Πολλά ειπώθηκαν, γράφτηκαν κι ακούστηκαν τα τελευταία 24ωρα σε ΜΜΕ και κοινωνικά δίκτυα με αφορμή την επέτειο μνήμης του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Άλλα καίρια, εμπνευσμένα, οργισμένα, άλλα πάλι άθλια, κυνικά, χυδαία, ανάλογα τη θέση και τη φάση του παρατηρητή. Οι «απέναντι» - από την άκρα δεξιά μέχρι το ακραίο κέντρο - σκούζανε ξανά για τα επεισόδια που «παραδοσιακά» συνοδεύουν την 6η Δεκεμβρίου, το ανύπαρκτο κράτος, τη βία στους δρόμους κ.λπ.

 

Η «χύμα», η πεζοδρομιακή βία είναι άλλωστε η μόνη που τους κόφτει, η «κυριλέ», η νεοφιλελεύθερη, η μνημονιακή βία που σε θέλει να ζεις εφ' όρου ζωής σαν δουλοπάροικος δεν τους αγγίζει ή απλώς δεν τους αφορά γιατί εκείνοι, τι ανάγκη έχουν. Τα γνωστά, σκεφτόμουν, ώσπου το βλέμμα μου έπεσε στη λεζάντα που συνόδευε τη σχετική ανταπόκριση του Σκάι: «9 χρόνια από για τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου».

 

Η δολοφονία του, απαράδεκτη και τραγική καθαυτή, έγινε επίσης η βελόνα που τρύπησε τη μεγάλη φούσκα όπου είχε εκούσια ή ακούσια για χρόνια εγκλωβιστεί ολόκληρη η κοινωνία.

 

 

Ναι, καλά διάβαζα, «θάνατος» έγραφε, όχι δολοφονία, είναι κάτι σαν φυσική κατάληξη ας πούμε το να φεύγεις στα 16 σου από τη σφαίρα ενός ένστολου μαντρόσκυλου του κράτους, που μάλιστα ουδέποτε μετανόησε για το εν ψυχρώ έγκλημά του. Πρόσθεσε στο μίξερ τους «γνωστούς-άγνωστους» κουκουλοφόρους που η πόλη τάχα βρίσκεται στο έλεός τους, μια πρέζα από θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων, τσάκω και μια Μαρφίν –που –γι'αυτή -δε-λέτε- τίποτα κι έτοιμος ο ισοπεδωτικός χυλός που απλόχερα μοιράζουν το κανάλι του Φαλήρου και οι ομοϊδεάτες του στα μίντια και την πολιτική σκηνή.

 

Ε εκεί ήταν που, παρότι αλλεργικός στον φετιχισμό της βίας γενικότερα φώναξα «σώνει!», που συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά ότι όσο προωθείται ύπουλα μια τέτοιου τύπου λήθη, άλλο τόσο θα επιβάλλεται η δυναμική απάντηση της μνήμης – κι ας μην είναι πάντοτε «πολιτικά ορθή», ας είναι επίσης αδιέξοδη. Γιατί όσο αφήνονται αναπάντητες προκλήσεις στη συλλογική μας μνήμη όπως αυτή από ένα τηλεοπτικό κανάλι από εκείνα που τα τελευταία χρόνια ταυτίστηκαν με την παραπληροφόρηση, τη συστημική διαπλοκή και το κυρίαρχο αντιδραστικό ιδεολόγημα (μήπως εξίσου βρώμικα και προβοκατόρικα τύπου «καλά να πάθει το μαλακισμένο, τι γύρευε νυχτιάτικα στα Εξάρχεια» δεν είχαν καλύψει τότε τη δολοφονία Γρηγορόπουλου καθώς και την εξέγερση που πυροδότησε;), δεν αποκλείεται αύριο να παρουσιάζουν π.χ. την εξέγερση του Πολυτεχνείου του '73 σαν ένα απολίτικο πανηγυράκι ή και την ίδια τη χούντα σαν μια γραφική παρένθεση με μάλλον θετικό εντέλει πρόσημο, όπως ακριβώς τη θέλουν και κάποιοι σύγχρονοι αναθεωρητές ιστορικοί, απαξιώνοντας με το ίδιο σκεπτικό μέχρι την ένοπλη αντίσταση στους ναζί αφού δίχως αυτήν η Κατοχή θα ήταν τάχα πιο ανώδυνη, ακόμα και επωφελής. Για να προλάβω όσους βρίσκουν παρατραβηγμένη τη σύγκριση ναι, μπορεί να είναι ανόμοια τα μεγέθη, κοινός όμως ο παρονομαστής: βγάλε τον σκασμό, κάτσε στ΄αβγά σου και κοίτα την πάρτη σου.

 

Nick Paleologos / SOOC
Nick Paleologos / SOOC


Συνειδητοποίησα επίσης κάτι ακόμα: ότι εκείνη την «αποφράδα» νύχτα της 6ης Δεκέμβρη του '08, οπότε μαζί με τον άτυχο Αλέξανδρο τραυματιζόταν θανάσιμα σύσσωμο το μεταπολιτευτικό αφήγημα τέθηκε για πρώτη φορά τόσο επιτακτικά το ζήτημα της επιλογής πλευράς και στον δικό μου επαγγελματικό κλάδο, κάτι που κορυφώθηκε στα ταραγμένα χρόνια της κρίσης που ακολούθησαν. Ήτανε θέμα τιμής, συνείδησης κι αξιοπρέπειας.

 

Η δολοφονία του, απαράδεκτη και τραγική καθαυτή, έγινε επίσης η βελόνα που τρύπησε τη μεγάλη φούσκα όπου είχε εκούσια ή ακούσια για χρόνια εγκλωβιστεί ολόκληρη η κοινωνία. Δεν μπορούσες πια να καλυφθείς πίσω από την περίφημη δημοσιογραφική ουδετερότητα – που όσο διαφημίζεται ως αρετή, άλλη τόση σκοπιμότητα συχνά ενέχει -, μπροστά σε τέτοια γεγονότα δεν δικαιούσαι να εθελοτυφλείς, να στέκεσαι υπεράνω ή να πατάς σε δύο βάρκες ταυτόχρονα αν διαθέτεις μια στοιχειώδη συνείδηση.

 

«Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού», δήλωνε το '85 ο Μάνος Χατζιδάκις με αφορμή μια άλλη παρόμοια δολοφονία, εκείνη του Μιχάλη Καλτεζά που είχε σημαδέψει τη δική μου γενιά. Πόσο ηθικό π.χ. ήταν να συνέχιζες να εργαζόσουν σε ένα μέσο σαν το Mega που δεν δίστασε να προσθέσει ηχητικά εφέ στο βίντεο της δολοφονίας ώστε να φανεί ότι συνέβη εν μέσω επεισοδίων ή την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος που απέλυσε φωτογράφο της όταν απαθανάτισε αστυνομικό με προτεταμένο όπλο στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν; Πόσο σωστός επαγγελματίας ένιωθες όταν λίγο αργότερα στο αποκορύφωμα της κρίσης υπερασπιζόσουν ένεκα η «γραμμή» την ευλογία των μνημονίων, τη συλλογική ενοχή κι ευθύνη των από κάτω, εννοείται, όταν αντί να ελέχγεις την εξουσία υποδαύλιζες τον κοινωνικό εμφύλιο στρέφοντας τη μία επαγγελματική τάξη ενάντια στην άλλη;  

 

George Vitsaras / SOOC
George Vitsaras / SOOC

 

Ναι, φυσικά επιβάλλεται να είσαι απόλυτα αντικειμενικός όταν κάνεις ρεπορτάζ, να μην επιτρέπεις σε τυχόν προσωπικά σου πιστεύω να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα γιατί καμιά «στρατευμένη» δημοσιογραφία δεν μπορεί να είναι ψευδεπίγραφη. Εξίσου μεγάλη σημασία έχει όμως η ερμηνεία που δίνεις στα γεγονότα, η οπτική γωνία που τα παρουσιάζεις, η στάση που κρατάς απέναντί τους αν βέβαια αντιμετωπίζεις τη δουλειά σου σαν λειτούργημα, σαν βίωμα και όχι σαν σημαία ευκαιρίας.

 

Δεν είναι καν κάτι που αφορά μόνο στην Ελλάδα, αφορά γενικότερα το ρόλο της λεγόμενης τέταρτης εξουσίας, εκείνης που υποτίθεται ότι αποστολκή έχει να στέκεται κριτικά απέναντι στις άλλες σε έναν κόσμο διαρκώς πιο άνισο, πιο άδικο και πιο αυταρχικό, έναν κόσμο για τον οποίο η ανυπότακτη τρέλα της εφηβείας αποτελεί a priori θανάσιμο αδίκημα: εκπλήσσεσαι διαβάζοντας πόσους εφήβους έχουν δολοφονήσει τα τελευταία χρόνια οι δυνάμεις καταστολής ανά τον πλανήτη, εκείνο βλέπεις που τρομάζει περισσότερο τους ισχυρούς είναι το αυθάδικο γέλιο των πιο ανήσυχων παιδιών – διακρίνουνε βλέπεις κάπου εκεί το ανοικτό τους μνήμα.