Eπειδή έχω χρονοκαθυστέρηση, σήμερα, στα μεθεόρτια του χτες,αφού τελείωσαν τα Ρούπελ κι οι Αλίκες βασανίστηκαν με το ρίμελ άθικτο στις κομαντατούρες, σήμερα που πλύθηκαν οι εξέδρες και τα νάυλον μπλου πατρί, τώρα, εντελώς τώρα με τύλιξε ο χειμώνας του σαρανταένα σαρανταδύο και το μαύρο σκοτάδι πρωτευούσης.

 

Και φούσκωσε το συκώτι μου από τύψεις ετεροχρονίας που τίποτε δεν έκανα χτες και προχτές κι ούτε θα 'κανα η φοβιτσιάρα όταν παιζόταν ο ζωτικός χώρος κι η πατρίδα μου η σιέλ.


Κι απ΄όλη την αντίσταση και τα βασανισμένα τα κορμάκια στα κολαστήρια της Μέρλιν και στις Καισαριανές, κι απ'όλη τη Γκιώνα και τα τρία τα γράμματα που φωτίζουν την ελληνική μας την γενιά, εγώ μόνο τα ζευγαράκια σκέφτομαι και κλαίω. Τα ψευτοζευγαράκια της ΕΠΟΝ και της ΠΕΑΝ που έκαναν ότι φιλιούνται τάχα μου για να χαχανίζουν οι γερμαναράδες οι φρουροί και να χαζεύουν μπαλαμούτι, ενώ δυο δρόμους πιο κάτω έγραφαν οι σύνδεσμοι συνθήματα ή μετέφεραν όπλα και δυναμίτες. Αυτά τα ζευγαράκια που κάτω από τις γκαζόλαμπες, λίγο πριν τη διακοπή κυκλοφορίας έπαιζαν το κεφάλι τους και το φιλί τους κορώνα γράμματα.

 

Τέτοιο πόστο θα ζητούσα του μυστικού αρχηγού με το όνομα Περικλής ή Φωκίων ή Αριστείδης-όλοι οι μεγάλοι αρχηγοί είχαν ωραία αρχαία συνθηματικά.

 

Για άλλα δεν θα ήμουν ικανή, για πολύγραφους και εκρηκτικά και βουνό.

 

Μόνο για ψευτοφιλί με τον συναγωνιστή λίγο πριν ακουστεί το μπαμ κι αρχίσουμε να τρέχουμε στη Μαύρη Πατησίων.

 

Αδούλωτοι σκλάβοι, 1946