο λαμπρό μεταξύ τους, το παντοπωλείο του Ζαχαρία. Εκεί έμενε κι ο Διονυσάκης, ένα καλόγνωμο, απόμακρο παιδί που σε αντίθεση με εμάς, διάβαζε όλη μέρα στο πλούσιο (έτσι μάς φαινόταν τότε) υπερώο του.

 

Ο Διονυσάκης ίδρυσε αργότερα το περιοδικό και τις εκδόσεις Περίπλους. Αν και έβγαλε εξαίρετους τίτλους, μεταξύ άλλων, ποτέ δεν μου ζήτησε μια χάρη προβολής. Ποτέ. Ακολούθησε μια ζωή όπως τη ονειρεύτηκε: χαμηλόφωνη, αξιοπρεπή, μέσα στα βιβλία. Ούτε καπατσοσύνες ούτε δημόσιες σχέσεις ούτε μικροπρέπειες.

 

Κι εγώ, παρασυρμένος τόσα χρόνια στα δικά μου, αγνόησα σχεδόν ολοκληρωτικά την δουλειά του, τα βιβλία του, τον ίδιο, τα κοινά παλιά μας χρόνια.

 

Χωρίς αφορμή, σήμερα τον σκέφτηκα. Κι ευχήθηκα μέσα μου να είναι πάντα καλά - και να παραμείνει αυτό που είναι: κάτι αντίθετο από τις τρέχουσες συμπεριφορές…