Ο Έλιοτ με τη γάτα του αγκαλιά στα δεξιά, και αριστερά  ο Ε.Μ.Φόρστερ
Ο Έλιοτ με τη γάτα του αγκαλιά στα δεξιά, και αριστερά ο Ε.Μ.Φόρστερ

 

Πολλές φορές τα σκάνδαλα δεν είναι θορυβώδη, δεν εκδηλώνονται μ’ έναν βρόντο μα μ’ έναν λυγμό, μ’ ένα μειδίαμα, μ’ έναν ψίθυρο. Και τότε ακριβώς μας εκπλήσσουν ακόμα πιο πολύ. Όχι όλους, όχι αυτούς που δεν ξέρουνε ν’ ακούν τη χλόη να βλασταίνει. Ένα από τα χαριτωμένα σκάνδαλα στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης εν γένει είναι η αγάπη για τις γάτες που διακρίνει τους ποιητές και τους συγγραφείς. Και μάλιστα σε αντιπαράθεση με την πολλές φορές δεδηλωμένη απέχθειά τους όχι για τους σκύλους αλλά για το πώς οι άνθρωποι κατάντησαν τον λεγόμενο «καλύτερό τους φίλο».

 

Ο Τόμας Στερνς Έλιοτ ήταν ένας «βιρτουόζος της προσποίησης», όπως τον έχει χαρακτηρίσει το Time, ένας κατά κόσμον νομπελίστας ποιητής και γάτος κατά βάθος. Κάνοντας αλλεπάλληλες νοερές επισκέψεις στις κατοικίες των ποιητών και συγγραφέων που αγάπησαν τις γάτες, διαπιστώσαμε ότι όλοι ήσαν «γάτοι κατά βάθος», άνθρωποι μειλίχιοι και τρυφεροί, κατ’ ουσίαν γαλήνιοι ενώ γύρω τους λυσσομανούσε η καταλαλιά, η απειλή της απόρριψης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η βάναυση παρεξήγηση. Ήσαν όλοι τους άνθρωποι γενναίοι και πείσμονες, προσηλωμένοι σε ένα αυτοσχέδιο σύστημα ηθικών αξιών που δεν εγκατέλειψαν ποτέ. Περιφρονητές ενός κόσμου που περιφρονεί ό,τι βαθιά ανθρώπινο σκιρτάει εντός μας, αντιμετώπισαν ατάραχα τη χλεύη και δεν έστερξαν ποτέ να ενδώσουν στις Σειρήνες της ευκολίας που είναι η δίδυμη αδελφή της μετριότητας. Αλλά δεν έπαψαν να χαϊδεύουν το τρυφερό τρίχωμα της Καλέξικο Τζέιν ή του Ράσκι, της Τρίστιας ή του Περντίτα, δεν έπαψαν να χαμογελάνε γράφοντας για τις αγαπημένες τους γάτες, δεν έπαψαν να μαθαίνουν από τα υπέροχα αιλουροειδή τους να ισορροπούν, με χάρη όπως κι αυτά, «μες στη θαυμαστή κι ανάλαφρη νηφαλιότητα του παρόντος».

 

Κάνοντας αλλεπάλληλες νοερές επισκέψεις στις κατοικίες των ποιητών και συγγραφέων που αγάπησαν τις γάτες, διαπιστώσαμε ότι όλοι ήσαν «γάτοι κατά βάθος», άνθρωποι μειλίχιοι και τρυφεροί, κατ' ουσίαν γαλήνιοι ενώ γύρω τους λυσσομανούσε η καταλαλιά, η απειλή της απόρριψης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η βάναυση παρεξήγηση.

 

Να ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ενίοτε σκανταλιάρη Έλιοτ: «Λοιπόν, ο γάτος Μαύρη Χειρ είναι μυστήριος γάτος/ Τον λεν ‘Πατούσα-Φάντασμα’ και ‘Γάτος ο Φευγάτος’./ Να φέρνει σε απόγνωση τη Σκότλαντ Γυαρντ ψοφάει/ Γιατί είναι ο κακοποιός που Νόμους αψηφάει: Στον τόπο του εγκλήματος οι αστυνομικοί/ Σαν φτάσουνε, η Μαύρη Χειρ ποτέ δεν είν’ εκεί!» («Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής», μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη & Γιάννης Ζέρβας, εκδ. Άγρα).

 

Σελίν
Σελίν

 

Μέγας γατόφιλος υπήρξε ο συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν, σκανδαλώδης λόγω κάποιων αντισημιτικών κειμένων του που του κόστισαν (δικάιως) μια άγρια κοινωνική απομόνωση και παραλίγο να του κοστίσουν την ίδια του τη ζωή. Ο επίσης συγγραφέας, και καλός μάλιστα, Ροζέ Βαγιάν είχε εντολή από το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας να εκτελέσει τον Σελίν, αλλά την τελευταία στιγμή, αναλογιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγαλοφυή καλλιτέχνη αλλά και σπουδαίο άνθρωπο, δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο Σελίν συνοδεύτηκε (αδίκως) από την κακή φήμη του μισάνθρωπου αλλά η αλήθεια είναι ότι λάτρευε τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, αρνιόταν να πληρωθεί για τις πάμπολλες υπηρεσίες που πρόσφερε ως γιατρός, ενώ υπήρξε εξόχως τρυφερός προς τις αγαπημένες του γάτες. Μάλιστα, όταν πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της φυγής και της εξορίας στην ερημωμένη Γερμανία, τη Δανία και τη Βαλτική, μόνιμοι και πιστοί συνοδοί του ήταν η σύζυγός του και χορεύτρια Λουσέτ Αλμανζόρ και ο λατρεμένος του γάτος, ο Μπεμπέρ.

 

Μπουκόσφσκι
Μπουκόσφσκι

 

Λάτρης του Σελίν και εξίσου κακόφημος, για άλλους λόγους, ήταν ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και αυτός χαρακτηρίστηκε βάναυσος, αποτρόπαιος, μονήρης, καίτοι η πραγματική πραγματικότητα τον θέλει άνθρωπο τρυφερό, γενναιόψυχο, κυριευμένο από μερικές μεγάλες αγάπες όπως η αγάπη για την κλασική μουσική, και κυρίως τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, η αγάπη για τα τρία Γ: Γράψιμο, Γυναίκες, Γάτες. Στο ποίημά του «Για Μια Νύχτα Που Δεν Άγγιξα Τη Γραφομηχανή» είναι με το παραπάνω εύγλωττος παρά τη λιτότητα της φόρμας. Ιδού: «Παίρνει τηλέφωνο: ‘Τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’, λέω./ ‘Τι κάνεις;’/ ‘Τίποτα’./ ‘Έχεις κόσμο;’/ ‘Μόνο τη γάτα’/ ‘Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’./ ‘Είσαι καλά;’/ ‘’Ντάξει είμαι’./ ‘Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;’/ ‘Πήρα’./ ‘Ήταν νωρίς’ (Παύση)./ ‘Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’.// Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας./ Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές της πλάκας./ Αν το γράψιμο αρχίσει να σκαρτεύει,/ θα έψαχνα γι’ άλλη δουλειά./ Το ξέρω: θέλει το καλό μου.// Το ίδιο κι εγώ». («Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα).

 

Μπάροουζ
Μπάροουζ

 

Ο «Παππούς Όλων Μας», όπως τον χαρακτήρισε η Πάτι Σμιθ, ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στη λογοτεχνία και το έγκλημα. Πυροβόλησε και σκότωσε την σύζυγό του, παίζοντας «Γουλιέλμο Τέλλο» με περίστροφα, έζησε δεκαετίες ολόκληρες αυτοεξόριστος στο Παρίσι και στο Λονδίνο, έγραψε σκανδαλώδη πρωτοποριακά βιβλία, δικάστηκε ως πορνογράφος, συνδέθηκε με κάμποσα «μούτρα» του υπόκοσμου, συνοδεύτηκε από τη φήμη του ειδεχθούς. Κι όμως, ήταν στην πραγματικότητα ένας γλυκύτατος άνθρωπος και μανιακός γατόφιλος. Μάλιστα, η τελευταία του εγγραφή στο ημερολόγιό του, λίγες ώρες πριν αφήσει τον λεγόμενο μάταιο τούτο κόσμο, είναι ένας λιτός ύμνος στην αγάπη και στις γάτες. «Δεν υπάρχει Άγιο Δισκοπότηρο», γράφει στις 30 Ιουνίου του 1997, «μήτε Τελικό Σατόρι, μήτε λύση τελική. Μονάχα σύγκρουση. Και το μόνο που μπορεί να άρει τη σύγκρουση είναι η αγάπη, σαν αυτή που ένιωσα για τον Φλετς και τον Ράσκι, για τον Σπούνερ και την Κάλικο. Αγνή αγάπη. Ό,τι νιώθω για τις γάτες μου τις τωρινές και τις παλιότερες. Η Αγάπη; Τι Είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο που υπάρχει. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».

 

Το 1986, ο Μπάροουζ θα τυπώσει σε συλλεκτική έκδοση 133 αντιτύπων το βιβλίο του «Η γάτα μέσα μας», ένα μικρό αριστούργημα λογοτεχνικής γατοφιλίας ή, αν θέλετε, γατόφιλης λογοτεχνίας. «Αυτό το βιβλίο για τις γάτες», διαβάζουμε, «είναι μια αλληγορία, στην οποία η περασμένη ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται μπροστά του σαν παντομίμα με γάτες. Οι γάτες βέβαια δεν είναι μαριονέτες. Κάθε άλλο. Είναι ολοζώντανα πλάσματα, και όταν αποκτάς επαφή με ένα άλλο πλάσμα θλίβεσαι: γιατί συνειδητοποιείς τους περιορισμούς, τον πόνο και το φόβο και τον τελικό θάνατο. Αυτό σημαίνει επαφή. Αυτό αντιλαμβάνομαι όταν αγγίζω μια γάτα και συνειδητοποιώ ότι τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου». («Η γάτα μέσα μας», μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη & Νίκη Προδρομίδου, εκδ. Απόπειρα).

 

Η Κολέτ με τις γάτες της, 1925
Η Κολέτ με τις γάτες της, 1925

 

Πολυτάραχη και σκανδαλώδης ήταν η ζωή της Κολέτ. Παράφοροι οι έρωτες που τη σημάδεψαν, πολυδιαβασμένα τα μυθιστορήματά της, ανεξάλειπτη και αδιάλειπτη η αγάπη της για τις γάτες. Μάλιστα, στα αυτοβιογραφικά της διηγήματα που στεγάζονται θαλπερά στο βιβλίο της «Το Σπίτι της Κλωντίν», απαθανατίζει λυρικά και με περίσσιο χιούμορ τη γατοφιλία της. Ακούστε: «Δεν είναι παρά ένα νεαρό γατί, γιος κάποιου ριγέ γάτου. Φέρει στο τρίχωμά του τις ραβδώσεις της ράτσας του, τα αρχαία σημάδια του άγριου προγόνου. Το αίμα της μάνας του, όμως, σκόρπισε πάνω στις ρίγες του ένα αφράτο και γαλαζωπό πέπλο από μακριές τρίχες, αψηλάφητο σαν διάφανη γάζα Περσίας. Θα γίνει όμορφο, λοιπόν, είναι κιόλας γοητευτικό. Προσπαθούμε να το βγάλουμε Καμαραλζαμάν – εις μάτην, γιατί η καμαριέρα κι η μαγείρισσα, γυναίκες προικισμένες με κοινή λογική, μεταφράζουν το Καμαραλζαμάν σε Μουμού». («Το Σπίτι της Κλωντίν», μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδ. Καστανιώτης).

 

Πατρίτσια Χάισμιθ
Πατρίτσια Χάισμιθ

 

Ήταν η σημαντικότερη ανανεώτρια του λεγόμενου αστυνομικού μυθιστορήματος. Μας συγκλόνισε πλάθοντας τον κρισιμότερο αντιήρωα των τελευταίων δεκαετιών, τον περιβόητο Τομ Ρίπλεϊ. Άκουγε στο όνομα Πατρίτσια Χάισμιθ, και λάτρευε τις γάτες. Δεν παρέλειπε να φωτογραφίζεται με τα αγαπημένα της αιλουροειδή, και, ενώ η ίδια αρκούνταν στο φτηνό γαλλικό τυρί, για τις γάτες της μαγείρευε λαγό με κρέμα γάλακτος! Η Μονίκ Μπυφέ, μια από τις ερωμένες της Χάισμιθ, μας λέει ότι η Πατρίτσια μιλούσε στη σιαμέζα γάτα της σε μιαν αλλόκοτη γλώσσα, την οποία καταλάβαινε μονάχα το όμορφο ζωντανό. Η ίδια η Χάισμιθ είχε δηλώσει: «Οι γάτες δίνουν στους συγγραφείς κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν: συντροφιά χωρίς απαιτήσεις ή επεμβάσεις».

 

Όσο κι εκπλήσσει τα μάλα πολλούς, ο Γκι Ντεμπόρ είχε επίσης επινοήσει μια δική του γλώσσα για να μιλάει με τις ώρες και σ’ όλη τη διάρκεια κάθε ημέρας με την αγαπημένη μαύρη γάτα του. Όπως μας πληροφορεί η φίλη του Ανίτα Μπλαν, ο συγγραφέας της «Κοινωνίας του Θεάματος», ύστερα από μια πολυετή αυτοεξορία στη Φλωρεντία, την Καστίλη, και τη Βενετία, εγκαταστάθηκε σε μιαν αγροικία στον Άνω Λίγηρα, και εκεί δεν αποχωριζόταν ποτέ μια μαύρη κάπα που του είχε χαρίσει ο δολοφονημένος φίλος του, ο παραγωγός και εκδότης Ζεράρ Λεμποβισί, και τη μαύρη γάτα του. «Η ζωή του Γκι στρεφόταν γύρω από τις γάτες. Ήταν μόνιμο θέμα πολύωρων συζητήσεων», λέει η Μπλαν. Το άλλο δυναμικό μυαλό της Καστασιακής Διεθνούς, φίλος για μια δεκαετία του Ντεμπόρ, συγγραφέας της περιλάλητης πραγματείας «Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής», ο Βέλγος Ραούλ Βανεγκέμ, λάτρευε επίσης τις γάτες. Στην εξαιρετικά πρωτότυπη αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε προσφάτως, ο εβδομηντάχρονος στοχαστής και επαναστάτης εξομολογείται ότι την ημέρα που κάποιοι άθλιοι κυνηγοί σκότωσαν τη γάτα του, τη δηλητηρίασαν οι αναίσθητοι, ο Βανεγκέμ για να πενθήσει και να παρηγορηθεί άκουγε με τις ώρες τη «Sonnambula» του Μπελλίνι ενώ δάκρυα κυλούσαν διαρκώς από τα μάτια του.

 

Ο Ντενί Γκροζντανοβίτς ήταν πρωταθλητής νέων Γαλλίας στο τένις, πρωταθλητής στο σκουός, εξαιρετικά δημιουργικός αναγνώστης του Μαρσέλ Προυστ, μέγας φιλόμουσος, απόφοιτος της ξακουστής σχολής κινηματογράφου IDHEC, σκακιστής, και συγγραφέας. Και, φυσικά, γατόφιλος. Επιχείρησε λαμπρά να απαθανατίσει τον νεκρό γάτο του, τον Περντίτα, εγκωμιάζοντας με περισσή κομψότητα τον «αγγελικό αντικομφορμισμό της ποιητικής έμπνευσης» που προσφέρει μια γάτα, την εξυπνάδα, τον ήρεμο στοχασμό, τη «γιόγκα των γατών», την καλλισθένειά τους, την εύθραυστη ισορροπία τους μέσα στο πέρασμα του χρόνου, το ότι μας γοητεύουν επειδή μας δίνουν την εντύπωση ότι διαχειρίζονται άψογα το Χρόνο. Παραθέτει μάλιστα, κλείνοντας, έναν στίχο του Γιάννη Ρίτσου που μιλάει για την «θαυμαστή συνέχεια των καθημερινών πραγμάτων» («Μικρή Πραγματεία περί Αμεριμνησίας, μτφρ. Ξένια Σκούρα, εκδ. Πόλις).

 

Ας κλείσω κι εγώ, κλείνοντας το μάτι στους πάντα ωραίους γάτους και γατόφιλους, θυμίζοντάς σας ότι ποιήματα και κείμενα για γάτες έχουν υπογράψει μεταξύ ευτυχώς πάμπολλων άλλων ο Λιούις Κάρολ και ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, αλλά και οι δικοί μας Νίκος Δήμου, Παυλίνα Παμπούδη, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Τάσος Δενέγρης.