Λίγοι από μας γνωρίζουν τι να πουν σε έναν συγγενή, φίλο ή γνωστό που θρηνεί. Για την ακρίβεια λίγοι από εμάς που έχουμε υποστεί μια οδυνηρή απώλεια γνωρίζουμε πώς να αντιμετωπίσουμε το δικό μας πένθος.

 

Και παρόλο που με την ιδέα του θανάτου είμαστε λίγο ή πολύ εξοικειωμένοι, μας είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστούμε το φυσικό και επώδυνο επακόλουθο της απώλειας: τη θλίψη.

 

Από τη μέρα που γεννιόμαστε γνωρίζουμε ότι κάποια μέρα θα πεθάνουμε και ότι τα αγαπημένα μας πρόσωπα θα φύγουν από τη ζωή. Αυτή όμως η πληροφορία ποτέ δεν μας προετοιμάζει για το γεγονός αυτό καθαυτό, ούτε για τα συναισθήματα που συνεπάγεται.


Συνήθως όταν βιώνουμε μια απώλεια και βρισκόμαστε μέσα σε κατάσταση πένθους έχουμε την αίσθηση ότι η δυστυχία που νιώθουμε δεν θα σταματήσει ποτέ. Ενώ όσο πιο σημαντική είναι η απώλεια, τόσο πιο έντονος είναι και ο θρήνος. Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου είναι ο πιο συνηθισμένος λόγος για να βιώσει κανείς τον θρήνο στην πιο έντονη μορφή του.

 

Όμως, ακόμα και μικρότερης σημασίας απώλειες ενδέχεται να προκαλέσουν τον θρήνο. Για παράδειγμα μπορεί να προκληθεί από την απώλεια ενός κατοικίδιου, από την απώλεια σπιτιού ή εργασίας, ή οτιδήποτε άλλο θεωρεί καθένας από εμάς σημαντικό και πολύτιμο.

 

Αν μπλοκάρουμε το φυσιολογικό και ταιριαστό για την περίσταση συναίσθημα της θλίψης, προσπαθώντας να το αρνηθούμε ή να το εκλογικεύσουμε, ώστε να μην το νιώθουμε, τότε απαγορεύουμε στον εαυτό μας να πενθήσει και δημιουργούμε συναισθηματική εμπλοκή.


Μιλήσαμε με την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Θεανώ Πολυζωγοπούλου σχετικά με το αίσθημα του κενού, της απελπισίας και της βαθιάς μοναξιάς που αισθανόμαστε όταν χάνουμε έναν δικό μας άνθρωπο. Και παρότι είναι δύσκολο να μιλάμε για πράγματα που μας πονάνε, καμιά φορά φαίνεται βοηθητικό να μιλάμε για αυτά.

 

— Πως αντιμετωπίζει κανείς τη θλίψη που αισθάνεται μετά από μια σημαντική για τον ίδιο απώλεια;

Το πένθος είναι μια φυσιολογική και υγιής συναισθηματική διαδικασία, η οποία ακολουθεί κάθε απώλεια. Ως απώλεια, δεν εννοούμε μόνο τα δυσάρεστα γεγονότα, όπως η απώλεια της εργασίας, το τέλος μιας συντροφικής ή φιλικής σχέσης ή τον θάνατο, αλλά και το κλείσιμο ενός κύκλου για ευχάριστο λόγο, όπως π.χ. είναι η μετάβαση από μια εκπαιδευτική βαθμίδα σε άλλη (από τη λύκειο στο πανεπιστήμιο), μια μετακόμιση (ακόμα και σε καλύτερο σπίτι) ή μια νέα εργασία. Το τελευταίο μάλιστα μπερδεύει αρκετά τους ανθρώπους που απορούν γιατί νιώθουν θλίψη, ενώ πρόκειται για μια ευχάριστη κι επιθυμητή εξέλιξη.

 

Η απλή απάντηση στο ερώτημα είναι: Δεν το «αντιμετωπίζει», το αφήνει να υπάρξει. Μια απώλεια συμβολίζει κι ένα κομμάτι του εαυτού μας που έχει συνδεθεί με αυτό που χάθηκε. Πολλές φορές αυτό είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας, όπως το σπίτι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, το επάγγελμά μας, ή ένας γονέας.

 

Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αναγνωρίσουμε και να του επιτρέψουμε να υπάρχει, γιατί αυτό είναι το φυσιολογικό και αρμόζον. Πολλές φορές λέω στους ανθρώπους «για ποιο λόγο να μην στεναχωρηθείς τώρα, αφού αυτό που ζεις είναι στενάχωρο;».

 

Αν μπλοκάρουμε το φυσιολογικό και ταιριαστό για την περίσταση συναίσθημα της θλίψης, προσπαθώντας να το αρνηθούμε ή να το εκλογικεύσουμε ώστε να μην το νιώθουμε, τότε απαγορεύουμε στον εαυτό μας να πενθήσει και δημιουργούμε συναισθηματική εμπλοκή.

 

— Υπάρχουν κάποιες στρατηγικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε ώστε να εκφράσουμε, να αντιμετωπίσουμε και να ανακουφιστούμε από τα βάσανα όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια τέτοια τραγωδία;

Η βασική στρατηγική είναι να αναγνωρίσουμε και να δεχτούμε πως η θλίψη είναι κάτι το φυσιολογικό αλλά και απαραίτητο, ώστε να προχωρήσει υγιώς η διαδικασία του πένθους. Είναι βοηθητικό να μας επιτρέψουμε να μιλήσουμε γι αυτό στον περίγυρό μας ή και να ζητήσουμε από τους δικούς μας ανθρώπους να μας ακούσουν.

 

Κάτι άλλο που βοηθάει είναι να δώσουμε χώρο στον εαυτό μας να αναπολήσει την ιστορία μας με αυτόν ή αυτό που χάθηκε και να εστιαστεί σε ότι καλό προέκυψε από αυτή τη σχέση. Έτσι μπορούμε να ανακουφιστούμε από τα συναισθήματα της ευγνωμοσύνης και της χαράς με τα οποία θα συνδεθούμε.

 

Ως προς τα συναισθήματα του θυμού και της μεγαλύτερης θλίψης που προκύπτουν κατά διαστήματα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως είναι κι αυτά φυσιολογικά και να τ' αφήσουμε να υπάρχουν.

 

— Είναι τελικά εντάξει να μην είμαστε εντάξει όταν πενθούμε;

Ναι. Είναι εντάξει. Αν δεν είμαστε σε δυσκολία όταν πενθούμε, πότε θα είμαστε;

 

— Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να στηρίξουμε κάποιον που θρηνεί και ποιο είναι το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε;

Ο καλύτερος τρόπος είναι να είμαστε εκεί, παρόντες και να τον ακούσουμε. Δεν χρειάζεται να πούμε και πάρα πολλά.

 

Δεν χρειάζεται να πούμε καν πως τον καταλαβαίνουμε, ειδικά όταν δεν τον καταλαβαίνουμε στ' αλήθεια. Μόνο να είμαστε εκεί και ν' αντέξουμε τη θλίψη του.

 

Αυτό βέβαια προϋποθέτει ν' αντέχουμε τη δική μας θλίψη. Η ενεργητική ακρόαση κι η ουσιαστική παρουσία μας, με ήρεμη αποδοχή των συναισθημάτων του, είναι ότι καλύτερο.

 

Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να προσπαθήσουμε να τον «βγάλουμε» από το δύσκολο συναίσθημα. Φράσεις όπως «δεν σε φοβάμαι εσένα, είσαι δυνατός», «όλα γίνονται για κάποιο λόγο», ή το επικό «μη στεναχωριέσαι/κλαις» κλπ, όχι μόνο δεν βοηθάνε, αλλά δημιουργούν στον άλλο το συναίσθημα ότι τα συναισθήματά του είναι απαράδεκτα ή παράλογα και τον αφήνουν μόνο του συναισθηματικά.

 

Πρέπει επίσης να θυμόμαστε πως είμαστε εκεί για τον άλλον κι όχι για τον εαυτό μας. Άρα, το να βάλουμε κι εμείς τα κλάματα και να πρέπει ο άλλος να μας παρηγορεί ή ν' αρχίσουμε να λέμε τα δικά μας βάσανα και να στρέψουμε την εστίαση στον εαυτό μας δεν βοηθάει.

 

— Τι μπορούμε να πούμε σε κάποιον που πενθεί; Ποιες είναι οι κουβέντες που μπορούν να παρηγορήσουν;

 Mπορούμε να του πούμε πως λυπόμαστε πολύ γι αυτό που του συμβαίνει, να του πούμε πως είμαστε εκεί γι αυτόν όποτε το χρειαστεί.

 

Μπορούμε επίσης να είμαστε ειλικρινείς και να παραδεχτούμε πως και για εμάς είναι δύσκολο ή άγνωστο αυτό που περνάει, αλλά θέλουμε να βοηθήσουμε με όποιον τρόπο μπορούμε.

 

Μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να μιλήσει γι αυτό που χάθηκε κι έτσι να δει τη μεγάλη εικόνα. Να θυμόμαστε όμως να είμαστε πολύ προσεκτικοί και σ΄επαφή με τα δικά μας συναισθήματα.

 

— Πόσο καιρό είναι σωστό να πενθούμε;

Το διάστημα του πένθους ποικίλει, ανάλογα με το είδος και ο μέγεθος της απώλειας. Για έναν θάνατο ένα μέσο διάστημα είναι τα 2-3 χρόνια. Τόσο παίρνει συνήθως για να ολοκληρωθεί η φυσιολογική πορεία του πένθους και να κλείσει ομαλά ο κύκλος του.

 

Διευκρινίζω, πως είναι άλλο το πένθος, κι άλλο η μνήμη κι η αναφορά σ' εκείνον που χάθηκε.

 

— Η απώλεια, η θλίψη και το πένθος είναι ένα ανθρώπινο παγκόσμιο φαινόμενο, τόσο παλιό όσο και η ανθρωπότητα. Ωστόσο, κανείς δεν φαίνεται να είναι προετοιμασμένος σωστά γι αυτό. Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως πρέπει να μάθουμε να μιλάμε περισσότερο για αυτά τα θέματα;

Νομίζω πως είναι κομμάτι της φύσης μας να εστιαζόμαστε στη δημιουργία και τη διατήρηση μιας καλής κατάστασης για τον εαυτό μας κι εκείνους που αγαπάμε. Είναι αλήθεια πως οι πιο παραδοσιακές κοινωνίες είχαν πλήρως εντεταγμένη την πραγματικότητα του θανάτου (κυρίως), στην καθημερινή τους κουλτούρα.

 

Ο σύγχρονος δυτικός τρόπος ζωής σχεδόν απαγορεύει τη θλίψη, ως ένδειξη αδυναμίας. Αυτή η στάση δημιουργεί προβλήματα. Ναι, θα πρέπει να μάθουμε να μιλάμε γι αυτό και να μην το θεωρούμε αδυναμία.

 

— Ο τρόπος για να καταφέρουμε να επιζήσουμε από τη θλίψη είναι να επιτρέψουμε στον πόνο να υπάρχει και όχι να προσπαθήσουμε να τον καλύψουμε. Αυτό είναι λοιπόν;

Συμφωνώ κι επισημαίνω πως είναι άλλο το πένθος, με όλα του τα συνοδά συναισθήματα, κι άλλο η καθήλωση σε μια εμπλοκή που προέρχεται από μια απώλεια.

 

— Κάποιοι λένε ότι δεν ξεπερνούμε ποτέ μια απώλεια αλλά μαθαίνουμε να ζούμε με αυτήν.

Η απώλεια είναι κάτι που συντελείται και δεν μπορεί να αναιρεθεί. Μπορούμε πάντα να θυμόμαστε αυτό που έχει γίνει, τον άνθρωπο, το κατοικίδιο, το σπίτι ή ότι έχουμε αποχωριστεί, αλλά να μην πενθούμε πια.

 

Η κ. Θεανώ Πολυζογοπούλου είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια.