Όταν δαγκώνω, δάγκωνα, δάγκωσα, θα δαγκώσω, έχω δαγκώσει, είχα δαγκώσει, θα έχω δαγκώσει τη λαμαρίνα πατιέται από μόνο του το κουμπάκι και ξεκινάει το μουσικοχορευτικό πρόγραμμα - ίδιο κι απαράλλακτο κάθε φορά που είναι μία και μοναδική και ολόιδια με την προηγούμενη και την ερχόμενη.

 

Και λέω από μέσα μου την προσευχούλα απ'τον Έρωτα στα χιόνια:

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

(Eφτά φορές, να πιάσει)

 

Και κατεβάζω την τελευταία μου ποδιά Τσεκλένης με κουκούλα και κουφόπιετα.

(Μήπως γίνει θαύμα και χωρέσω ή έστω πνιγώ)

 

Και βάζω τον Κλάους τον Νόμι να μου αφιερώνει την άρια – πυρκαγιά ''Mon coeur s'ouvre a ta voix'' που λέει σε περίληψη ότι η καρδιά μου όταν ακούει τη φωνή σου ανοίγει σαν λουλουδάκι της αυγής και την έγραψε ένας καλός Γάλλος κύριος, ο Camille Saint-Saëns το 1877, που δε ζούσα ούτε εγώ ούτε εσύ.

(Αλλά ήταν σα να ζούσαμε και τότε,στα τέλη του δεκάτου ενάτου)

 

Κι αρχίζει να λιώνει η λαμαρίνα, όπως έλιωνε στα παρελθόντα κι όπως θα ξαναλιώσει (άλλωστε) στα μέλλοντα.

 

Klaus Nomi: Samson and Delilah (Aria) Mon coeur s'ouvre a ta voix