Λάτρεψα τις Alfa Romeo.
Όχι μόνο με την πρώτη ματιά της φίνας ιταλιάνικης γραμμής αλλά και με το πρώτο άκουσμα της μηχανικής καρδιάς της.

 

Τα διπλά καρμπιρατέρ και οι δυο εκκεντροφόροι επικεφαλής έβγαζαν την πιο άγρια μουσική για τον δρόμο.

 

Η Alfa ήταν σαν ζόρικο αγόρι συνεργείου με φίνο ιταλικό κοστούμι που ξεμπουκάρει νύχτα στη Via Veneto και κοντράρει στα ίσια τον κανακάρη τού μπαμπά με την Porsche.

 

Δεν είχε την κατασκευαστική αρτιότητα των γερμανικών αυτοκινήτων, οι λαμαρίνες και τα ηλεκτρολογικά της έπασχαν αλλά είχε το πνεύμα και το νεύρο καθαρόαιμου.

 

Οι παρκαδόροι των νυχτερινών κέντρων και τα παιδιά των βενζινάδικων παρότι έβλεπαν διαρκώς πανάκριβα αμάξια, με την Alfa Romeo αναστέναζαν, «τι εργαλείο είν' αυτό, ρε φίλε».

 

Έμπαινα με τις μπάντες στις στροφές για να της φύγει ο κώλος επειδή είναι πισωκίνητη και να την επαναφέρω με τετ-α-κε. Έτσι για την αλητεία.

 

Η Alfa δεν τρέχει, σκάβει την άσφαλτο.
Και ζητάει τα γκάζια της. Η κίνηση με πρώτη δευτέρα στους δρόμους της Αθήνας τη σκοτώνει.

 

Έπρεπε μία στις τόσες να βγάζω τη «σινιόρα» στην Εθνική Οδό να την «ξεκαπνίζω».

 

Τη μαστίγωνα με πάνω από 200 στο κοντέρ κι ο καλπασμός την ξανάνιωνε. Έκανα χαμηλή πτήση ως την Υλίκη και πίσω πάλι χωρίς στάση.

 

Έπαιζα μαζί της.

 

Έμπαινα με τις μπάντες στις στροφές για να της φύγει ο κώλος επειδή είναι πισωκίνητη και να την επαναφέρω με τετ-α-κε.
Έτσι για την αλητεία.

 

Όταν ήμουν σκοτισμένος πήγαινα ως τη Λαμία κι επέστρεφα. Πάντα μόνος. Κι η ταχύτητα ήταν σαν να μπαίνω στο τούνελ του χρόνου, χάνονταν όλα και καθάριζε το μυαλό μου.

 

Μιλάω για τις γνήσιες Alfa Romeo που έβγαιναν ως το 1985, Giulia, Giulietta, Alfetta, Junior, 1750/2000, Spider, Veloce.

 

Τις είχα ή τις οδήγησα όλες.
Στις δεκαετίες του 1970-80 μόνο Alfa οδηγούσα.

 

Το 1986 αγόρασε την εταιρεία η Φίατ κι έβγαλε μερικά καλά αμάξια με το σήμα της Alfa, αλλά Alfa δεν ήταν.

 

Απόμεινε ο θρύλος της.