Σ.Τ.
Σ.Τ.

 

Όνειρο

Έφτασα, λέει, στο λιμάνι του νησιού μου. Αλλά δεν έμοιαζε με τη Ζάκυνθο. Κάτι σαν Αίγινα. Έπρεπε να διασχίσουμε ένα λόφο για να φτάσουμε σπίτι. Είχα λίγη βενζίνη. Ο πατέρας μου, ήταν δίπλα μου στο αυτοκίνητο. «Μη φοβάσαι, θα φτάσει...» μου έλεγε, με το δειλό χαμόγελό του, τα ωραία του μάτια.
 

Ανεβήκαμε, κατεβήκαμε, φτάσαμε. 

 

Το πατρικό μου, ήταν ένα παράπηγμα δίπλα στο θάλασσα. Σε ένα ψαροχώρι, όπως αυτά τα νεοελληνικά, τα φύρδην μύγδην. 

 

Η μάνα μου φορούσε μαύρα. 

 

Τον αγκάλιασα κλείνοντας τα μάτια -πράγμα που όσο ζούσε, δεν είχα κάνει ποτέ.

Αίσθημα βαθιάς ευτυχίας, ξυπνώντας.