Μέσα σε μαύρο πέλαγος είμαι και κινδυνεύω
και από τον μέρμηγκα της γης παρήγορια γυρεύω.

― Μάρκος Βαμβακάρης

 

Φωτ.: Σ.Τσ.
Φωτ.: Σ.Τσ.

 

Κάτω απ΄το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Τι όνομα!

 

Υποτίθεται, το τελευταίο καλοκαιριάτικο απόγευμα του 2017. 

 

Σε δυό καλύβες, ταμπουρωμένοι δυο γέροι ρεμπέτες, μάς βλέπουν με λοξό μάτι -«πώς βρέθηκαν εδώ αυτοί οι φλώροι με τα κινητά;».

 

Ο ένας, κάτω από το μικρό φάρο, αφόδευε, εγκαίρως μπήκε στη θάλασσα γυμνός, φορώντας μόνο μια αθλητική φανέλλα και ξέπλενε τον πρωκτό του όσο πλησίαζα. Όταν έφτασα είχε φορέσει ένα σορτσάκι και καθόταν τακτικός στην πλαστική καρέκλα του, κοιτάζοντας τη μικρή βρώμικη θάλασσα.

 

Φωτ.: Σ.Τσ.
Φωτ.: Σ.Τσ.

 

― Τι λέει; τον ρώτησα, με μια παράξενη άνεση που συνήθως δεν έχω.

 

― Ωωω! απάντησε. Τέτοιος αέρας, από πού έρχεται, μου λές; Τέτοιος ήλιος!

 

Είχε το κόκκινο χρώμα και το πρήξιμο των αλκοολικών. Παραδίπλα μια σκηνή με ένα στρώμα και κουρέλια― δεν τόλμησα να τον ρωτήσω αν μένει εκεί, ή την έχουν τσιγγάνοι ή άστεγοι. 

 

― Είσαι βασιλιάς, του είπα και λίγο το εννοούσα. Πάντα θαύμαζα όσους ξέρουν τι είναι ήλιος, θάλασσα, μοναξιά και δέντρα (και σκουπίδια). Κι ενίοτε χορταίνουν από αυτά.

 

Ο άλλος γέρος, ενοχλημένος από τη διατάραξη του άβατου, σηκώθηκε και έφυγε βλοσυρός. Μέσα στη καλύβα του, πέντε καρέκλες, ένα πλαστικό τραπέζι. Στην αριστερή πλευρά, κάποιος είχε γράψει με σπρέι «Fuck».

 

Ανάμεσα στ' αρμυρίκια, τους ευκαλύπτους και τις καλαμιές, μια ανθισμένη γαζία. 

 

― Αντίο, καλή καρδιά, τού είπα (δεν λέω ποτέ αυτή φράση)

 

― Γειά χαρά ντάν! μου απάντησε.

 

Φωτ.: Σ.Τσ.
Φωτ.: Σ.Τσ.