Knock knock knockin'

 

Στο Culiacan, εκεί που κοιμούνται μακαρίως οι εξέχοντες τoυ μεξικάνικου καρτέλ, οι τάφοι μοιάζουν με εξοχικά - έχουν φως, νερό, τηλέφωνο, οι πενθούντες μαζεύονται συχνά για ποτό ή φαγητό στου αδικοχαμένου.

 

Θυμούνται τις σφαίρες που τον γάζωσαν, το ρέμα που τον έπνιξε, το σχοινί που τον κρέμασε. Σπάνια βλέπεις ηλικία πάνω απ' τα σαράντα -όλοι τους έζησαν γρήγορα, πολυτελώς, επικίνδυνα και τους αξίζουν τα καραακριβότερα μάρμαρα.

 

 

 

 

 

Τα ίδια και στους τάφους των ρώσων αρχιμαφιόζων που αναπαύονται εν ειρήνη σε Γεωργία και Ουκρανία.

 

Υπερυψωμένοι τύμβοι με ολόσωμα πορτραίτα, γλυπτά που ξεχωρίζουν από χιλιόμετρα, οι νεκροί πίνουν βότκα, τρώνε χαβιάρι, οδηγούν μερσέντες, φοράνε ρόλεξ –ανώφελη ανάμνηση της πάλαι ποτέ ελίτ του ξεκαθαρίσματος και της υψηλής μπίζνας.

 

 

 

 

 

 

 

Επί αμερικανικού εδάφους τα βλέπεις όλα. Από το πικρότατο χιούμορ της νέας γης μέχρι τα κτερίσματα του ανωτάτου καπιταλισμού.

 

Τάφοι σαν μεταμεσονύχτια εκπομπή της Λούσιλ Μπολ και τάφοι σαν υπερμάρκετ στη Μινεσσότα.

 

 

 

 

 

 

 

Κάπου εκεί υπάρχει κι ένα μικρό, πάναπλο μνήμα -το έσχατο κουκλόσπιτο της Φλόρενς που πέθανε δέκα χρονώ στα τέλη του δέκατου ένατου. Η απαρηγόρητη μαμά της άνοιξε μια καταπακτή ακριβώς δίπλα.

 

Ο λόγος με ξεπερνά: η μικρούλα φοβόταν τις καταιγίδες κι η μαμά ήθελε να είναι δίπλα της όταν αγρίευε ο καιρός για να της τραγουδάει και να της μιλάει.

 

Ο τάφος της Φλόρενς
Ο τάφος της Φλόρενς

 

''Για να μη φοβάται η Φλόρενς μου'', έλεγε.


(Κι είναι σαν να την ακούω.)