«Σ' αγαπώ πολύ κι έχεις χωθεί τόσο μέσα μου που η μεγάλη απόσταση και ο πολύς χρόνος που 'χει μπει ανάμεσά μας ούτε με στενοχωρεί ούτε με τρομάζει...»
«Σ' αγαπώ πολύ κι έχεις χωθεί τόσο μέσα μου που η μεγάλη απόσταση και ο πολύς χρόνος που 'χει μπει ανάμεσά μας ούτε με στενοχωρεί ούτε με τρομάζει...»

 

«Kουκλί αγαπημένο μου... Σ' αποζητώ χωρίς κλαψούρες και χωρίς λύπη. Μ' αρέσει να σε σκέφτομαι να κάνεις τα δικά σου πράγματα με τον τρόπο τον δικό σου, χωρίς εμένα. Όμως θα 'θελα να 'σαι εδώ, όμορφα βολεμένη στο σπίτι του δάσους, και να 'ρχεσαι να μας βλέπεις στη δουλειά μας, να ξέρεις με τι παίζουμε, με τι τυραννιόμαστε, τα ξύλα, τα χρώματα, τα σχήματα, τους ανθρώπους... Σκέφτομαι πως αυτή η ταινία μπορεί να 'ναι η τελευταία μου κι έχω βάλει όλο μου το πνεύμα να φυλακίσω σ' αυτή την πανάκριβη ζελατίνα όσο μπορώ πιο πολλά από τα υλικά που 'χω μαζέψει στον σκουπιδότοπο του μυαλού μου... Αν δεν ήμουν τόσο πονηρεμένος –ή πονηρός;–, θα δήλωνα δημόσια την περιφρόνησή μου για την μπούφικη έπαρση του καλλιτέχνη, που εννιά φορές στις δέκα τον περιφρονώ και άλλες τόσες τον λυπάμαι».

 

Οι ιδιωτικές επιστολές, πόσο μάλλον οι ερωτικές, υποτίθεται πως δεν προορίζονται για ξένα μάτια. Κι όμως, τα «Γράμματα από την Κριμαία» που έλαβε από τον Νίκο Κούνδουρο η γυναίκα του, η Σωτηρία Ματζίρη, την εποχή των γυρισμάτων του «Μπάιρον», το 1991, βρίσκονται σήμερα σε κοινή θέα (εκδ. Άγρα), κι όσο πληθωρικά κι αν είναι σε τρυφερές εξομολογήσεις, δεν νιώθεις στιγμή πως κοιτάζεις μέσα από κλειδαρότρυπα. Διαβάζοντάς τα, γίνεσαι μάρτυρας κοσμοϊστορικών γεγονότων –γράφονταν πάνω που η ΕΣΣΔ κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος–, παρακολουθείς από τα μέσα τις δυσκολίες αλλά και την ανάταση που προσφέρουν το καλλιτεχνικό όραμα και η συλλογική δουλειά, κι εκεί που νόμιζες πως ήξερες τα πάντα γι' αυτό τον ξεχωριστό σκηνοθέτη, ανακαλύπτεις πλευρές του που δεν υποψιαζόσουν καν.

 

«Από τώρα κιόλας αδιαφορώ με υπεροψία για οποιαδήποτε γνώμη, κριτική, υπόδειξη κ.λπ., απ' όπου κι αν προέρχεται. Η ταινία, το ξέρω πια, δεν είναι ούτε προϊόν για έκθεμα ούτε αντικείμενο για ανάλυση, για κριτική, για επαίνους, για έγκριση ή για απόρριψη. Αν δεν είχε το πανάκριβο περίβλημά της, θα την έβαζα σ' ένα συρτάρι για τη χαρά τη δικιά μου και των φίλων μου. Σαν το "Vortex"». 

 

Το «μονόπλευρο κουβεντολόι» του 65χρονου τότε Κούνδουρου προς τη νεαρή θεατρική κριτικό, με την οποία συμπορευόταν ήδη έντεκα χρόνια, ξεκινάει στις 6 Αυγούστου του '91, την πρώτη κιόλας «από τις εκατόν δέκα μέρες κι άλλες τόσες νύχτες» που θα περνούσε με το συνεργείο του στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση. Οι μήνες που έχουν προηγηθεί ήταν «αιμοβόροι», γεμάτοι απώλειες –με κυριότερη εκείνη του Ρούσσου, του μεγαλύτερου αδελφού του, ενός από τους πρωτεργάτες της ελεύθερης ραδιοφωνίας– και είναι συμπυκνωμένοι στο μυαλό του «σε μια μάζα από πίκρα, από οργή και από κούραση». Ο «Μπάιρον», όμως, τον «περιμένει στοιχειωμένος ανάμεσα σε Αγγλία και Μεσολόγγι» κι ο ίδιος, σε περίπτωση που η ταινία δεν πετύχει, είναι αποφασισμένος να τα παρατήσει και να γίνει πάλι ζωγράφος, «αθώος και ανυποψίαστος σαν τους πρωτόπλαστους».

 

Aυτήν τη φορά, ο δημιουργός της «Μαγικής Πόλης», του «Δράκου», του «1922», επιχειρεί να ζωντανέψει τον ρομαντικό ποιητή, που, συνεπαρμένος από το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας, έρχεται να συμβάλει στον απελευθερωτικό αγώνα και να μεγαλουργήσει, ενώ γύρω του θεριεύουν η βία, ο ζόφος και η εξαθλίωση. Αριστοκράτης κι επαναστάτης, καταθλιπτικός, σακάτης αλλά και ερωτικός και ανοιχτός στην περιπέτεια, ο Μπάιρον είναι ένα κράμα αντιθέσεων. Κι ο Κούνδουρος, με Έλληνες ηθοποιούς, δεκάδες Ρώσους τεχνικούς και με δολάρια μεταλλαγμένα σε ρούβλια φιλοδοξεί να φτιάξει «ένα τραγούδι, μια ελεγεία για την απελπισία και τον θάνατο».

 

Μέρα με τη μέρα, λέει, το σκηνικό θυμίζει όλο και περισσότερο νεκρή πόλη και ο απέραντος ξένος τόπος έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στο να μπουν όλοι οι συντελεστές σε μια υπερβατική ατμόσφαιρα. Η ταινία θα 'ναι ένα δείγμα αντίστασης απέναντι «στην ευτέλεια που μας κυκλώνει και κοντεύει να μας αχρηστέψει, καθώς οι σειρήνες του εύκολου και του ξεκούραστου και του ανέμελου έχουν αρχίσει να γλυκαίνουν στ' αυτιά ολωνών μας». Ο ίδιος, προς το τέλος των γυρισμάτων, το δηλώνει απερίφραστα: «Από τώρα κιόλας αδιαφορώ με υπεροψία για οποιαδήποτε γνώμη, κριτική, υπόδειξη κ.λπ., απ' όπου κι αν προέρχεται. Η ταινία, το ξέρω πια, δεν είναι ούτε προϊόν για έκθεμα ούτε αντικείμενο για ανάλυση, για κριτική, για επαίνους, για έγκριση ή για απόρριψη. Αν δεν είχε το πανάκριβο περίβλημά της, θα την έβαζα σ' ένα συρτάρι για τη χαρά τη δικιά μου και των φίλων μου. Σαν το "Vortex"». Για την ιστορία, ο «Μπάιρον» θεωρήθηκε η καλύτερη ταινία του 1992, σαρώνοντας τα βραβεία στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της ίδιας χρονιάς.

 

 

 

Στην παραλία της Γιάλτας, «στον όμορφο παραλιακό δρόμο του Τσέχοφ», είκοσι χιλιόμετρα μακριά απ' την ερημιά όπου στηνόταν το ντεκόρ της ταινίας, χιλιάδες ηλιοψημένοι Σοβιετικοί έκαναν διακοπές. «Είναι εργάτες μάλλον, με τις χοντρές εργάτισσες κυρίες τους και τεράστιες ποσότητες παιδιών. Έχουν πρόσωπα καλοσυνάτα και αγαθά, αλλά δεν λείπει και το πιο σύγχρονο είδος, αγόρια και κοπέλες με όλα τα σουσούμια της μόδας, προπαντός τα κορίτσια. Κοντές φούστες, γυμνές κοιλιές, τσόκαρα με ψηλό τακούνι κ.λπ». Ο τόπος βράζει από κόσμο, αλλά αυτός ο λαός, παρατηρεί ο Κούνδουρος, «δεν μιλάει δυνατά, δεν γελάει δυνατά, δεν καβγαδίζει με φωνές». Εφεξής, τα πρόσωπα και οι μικροϊστορίες αυτών των ανθρώπων θα χτυπούν απανωτούς συναγερμούς μέσα του, θυμίζοντάς του «τη μουντή μαγεία» που τον τύλιγε στα δεκαεπτά του, ενώ ρουφούσε με ανικανοποίητη λαχτάρα τα ρωσικά μυθιστορήματα. «Τα ονόματα μπορεί να μη μου έλεγαν τίποτα, μα όταν πιο αργά έμαθα να διαλέγω, ξαναγύρισα με πείσμα και χαρά στους σκοτεινούς κόσμους του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι, του Αντρέγιεφ, του Τολστόι, κι ένιωθα πως αυτοί ήταν εμένα οι παππούδες μου και οι παραμυθάδες μου»...

 

Και ο Γκορμπατσόφ είναι στην Κριμαία για διακοπές. Στις 19 Αυγούστου, όμως, μέλη της κυβέρνησής του θ' αποπειραθούν να τον ανατρέψουν, με ό,τι συνέπειες θα 'χει αυτό για τη γρήγορη αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. «ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ», γράφει την ίδια μέρα στη Ματζίρη ο Κούνδουρος. «Η είδηση, η λέξη μόνο, σ' ανατριχιάζει σαν να βρίσκεις φίδι κάτω από το μαξιλάρι σου όταν πας να κοιμηθείς. Έχουμε κρεμαστεί στα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων και στα στόματα των μεταφραστών. (....) Κάπου στη μνήμη μου, την πολύ παλιά και την πολύ καινούργια, ηχούν οι ίδιες ακριβώς κουβέντες. 1935. Εγώ εννιά χρονών. Ξημερώματα το σπίτι μας στην Κηφισιά ζώνεται από χωροφύλακες. Φωνές βάναυσες...». Σε επόμενο γράμμα του, διαβάζουμε: «Απορώ καμιά φορά πώς μπορώ να συντηρώ με τόσο πάθος το μίσος μου για όλα τα πράγματα που πρωτομίσησα στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, παιδί του πολέμου και της Κατοχής και των στρατοδικείων και της τυφλής βίας, μεγαλωμένος με όνειρα και οράματα και πείσμα ατελείωτο».

 

Από τέτοιες μνήμες προέκυψε το αυτοβιογραφικό ψηφιδωτό του «Ονειρεύτηκα πως πέθανα», που κυκλοφόρησε από τον Ίκαρο το 2011. Ένα βιβλίο αφιερωμένο στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου κυρίως, μ' ελάχιστες αναφορές στο κινηματογραφικό του έργο, με σπαρταριστές εικόνες από τον Μάη του '68 και με άφθονες ευχαριστίες προς δασκάλους και φίλους – από τον Ελύτη, τον Αναγνωστάκη, τον Χατζιδάκι και τον Τσιτσάνη ως τον Γραμματικάκη και τον Βασιλικό. Για την ώρα, όμως, ο Κούνδουρος βρίσκεται στη Γιάλτα, στην Κριμαία, τη στιγμή ακριβώς που η Ουκρανία κηρύσσει την ανεξαρτησία της. «Που θα πει πως η μεγαλύτερη από τις σοβιετικές ψευδοδημοκρατίες σήκωσε κεφάλι στην αυθαιρεσία της σοβιετικής εξουσίας που κράτησε για εβδομήντα χρόνια τους λαούς των προσαρτημένων εθνών κάτω από ένα καθεστώς τρομοκρατίας που δεν έχει ξαναζήσει ο κόσμος σε τόση έκταση. Δεν μπορεί να καταλάβει κανείς πώς όλη τούτη η ανθρώπινη περιπέτεια γεννήθηκε, δυνάμωσε και επέζησε κάτω από τα μάτια όλου του κόσμου που δεν κατάγγειλε, δεν ούρλιαξε, δεν ξεσηκώθηκε».

 

«Από κάποια διαστροφή που δεν έχει εξήγηση δεν μπορώ να χαρώ τίποτα αν δεν είσαι κι εσύ μάρτυρας και συναποδέχτης»
«Από κάποια διαστροφή που δεν έχει εξήγηση δεν μπορώ να χαρώ τίποτα αν δεν είσαι κι εσύ μάρτυρας και συναποδέχτης»

 

Στην αυτοβιογραφία του, πέρα από τις ταινίες του, ο Κούνδουρος άφησε και τον έρωτα απ' έξω, προτιμώντας να μη μιλήσει για τη «μυστική αγιοσύνη που ορίζει το σμίξιμο του αρσενικού και θηλυκού». Ως προς αυτό, η τωρινή μικροσκοπική έκδοση της Άγρας είναι πολύ γενναιόδωρη. Αντιγράφω σκόρπιες φράσεις, στην τύχη: «Σ' αγαπώ πολύ κι έχεις χωθεί τόσο μέσα μου που η μεγάλη απόσταση και ο πολύς χρόνος που 'χει μπει ανάμεσά μας ούτε με στενοχωρεί ούτε με τρομάζει...», «Από κάποια διαστροφή που δεν έχει εξήγηση δεν μπορώ να χαρώ τίποτα αν δεν είσαι κι εσύ μάρτυρας και συναποδέχτης», «Σε λίγο θα σε ξεχάσω και θα σε θυμηθώ πάλι – με τη γνωστή σουβλιά στην καρδιά», «Σωτηρία-φεγγάρι, φεγγάρι-Σωτηρία. Κι αν θέλω να σας ξεκολλήσω, ξέρω πως δεν το μπορώ, το δοκίμασα και δεν πέτυχε. Θα ουρλιάζω, λοιπόν, σαν λύκος στη γέμιση του φεγγαριού κι εσύ, όπου και να 'σαι, θα μ' ακούς»... Καλά έκανε η Ματζίρη που δεν κράτησε τα γράμματα του Κούνδουρου στα συρτάρια της. Η ομορφιά τους συναγωνίζεται την ομορφιά των πλάνων του. Και πράγματι, ο ώριμος άντρας που προβάλλει απ' τις γραμμές τους, «ο ιδιοφυής, ο χαρισματικός, ο υποψιασμένος, ο είρων, ο πολεμοχαρής, είναι και αθώος και άσπιλος σαν έφηβος».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2016