Όλα ξεκίνησαν πριν από μήνες, με την απροσδόκητη για μένα πρόταση δύο καλών συναδέλφων και φίλων, του Παναγή (Παναγιωτόπουλου) και του Βασίλη (Βαμβακά). Πολλά χρόνια τώρα, μαζί με άλλους, έχουν αναδείξει τη δεκαετία του ’80 σε έγκυρο αντικείμενο έρευνας. Από αυτήν τη συλλογική δουλειά αναγνωρίστηκε η ιδιαίτερη βαρύτητα που είχε η συγκεκριμένη περίοδος για μεγάλες μεταβολές της ελληνικής ζωής. Τώρα, όμως, όλα αυτά έπρεπε να γίνουν μια μεγάλη, πολυπρισματική έκθεση. Οι ιδέες, οι τάσεις και οι εικόνες μιας εποχής θα έπρεπε να ενσαρκωθούν σε αντικείμενα και εκθέματα. Κάθε ιδέα να αποκτήσει χωρική διάσταση. Η μόδα, η διακόσμηση, οι τεχνολογίες φυσικά. Αλλά και τα πολιτικά και ιδεολογικά πάθη της δεκαετίας. Όψεις της υλικής ζωής, οι πολιτισμικοί κώδικες, οι πολιτικοί χάρτες, όλα αυτά από κοινού στον χώρο της Τεχνόπολης.

 

Η πρόκληση του εγχειρήματος ήταν εξαρχής μεγάλη. Διότι η συγκεκριμένη δεκαετία είχε για μένα –όπως και για άλλους από τη γενιά μου– και ένα αναντίρρητο αυτοβιογραφικό βάρος. Υπήρξε τόπος και χρόνος μιας ενηλικίωσης, διανοητικής και πολιτικής. Το προσωπικό βίωμα αλλά και μνήμες με ισχυρό συναισθηματικό αποτύπωμα μεσολαβούν ανάμεσα στο τώρα και στο μακρινό χθες. Άλλωστε, αν έχεις ζήσει εκείνη την εποχή, έχεις διαμορφώσει πεποιθήσεις για πολλά φαινόμενα της εποχής, για πρόσωπα και γεγονότα. Εκ των υστέρων, συνήθως αναθεωρείς το βλέμμα σου και, παρ’ όλα αυτά, μένουν πάντα τα υπόλοιπα διαφόρων δεσμεύσεων. Πόσο μάλλον αν αυτές διαδραματίστηκαν στην πρώτη σου νεότητα.

 

Πολλά ήταν τα μεθοδολογικά προβλήματα επίσης. Στο πλαίσιο του GR80s, η ιδεολογία καλύπτει ένα περίπτερο παραπλεύρως του μεγάλου χώρου, το οποίο αφιερώνεται στην πολιτική. Τι θα είχε, λοιπόν, τον πρώτο λόγο σε σχέση με την ιδεολογία; Τα πολιτικά και κομματικά αφηγήματα της εποχής ή η ευρύτερη κουλτούρα και τα διάσπαρτα ερεθίσματα της δεκαετίας;

 

Η δεκαετία του '80,  ιδεολογικά κινήθηκε σε μια διαρκή αμφιθυμία. Από τη μια ήταν χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου είδαμε την επέκταση του μεταπολιτευτικού προοδευτισμού στο κράτος, στους κοινωνικούς θεσμούς και στη βιωμένη καθημερινότητα των πολιτών. Από την άλλη, είναι η πρώτη δεκαετία στην οποία εμφανίστηκε η κόπωση και κάποια φαινόμενα αποξένωσης/αποσύνδεσης από το πολιτικό σύστημα και τους ιδεολογικούς κώδικες της Αριστεράς.

 

Τέτοια ερωτήματα απαντήθηκαν και μέσα από το υλικό που βρέθηκε, όχι τόσο εύκολα όσο θα περίμενε κανείς. Είναι ευκολότερο να βρει κανείς ένα περιοδικό του 1880 από συγκεκριμένα τεύχη του 1983 ή του 1986. Όσο πιο πρόσφατη ιστορικά είναι μια εποχή, τόσο λιγότερο αναγνωρισμένη στις δημόσιες, αρχειακές συλλογές. Και ως έναν βαθμό είναι λογικό: οι δεκαετίες των πολέμων και των εμφύλιων ρηγμάτων, οι εποχές της καταστολής και της πολιτικής ανωμαλίας, προσελκύουν περισσότερο τους ερευνητές από μια περίοδο πεζής και ειρηνικής μεταμόρφωσης της ζωής. Το ’80 δεν είχε πια τον επαναστατικό λυρισμό των παλιότερων, αντιστασιακών εποχών.  

 

Στην πορεία όλων αυτών των μηνών πολύτιμη στάθηκε η πρακτική εμπλοκή των βοηθών της έρευνας, δύο νέων παιδιών, του Ιάσονα και του Γιώργου. Από το Μοναστηράκι στα παλαιοβιβλιοπωλεία των Εξαρχείων και από κει στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες και στα αρχεία, αναζήτησαν τεκμήρια και αντικείμενα της ιδεολογικής ιστορίας.

 

Κατά τη συλλογή του υλικού συναντήσαμε και μια ακόμα δυσκολία: το θέμα της ιεράρχησης ανάμεσα στα τεκμήρια. Θα ήταν από τις κυρίαρχες οικογένειες της πολιτικής και της ιδεολογίας ή και κείμενα που διακινήθηκαν στους εναλλακτικούς χώρους της εποχής; Πώς να παραβλέψει κανείς το γεγονός πως ο όψιμος αναβιωτισμός γύρω από τη δεκαετία του ’80 λατρεύει κατά κανόνα τις παράδοξες και έκκεντρες υποκειμενικότητες του τότε: κάθε λογής «εναλλακτικές» μικρο-κοινότητες, από τη μουσική μέχρι τους πολιτικούς εξτρεμισμούς και τους κύκλους όπου διαμορφώθηκαν άλλοι πειραματισμοί (για παράδειγμα, οι πρώιμες new age ενασχολήσεις).

 

Η δική μου επιλογή είναι διαφορετική, καθώς πιστεύω ότι πρέπει να εκτεθούν οι ουσιώδεις διαμάχες που καθόρισαν το πνεύμα της δεκαετίας. Δεν επιδίωξα έτσι να δοθεί προνομιακός ρόλος σε ιδέες που ενδεχομένως μπορεί να φαντάζουν περισσότερο ερεθιστικές από αισθητική άποψη, αλλά δεν είχαν πραγματική απήχηση. Δεν στράφηκα στις ιδεολογικές αντι-κουλτούρες ή στις μικρο-ουτοπίες αλλά κυρίως στα χνάρια των μεγάλων τομών. Προσπάθησα να αναδείξω ιδεολογικά κρίσιμες διασταυρώσεις, πέρα από αυτά που θα κολάκευαν έναν εστέτ αναβιωτισμό ή ιδιαίτερα πολιτισμικά γούστα.

 

Έτσι, διαμορφώθηκε το βασικό timeline και το κεντρικό κείμενο του επιμελητή.

 

Συνοψίζοντας, λοιπόν, την ιδέα μου για τη δεκαετία του ’80, εκτιμώ ότι ιδεολογικά κινήθηκε σε μια διαρκή αμφιθυμία. Από τη μια ήταν χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου είδαμε την επέκταση του μεταπολιτευτικού προοδευτισμού στο κράτος, στους κοινωνικούς θεσμούς και στη βιωμένη καθημερινότητα των πολιτών. Από την άλλη, είναι η πρώτη δεκαετία στην οποία εμφανίστηκε η κόπωση και κάποια φαινόμενα αποξένωσης/αποσύνδεσης από το πολιτικό σύστημα και τους ιδεολογικούς κώδικες της Αριστεράς. Άλλο χαρακτηριστικό: ιδεολογικοί αναχρονισμοί και υλικοί εκσυγχρονισμοί μεγάλης κλίμακας συνυπάρχουν, συχνά και στα ίδια πολιτικά υποκείμενα. Η ώθηση προς τον σύγχρονο ατομικισμό και η κρίση των παραδοσιακών πειθαρχικών θεσμών θα συμβαδίσουν με τη μεγάλη αντοχή του οικογενειακού προστατευτισμού και της αριστερόστροφης «αντιφασιστικής» πολιτικής μνήμης. Ένας πιο βαθύς εξαμερικανισμός στα πολιτισμικά γούστα της ελληνικής κοινωνίας συνυπάρχει με τον αντιαμερικανισμό στις δημόσιες ρητορικές. Κι ακόμα, η εξοικείωση με πιο νεωτερικούς τρόπους ζωής εναλλάσσεται, στην ίδια σεκάνς, με την έξαρση των φανατικών πολώσεων ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις.

 

Η δεκαετία του ’80 φιλοξενεί εν τέλει μια διαρκή ένταση στα ήθη και τις κοινωνικές πρακτικές. Συνεχίζει την πορεία του μεταπολιτευτικού εκδημοκρατισμού, αλλά με παρεκκλίσεις και αντινομίες.

 

Στο GR80s κάθε επιμελητής καταθέτει τη συλλογιστική του, το βλέμμα του. Από κει και πέρα όμως, η εικαστική, αρχιτεκτονική επιτέλεση και όλη η «κατασκευαστική» πλευρά της διοργάνωσης έκαναν πραγματικότητα την προσφορά του κόσμου, την ενέργεια των εθελοντών, τις διαισθήσεις των επιμελητών.

 

Από δω και πέρα η συζήτηση για τη δεκαετία του ’80, τη Μεταπολίτευση ή την ύστερη νεωτερική Ελλάδα θα έχει εμπλουτιστεί με την εμπειρία αυτής της διοργάνωσης. Και με όλες τις μορφές γνώσης και επικοινωνίας που θα φέρει μαζί της στο διάστημα μέχρι τον Μάρτιο.