Το Φεστιβάλ Καννών έχει μακρά παράδοση μέτριων, ή απλά κακών (βλέπε Vatel) επιλογών για την εναρκτήρια ταινία, και φέτος, παρά τα 70 γενέθλια κεράκια, τα “Φαντάσματα του Ισμαϊλ” δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα. Η 9η ταινία του Γάλλου Αρνό Ντεπλεσέν, ο οποίος πρωτοξεκίνησε στο διαγωνιστικό με το Sentinel πριν από 25 χρόνια ακριβώς, ακολουθεί μια από τις πιο ολοκληρωμένες, που είχε παρουσιάσει και πάλι εδώ στις Κάννες, το πολύ προσωπικό και εικαστικά δεξιοτεχνικό “Golden Years”, και μάλιστα προσπαθεί να αυτοβιογραφηθεί και να παραθέσει τις καλλιτεχνικές του εμμονές σε ένα επικό ψυχογράφημα ενός σκηνοθέτη, του Ματιέ Αμαλρίκ, που πασχίζει να τελειώσει μια ταινία, ενώ γνωρίζει μια μοναχική γυναίκα και την ερωτεύεται (Σαρλότ Γκενσμπούρ) και τον επισκέπτεται, σαν κανονικό φάντασμα, η πρώην σύζυγός του (Μαριόν Κοτιγιάρ), η οποία είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης 21 χρόνια πριν.

 

Όταν ο Πέδρο Αλμοδόβαρ ουσιαστικά συντάχτηκε με τις απόψεις του Τιερί Φρεμό και είπε, για το επίμαχο θέμα των δύο ταινιών, του Νόα Μπάουμπακ και του Μπον Χουνγκ Σο, πως προορισμός όλων ανεξαιρέτως των φιλμ είναι η αίθουσα, κι όχι ένας καναπές σπιτιού, όπου θα τα δούν μέσω του Netflix, ο Γουίλ Σμιθ, το πιο διάσημο εκ των μελών, αντέδρασε...

 

Δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι αν όλα αυτά, συν η ιστορία του εσωστρεφούς, διπλωμάτη αδελφού του (Λουί Γκαρέλ) συμβαίνει στο κεφάλι του ασταθούς κινηματογραφιστή, ή αν η πραγματικότητα απλώς συγκρίνεται αλληγορικά με τη φαντασία και τις προθέσεις της, σε μια ακόμη υπόθεση βασανισμένου καλλιτέχνη, που καταδιώκεται από το παρελθόν, τον έρωτα, και φυσικά τον θάνατο, σε ένα ανηλέες κυνήγι της ταυτότητάς του. Το καστ, σχεδόν σύσσωμη η Εθνική Γαλλίας των σταρ, ήταν σαφώς ένα πρώτης τάξης δόλωμα για “εναλλακτική” πρεμιέρα στις Κάννες, ένα είδους μήνυμα για το δυναμικό μιας χώρας που προσφέρει ρόλους ζουμερούς και ψαγμένους, στον αντίποδα του αμερικανικού θεάματος, ειδικά σε μια επέτειο σαν τη φετινή. Ωστόσο, ο Ντεπλεσέν, ο οποίος δήλωσε πως θα προσθέσει ακόμη 20 λεπτά στην εκδοχή για το DVD, οδήγησε τους ικανούς ηθοποιούς του σε μια συνεχή, υπερβολή, πάνω σε ένα ιδωμένο μοτίβο, άτεχνα υπερβολικό, που τελικά άφησε παγωμένους τους θεατές στη δημοσιογραφική προβολή στην αίθουσα Debussy. 

 

Αντίθετα τα αίματα άναψαν στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου, που συνήθως κυλάει ευχάριστα, αφού έχει ως μοναδικό σκοπό να παρουσιάσει τον Πρόεδρο και τα μέλη της κριτικής επιτροπής, σε μια εθιμοτυπική ανταλλαγή χαμογελαστών δηλώσεων, πριν το τσουνάμι των ταινιών που καλούνται να δουν- και για τις οποίες απαγορεύεται να μιλήσουν δημόσια για τις επόμενες 12 ημέρες.

 

 

 

Όταν ο Πέδρο Αλμοδόβαρ ουσιαστικά συντάχτηκε με τις απόψεις του Τιερί Φρεμό και είπε, για το επίμαχο θέμα των δύο ταινιών, του Νόα Μπάουμπακ και του Μπον Χουνγκ Σο, πως προορισμός όλων ανεξαιρέτως των φιλμ είναι η αίθουσα, κι όχι ένας καναπές σπιτιού, όπου θα τα δούν μέσω του Netflix, ο Γουίλ Σμιθ, το πιο διάσημο εκ των μελών, αντέδρασε λέγοντας πως τα παιδιά του βλέπουν μια χαρά ταινίες σε ψηφιακές πλατφόρμες στην άνεση του σπιτιού τους που δεν θα μπορούσαν να απολαύσουν αλλιώς, και πως αυτό δεν σημαίνει πως δεν πάνε και σινεμά.

 

Έχοντας, χιουμοριστικά, αφήσει να εννοηθεί πως ψάχνει αφορμή να χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι και να διαφωνήσει καλλιτεχνικά, όχι σωματικά, με τον Πρόεδρο, τη βρήκε με το καλημέρα, πριν μαζευτούν για τις τελικές διαβουλεύσεις. Το θέμα είναι πως η ψηφιακή παρέμβαση δεν είναι απλώς δημοσιογραφική κατασκευή, και το πιθανό πρόβλημα ανακύπτει από τη δήλωση του Αλμοδόβαρ, ο οποίος, σπάζοντας το πρωτόκολλο, εξέφρασε έμεσα άποψη για το ποιόν ταινιών που διαγωνίζονται: Πώς είναι δυνατόν να τις υποστηρίξει, σε περίπτωση που του αρέσουν, έχοντας προβάλλει αντεπιχείρημα για τη συμμετοχή τους;