Δύο δικαστικές υποθέσεις διαφορετικές, αλλά με «κοινούς παρονομαστές» τη συσχέτιση των κατηγορούμενων με την οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, την απουσία αδιαμφισβήτητων πειστηρίων και μαρτυριών, τις παρά ταύτα βαρύτατες ποινές στις οποίες καταδικάστηκαν ξανανοίγουν τα θέματα περί ενίοτε μεροληπτικής και «εκδικητικής» δικαιοσύνης αφενός -, περί οργουελικών προδιαγραφών και καφκικής έμπνευσης απονομής της αφετέρου, πράγμα που άλλωστε συχνά διαπιστώνει κανείς άμα μπλέξει στα γρανάζια της ακόμα και για πταίσματα. Πόσο περισσότερο σε πεδία που ανέκαθεν υπήρχε πιεστική ζήτηση για ανεύρεση ενόχων, άσχετα αν αυτοί αποδείχθηκαν όχι λίγες φορές απλώς εξιλαστήρια θύματα. Όλα αυτά δε ενώ κυβερνά ένα κόμμα που πρωτοστατούσε στο παρελθόν στην υπεράσπιση κατηγορούμενων που κατείγγηλλαν δικαστικές σκευωρίες με πολιτική «χροιά», ενώ του έχουν επανειλημμένα προσάψει - χωρίς βέβαια να έχει προσκομιστεί καμία σχετική απόδειξη -, όπως και το ΠΑΣΟΚ παλιότερα, «σχέσεις στοργής» με την τρομοκρατία.

 

Η πρώτη περίπτωση είναι της Ηριάννας Β.Λ., της 29χρονης Πανεπιστημιακού που συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 13 χρόνια φυλάκιση με μόνη ουσιαστικά αιτία, όπως υποστηρίζει, την σχέση της με τον σύντροφό της Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, ο οποίος είχε κατηγορηθεί προ εξαετίας για συμμετοχή στους ΣΠΦ, δικάστηκε και αθωώθηκε. Η καταδίκη στηρίχτηκε αφενός στην κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα ότι είδε «κάποιον» (ούτε καν «κάποια») να κρύβει ένα κουτί με σφαίρες στην Πανεπιστημιούπολη, αφετέρου σε χαμηλής ποσότητας και κακής ποιότητας – κατά τον διδάκτορα Μοριακής Βιολογίας Γιώργο Φιτσιάλο - δείγμα DNA που η κατηγορούμενη είχε οικειοθελώς δώσει για εξέταση μετά την έφοδο της αστυνομίας στο σπίτι όπου συγκατοικούσαν το '11. Εξαρχής η Ηριάννα κατήγγειλε τη σχεδόν προκλητική προκατάληψη της εισαγγελέως που δίκαζε την υπόθεση (μέχρι «γιατί δεν χώρισαν» με τον Παπαδόπουλο εφόσον ήταν ύποπτος γύρευε να μάθει, γράφει), ενώ το αίτημα της υπεράσπισης να επανεξεταστεί το δείγμα σε εξειδικευμένο εργαστήριο Γενετικής έπεσε στο κενό αφού από την ΕΛΑΣ απάντησαν ότι το ελάχιστο εκείνο δείγμα... δεν υπήρχε πια (σε «ανύπαρκτα ευρήματα» αναφέρεται και το βούλευμα). Στις φωνές διαμαρτυρίας που πυκνώνουν καθημερινά προστέθηκε η δήλωση συμπαράστασης δεκαπέντε κυβερνητικών βουλευτών, ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης υποσχέθηκε να εξετάσει πιο «ζεστά» το θέμα. «Καταδικάζοντας την Ηριάννα, καταδικάζουν το συναισθηματικό δεσμό, τη συμπάθεια, το χαμόγελο, το νοιάξιμο», γράφει χαρακτηριστικά σε δημόσια επιστολή του ο σύντροφός της, ενώ η ίδια από τις φυλακές του Ελαιώνα κάνει λόγο για «πανηγύρι των τρελών».

 

 


Η δεύτερη του Τάσου Θεοφίλου που αντιμετωπίζει ποινή ισόβιας κάθειρξης αν την ερχόμενη Τρίτη 27/6 το Πενταμελές Εφετείο κακουργημάτων δεχτεί την εισαγγελική πρόταση που ζητά την ενοχή του για απλή συνέργεια σε ληστεία και ανθρωποκτονία ως μέλος υποτίθεται των Πυρήνων της Φωτιάς στην υπόθεση της ένοπλης ληστείας υποκαταστήματος της Alpha Bank στην Πάρο το '12. Κανείς μάρτυρας κατηγορίας από τους δεκαεννιά συνολικά, ούτε καν οι αυτόπτες δεν τον αναγνώρισαν πρωτόδικα – οι κατηγορίες στηρίχτηκαν σε ανώνυμο τηλεφώνημα στην αντιτρομοκρατική που δεν καταγράφηκε ποτέ πουθενά και σε μια τσάντα που έγραφε "Πάρος" την οποία κρατούσε όταν συνελήφθη στον Κεραμεικό. Ο 33χρονος έγκλειστος σήμερα στον Κορυδαλλό καταδικάστηκε με μόνο στοιχείο το DNA που βρέθηκε σε ένα καπέλο που όμως δεν περιλαμβανόταν στα αρχικά πειστήρια, δεν αναγνωρίστηκε καν από αυτόπτη μάρτυρα ενώ και κατά τους δύο αρμόδιους μάρτυρες, η συσχέτιση του DNA του κατηγορούμενου – το οποίο κατήγγειλε ότι του αποσπάστηκε με τη βία - με το συγκεκριμένο αντικείμενο «πάσχει» επιστημονικά. Φυσικά, όπως στην περίπτωση της Ηριάννας, ΜΜΕ αλλά και χρήστες κοινωνικών δικτύων που κινούνται από την ακροδεξιά μέχρι το λεγόμενο ακραίο κέντρο προεξόφλησαν την ενοχή και την ανάγκη παραδειγματικής του τιμωρίας. Οι ίδιες οι πολιτικές του πεποιθήσεις (δηλώνει ευθαρσώς αναρχικός κομμουνιστής) παρουσιάζονταν ως αδιάσειστο «τεκμήριο» ενοχής. Αποσπάσματα από διηγήματα του Θεοφίλου – που είναι επίσης συγγραφέας – και εμφανώς χαλκευμένα ρεπορτάζ εφημερίδων θεωρήθηκαν επίσης ενδείξεις ενοχής. Παρά ωστόσο τις αμφιβολίες τόσο του προέδρου του δικαστηρίου όσο και του αρχηγού της αντιτρομοκρατικής, παρά την ανυπαρξία οποιουδήποτε σοβαρού στοιχείου και το λευκό ποινικό του μητρώο οδηγήθηκε ξανά στα σίδερα. Ο ίδιος δηλώνει «ένοχος» αποκλειστικά και μόνο όσο αφορά την ιδεολογία του, η οποία επιπλέον, καθώς τονίζει, καμία σχέση δεν έχει με αυτή της ΣΠΦ. «Αν όμως μετά από όλα αυτά, από τόσους μήνες και τόσες συνεδριάσεις πιστεύετε ότι η διατύπωση του αντιτρομοκρατικού νόμου ''που ήταν δυνατόν να βλάψουν σοβαρά μια χώρα, με σκοπό να εκφοβίσουν σοβαρά έναν πληθυσμό, να βλάψουν σοβαρά και να καταστρέψουν τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές και οικονομικές δομές μιας χώρας'' περιγράφει καλύτερα εμένα, παρά την τρόικα, τότε δεν έχετε παρά να με καταδικάσετε. Αν επίσης πιστεύετε ότι εγώ σκότωσα πυροβολώντας τέσσερις φορές εξ επαφής έναν άοπλο πολίτη... τότε πάλι δεν έχετε παρά να με καταδικάσετε», κατέληγε η απολογία του στην τελευταία του δίκη φέτος τον Απρίλιο.

 
Σχετίζονται άραγε όλα αυτά με τον «ενισχυμένο» αντιτρομοκρατικό που ήταν πρόσφατα να ψηφίσει η κυβέρνηση κατά παλιότερη «οδηγία» ευρωπαϊκή, στον οποίον η αόριστη και πολύ αμφιλεγόμενη ακόμα και ερμηνευτικά προσθήκη «περί δημόσιας προτροπής σε εγκληματικές ενέργειες» εντέλει αποσύρθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης μετά και τη σχετική κατακραυγή; Πόσο αξιόπιστες ήταν οι μέθοδοι ανάλυσης DNA που ακολουθήθηκαν στις παραπάνω περιπτώσεις; «Θεωρείται απολύτως δεδομένο ότι «η ύπαρξη βιολογικού υλικού στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, πάνω σε αντικείμενο, ακόμη και πάνω στο θύμα του εγκλήματος, δεν αποδεικνύει ότι το έγκλημα τελέσθηκε από το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το βιολογικό υλικό που βρέθηκε [...]. Απλά και μόνο σημαίνει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διήλθε από τον συγκεκριμένο τόπο ή ήλθε σε επαφή με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν συνάγεται όμως από αυτή την παρουσία και επαφή ότι αυτό το πρόσωπο διέπραξε το έγκλημα [...]. Άλλωστε, ο ύποπτος εντοπίζεται κατά κανόνα με βάση άλλα κριτήρια και όχι με βάση το γενετικό υλικό που βρέθηκε, εφ' όσον δεν υπάρχει (και ούτε είναι δυνατό, ούτε πρέπει να υπάρξει) πλήρες αρχείο του γενετικού υλικού όλων των κατοίκων μιας χώρας» γράφει ο Γεώργιος Ι. Συλίκος στο βιβλίο του Η Ανάλυση του DNA ως Μέσο Απόδειξης στην Ποινική Δίκη.


Δίκαια αμφιβάλλει κανείς μετά από όλα αυτά για την ενοχή των δύο παραπάνω ανθρώπων. Αλλά κι αν αύριο κριθούν τελεσίδικα αθώοι, την εμπειρία της αυθαιρεσίας, της βίας και του εγκλεισμού, την αφαίμαξη, τον διασυρμό και τη «ζημιά» στην προσωπική τους ζωή δεν τα έχουν αποφύγει, ούτε βέβαια πρόκειται να ευαρεστηθούν να απολογηθούν με τους ίδιους πηχιαίους τίτλους όσοι τους «βάφτισαν» προκαταβολικά εγκληματίες και ενόχους. Μόνη ευχάριστη διαπίστωση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αλληλέγγυα αντανακλαστικά στην κοινωνία ακόμα και σε μια περίοδο που οτιδήποτε «κινηματικό» μοιάζει να έχει βαλτώσει.