Η ισχύουσα μειονοτική προστασία σε Ελλάδα και Τουρκία βασίζεται στην ξεπερασμένη Συνθήκη της Λωζάνης (1923). Η μειονοτική προστασία της Λωζάνης (άρθρα 37-45 για τις μειονότητες εν γένει και άρθρο 14 για την Ίμβρο και Τένεδο) εδράζεται στην εκατέρωθεν εποπτεία («αμοιβαιότητα»): οι Έλληνες διπλωμάτες εποπτεύουν τους Τούρκους ιθύνοντες, οι Τούρκοι διπλωμάτες εποπτεύουν τους Έλληνες ιθύνοντες.

 

Πρώτον, το σύστημα αυτό έχει εκφυλιστεί μετά από τους επανειλημμένους –έντονους– ελληνοτουρκικούς κραδασμούς. Δεύτερον, είναι ένα σύστημα που δεν στηρίζεται στα ίδια τα υποκείμενα της προστασίας αλλά στις εγγυήτριες χώρες. Ωστόσο, τα υποκείμενα της προστασίας έχουν σήμερα ιδιαίτερα αναβαθμισμένη θέση στη διεθνή έννομη τάξη. Όταν π.χ. οι Έλληνες της Ίμβρου μπορούν σήμερα και ενάγουν απευθείας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου την Τουρκία, ο ρόλος της διπλωματικής προστασίας της Ελλάδας είναι δευτερεύων.

 

Τρίτον, το σύστημα της Λωζάνης έχει απωλέσει τα εχέγγυα της αποτελεσματικότητας: π.χ. δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη συστηματική, βίαιη και μακρόχρονη εκρίζωση των Ελλήνων από την Τουρκία. Τέλος, η Λωζάνη στέκεται ουσιαστικό και, ενίοτε, συμβολικό εμπόδιο σε κάθε εκσυγχρονιστική προσπάθεια στη Θράκη (ελεύθερη διαχείριση των βακουφίων, ελεύθερη επιλογή των Μουφτήδων και πλήρη κατάργηση της Σαρία), ιδίως στην αξιέπαινη προσπάθεια που συντελείται σήμερα στην εκπαίδευση των μουσουλμανοπαίδων.

 

Μακροπρόθεσμα το όφελος θα είναι ακόμη σημαντικότερο: θα εμπεδωθεί η ισονομία για όλους τους Έλληνες και για όλους τους Τούρκους και θα εξαλειφθούν οι επιπόλαιες διπλωματικές εντάσεις του παρόντος.

 

Το ορθό βήμα για τα δύο κράτη είναι να επικυρώσουν τη Σύμβαση-πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, το πιο σύγχρονο (1995) και διαδεδομένο (39 ευρωπαϊκά κράτη) κείμενο μειονοτικής προστασίας.

 

Τα άμεσα οφέλη θα είναι πολλά. Πρώτον, η προστασία των μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία θα τεθεί υπό την πιο έγκυρη και αξιόπιστη εποπτεία που υπάρχει σήμερα στην Ευρώπη, εκείνη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δεύτερον, εξαιτίας της ευρωπαϊκής εποπτείας, απονευρώνεται ο όρος της «αμοιβαιότητας». Κάθε κράτος θα εφαρμόζει τα υποδεικνυόμενα από το Συμβούλιο της Ευρώπης μέτρα, χωρίς να μετρά ισάριθμες ενέργειες/αντιδράσεις από το έτερο κράτος.

 

Τέλος, η Σύμβαση-πλαίσιο θα καταστρώσει, κατά τρόπο συνεκτικό, όλες τις πτυχές μίας σύγχρονης μειονοτικής προστασίας, χωρίς τις συσσωρευμένες στρεβλώσεις της Λωζάνης. Μακροπρόθεσμα το όφελος θα είναι ακόμη σημαντικότερο: θα εμπεδωθεί η ισονομία για όλους τους Έλληνες και για όλους τους Τούρκους και θα εξαλειφθούν οι επιπόλαιες διπλωματικές εντάσεις του παρόντος.

 

Σπεύδω να τονίσω ότι η επικύρωση της Σύμβασης-πλαισίου δεν συνεπάγεται την κατάργηση της Λωζάνης, ούτε βεβαίως την αμφισβήτηση των συνόρων της Τουρκίας (που κατοχυρώνει η Λωζάνη) αλλά τον, κατά περίπτωση, παραμερισμό της από τις προστατευτικότερους ευρωπαϊκούς κανόνες δικαίου για τις μειονότητες.

 

Επίσης, σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι η επικύρωση δεν συνεπάγεται την αυτόματη επίσημη ελληνική (ή τουρκική) αναγνώριση κάθε ομάδας που διεκδικεί μειονοτική προστασία. Ελλάδα και Τουρκία μπορούν, εξαρχής, να περιορίσουν επισήμως και δεσμευτικώς τον κατάλογο των μειονοτήτων που θα απολαμβάνουν την προστασία της Σύμβαση-πλαισίου, ορίζοντας τις ίδιες που και σήμερα αναγνωρίζουν.