Κατά τη διάρκεια της κρίσης η παραγωγή ιστορικών βιβλίων γνώρισε πρωτοφανή άνθηση. Ήδη, λίγο πριν ολοκληρωθεί το έτος, έχουν προστεθεί κι άλλα στον μακρύ κατάλογο των εκδόσεων, αποτυπώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την ανανέωση του ενδιαφέροντος για την Ιστορία.


Αναμφίβολα, μαρτυρίες, γεγονότα και πρόσωπα του χθες αγγίζουν πλέον ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο δείχνει να διψά για Ιστορία. Τι μας ελκύει, λοιπόν, στις σελίδες του παρελθόντος; Είναι η βαθύτερη ανάγκη μας για προβληματισμό, κατανόηση της εποχής που ζούμε ή η χαρτογράφηση του «ελληνικού προβλήματος» και της εθνικής αυτοσυνειδησίας μας; Δίνουν κάποια εξήγηση σχετικά με την ψυχοσύνθεση του σύγχρονου Έλληνα; Σε τι μας βοηθούν οι απαντήσεις;


Είναι δεδομένο ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι ξανά με έννοιες όπως η ταυτότητα, το έθνος και η πατρίδα, οι οποίες τίθενται εκ νέου και δημιουργούν προβληματισμούς. Επομένως, μήπως η σύγκριση με τις ρίζες μας λειτουργεί αποκαλυπτικά για το μέλλον; Πάντως, όσα έργα γράφτηκαν την περίοδο της κρίσης επεξηγούν και συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας νέας προσέγγισης της ιστορικής γνώσης. Ερμηνείες, διαπιστώσεις και επαναξιολογήσεις που κατά πολλούς συνθέτουν ένα νέο αφήγημα.

 

Πέρα από ανακρίβειες κάθε λογής, υπάρχουν δυστυχώς ιστορικά βιβλία που άμεσα ή έμμεσα ευνοούν τη διαιώνιση και αναπαραγωγή οικείων και ανθεκτικών, αλλά στείρων μύθων που συσκοτίζουν τα πράγματα. Ένας από αυτούς είναι η στασιμότητα: «πάντα έτσι ήμασταν».


Όμως δημιουργούνται κάποιες δευτερογενείς απορίες. Για παράδειγμα, γιατί στην εποχή μας το ενδιαφέρον για την Ιστορία είναι τόσο μεγάλο, ώστε τα σχετικά βιβλία να συμπεριλαμβάνονται στα ευπώλητα; Πώς πρέπει να διαβάζουμε την Ιστορία; Αλλά από τη στιγμή που έχουν εκδοθεί τόσο πολλά βιβλία, τι κρατά τελικά ο αναγνώστης απ' αυτά, σε τι εμβαθύνει και πού τον βοηθούν;


Έθεσα τα παραπάνω ερωτήματα σε τρεις κορυφαίους καθηγητές πανεπιστημίου, τον Γιώργο Μαυρογορδάτο, τον Κώστα Κωστή και τον Στάθη Καλύβα, των οποίων τα βιβλία, γραμμένα την περίοδο της κρίσης, βρίσκονται συνεχώς στις λίστες των ευπώλητων.

 

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

τέως καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Τόσο στην ατομική όσο και στη συλλογική μας ζωή, μια αναπάντεχη αποτυχία, μια τραυματική ανατροπή των προσδοκιών μας, μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε τα αίτια στο παρελθόν. Κάπως έτσι εξηγώ το αυξημένο σήμερα ενδιαφέρον για βιβλία νεοελληνικής ιστορίας.

 

Το θεωρώ φυσιολογικό και προσωπικά αισθάνομαι μεγάλη ικανοποίηση και ενθάρρυνση ως συγγραφέας, αλλά και ως δάσκαλος. Ωστόσο, υπάρχουν και οι αρνητικές πλευρές.


Πρώτα-πρώτα, αρκετοί συγγραφείς και εκδότες σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την αυξημένη ζήτηση, παράγοντας βιαστικά βιβλία που χαρακτηρίζονται από ασυγχώρητη προχειρότητα.

 

Αρκούμαι σε ένα μόνο παράδειγμα, το τελευταίο που με σόκαρε. Μία από τις αξέχαστες φράσεις της ελληνικής ιστορίας είναι η κατάληξη του πρώτου πολεμικού ανακοινωθέντος στις 28 Οκτωβρίου 1940: «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους». Σε τεύχος που κυκλοφόρησε πρόσφατα παραμορφώνεται ως εξής: «Ο ελληνικός στρατός αμύνεται του πατρώου εδάφους»!


Πέρα από ανακρίβειες κάθε λογής, υπάρχουν δυστυχώς ιστορικά βιβλία που άμεσα ή έμμεσα ευνοούν τη διαιώνιση και αναπαραγωγή οικείων και ανθεκτικών, αλλά στείρων μύθων που συσκοτίζουν τα πράγματα. Ένας από αυτούς είναι η στασιμότητα: «πάντα έτσι ήμασταν». Παραλλαγή της στασιμότητας είναι η κυκλικότητα: πρώτα ανεβαίνουμε, ύστερα κατεβαίνουμε και «φτου κι απ' την αρχή»!


Εντελώς αντίθετα, προσπαθώ να δείξω ότι δεν ήσαν «πάντα έτσι» οι Νεοέλληνες και το κράτος τους. Υπήρξαν στιγμές και εκτός πολέμων που στάθηκαν ικανοί για μεγάλα έργα, που αξιοποίησαν στο έπακρο εξωτερικά δάνεια και ξένη βοήθεια, ακόμη και από ανθρωπιστικές οργανώσεις (τις λεγόμενες σήμερα ΜΚΟ).

 

Ούτε ισχύει η εντύπωση της «κυκλικότητας». Για να περιοριστώ μόνο στις πτωχεύσεις του νεοελληνικού κράτους, η σημερινή ακήρυκτη πτώχευση δεν μοιάζει καθόλου με τις προηγούμενες.

 

Αυτή προήλθε από την ανεύθυνη κατασπατάληση εξωτερικού δανεισμού για απλή και τυφλή (υπερ)κατανάλωση. Του Βενιζέλου το 1932 και του Τρικούπη νωρίτερα, το 1893, προήλθαν αντίθετα από εξωτερικό δανεισμό για (υπερ)επένδυση σε υποδομές και παραγωγικά έργα που χρειάζονταν, που δεν πρόλαβαν να αποδώσουν, αλλά που αργότερα απέδωσαν.

 
Γενικότερα, θέλω να δείξω ότι ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε μοναδικός, ως κρίση που προκλήθηκε από το εξίσου μοναδικό ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης. Γράφεται, λοιπόν, με κεφαλαία, γιατί δεν πρόκειται για έναν από πολλούς διχασμούς που τάχα μαστίζουν τους Έλληνες «από αρχαιοτάτων χρόνων». Είχε αρχή και τέλος. Δεν συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


Τόσο στην ατομική όσο και στη συλλογική μας ζωή, η αναδρομή στο παρελθόν δεν χρειάζεται μόνο για να κατανοήσουμε το παρόν. Χρειάζεται επίσης για να εκτιμήσουμε τα ακριβοπληρωμένα κεκτημένα που αξίζει να διατηρήσουμε και στο μέλλον.

 

Μέσα από τον Εθνικό Διχασμό διαμορφώθηκε το κράτος που έχουμε σήμερα. Μέχρι να εμφανιστεί πειστική εναλλακτική πρόταση, αυτό το κράτος αξίζει να προστατέψουμε και να βελτιώσουμε, αντί να το απαξιώνουμε σαν παιδάκια που παίζουν με τα σπίρτα.

Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα δύο βιβλία του «Μετά το 1922 - Η παράταση του Διχασμού» και «1915 - Ο Εθνικός Διχασμός»

 

Κώστας Κωστής

Καθηγητής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Για όσο χρόνο τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν καλά στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, δεν είχε κανείς λόγο να ψάξει να δει τι συμβαίνει γύρω του. Η κρίση όμως έθεσε σε αμφισβήτηση τα πάντα, επομένως κι εμάς τους ίδιους, το πώς σκεφτόμαστε και το τι κάναμε.

 

Δεν είναι τυχαία η άποψη ότι η Μεταπολίτευση υπήρξε μια αποτυχία: άρα όλοι εμείς συμμετείχαμε στη διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν τη χώρα στην αποτυχία.


Επομένως, μια μεγάλη μερίδα συμπατριωτών μας αισθάνθηκε την ανάγκη να θέσει καινούργια ερωτήματα, να αμφισβητήσει στερεότυπα και να αναζητήσει καινούργιες απαντήσεις.

 

Σε αυτή την προσπάθεια να ξεπεραστεί ο διανοητικός κομφορμισμός που είχε διαμορφωθεί τα χρόνια πριν από το 2008 η Ιστορία παίζει κεντρικό ρόλο, καθώς σε αυτήν συνοψίζονται οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και αντιπαλότητες των χρόνων που ζούμε.


Διότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι δεν υπάρχει ευρύτερο ενδιαφέρον για βιβλία Ιστορίας αλλά κυρίως για βιβλία Ιστορίας του 20ού αιώνα ή για συνθέσεις. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον φυσιολογικό, καθώς ο 20ός αιώνας αλλά και οι συνθετικές προσεγγίσεις δίνουν πολιτικά θέματα που επιτρέπουν, με τη σειρά τους, στους ιστορικούς να δηλώνουν την πολιτική-κομματική θέση τους.


Πέρα από αυτό, όμως, μια μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού ψάχνει στα βιβλία της Ιστορίας απαντήσεις στα σημερινά προβλήματα. Τη στιγμή που το περιβάλλον του και όσα θεωρούσε δεδομένα άλλαζε με τρόπο δραματικό, αναζητούσε και εξακολουθεί να αναζητά κάποιες σταθερές που πιστεύει ότι μπορεί να του δώσει η Ιστορία.

 

Το αναγνωστικό κοινό βρίσκει στη θεματική τους ή, ακόμα, και στο περιεχόμενό τους κάτι που κινεί το ενδιαφέρον του γιατί του θυμίζει την πραγματικότητα που ζει, π.χ. ο Εμφύλιος ή ο Εθνικός Διχασμός και το ενδιαφέρον που προκαλούν δεν είναι άσχετα με την πολιτική πόλωση που καλλιεργήθηκε τα χρόνια της κρίσης.


Ακόμη, πολλοί πιστεύουν ότι στην ιστορία της χώρας μας κρύβονται, με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, οι απαντήσεις στα προβλήματα του σήμερα, ότι η Ελλάδα έχει ξαναζήσει τις ίδιες καταστάσεις, επομένως και οι λύσεις των προβλημάτων θα βρίσκονται κάπου στο παρελθόν. Δυστυχώς ή ευτυχώς, όμως, η Ιστορία δεν κάνει κύκλους.


Τα περισσότερα από τα έργα της Ιστορίας που γνωρίζουν εκδοτική επιτυχία τα τελευταία χρόνια δεν μεταφέρουν απαραιτήτως καινούργιες αντιλήψεις, αντιθέτως πρόκειται για απόψεις που είχαν διατυπωθεί στο παρελθόν, χωρίς να τους δοθεί η σημασία που τους άξιζε και που στο σημερινό περιβάλλον έρχονται δυναμικά στην επιφάνεια.

 

Το αναγνωστικό κοινό βρίσκει στη θεματική τους ή, ακόμα, και στο περιεχόμενό τους κάτι που κινεί το ενδιαφέρον του γιατί του θυμίζει την πραγματικότητα που ζει, π.χ. ο Εμφύλιος ή ο Εθνικός Διχασμός και το ενδιαφέρον που προκαλούν δεν είναι άσχετα με την πολιτική πόλωση που καλλιεργήθηκε τα χρόνια της κρίσης.

 
Επιπλέον, μια νέα γενιά ιστορικών προσπαθεί να κάνει αισθητή την παρουσία της, επωφελούμενη από το περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί και προτείνοντας πιο σύγχρονες θεματικές και προσεγγίσεις.


Όσον αφορά το ερώτημα τι κρατά κανείς από τα τόσα βιβλία που κυκλοφορούν, σε τι εμβαθύνει και πού τον βοηθούν, φοβούμαι ότι δεν μπορώ να δώσω μια απάντηση. Ένα βιβλίο Ιστορίας στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να μάθει σε κάποιον ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι τόσο απλός όσο συνήθως νομίζουμε και ότι τα μανιχαϊστικά σχήματα που συχνά αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητά μας είναι παραπλανητικά. Και σίγουρα θα πρέπει να έχει κατά νου ότι ποτέ κανείς δεν διδάχτηκε κάτι από την Ιστορία.

Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας»

 

Στάθης Καλύβας

Kαθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ

Η αίσθηση που έχω από τις εκδοτικές αγορές που παρακολουθώ (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία πρωταρχικά) είναι πως η αύξηση του ενδιαφέροντος για την Ιστορία δεν αποτελεί διεθνή τάση αλλά κυρίως ελληνικό φαινόμενο. Στον βαθμό που ισχύει, η παρατήρηση αυτή σημαίνει πως το ενδιαφέρον του κοινού για την Ιστορία συνδέεται αναπόφευκτα με την κρίση.


Ένα συγκεκριμένο κοινό, φαντάζομαι κυρίως μεσαίων και μεγαλύτερων ηλικιών (γιατί οι έρευνες δείχνουν πως οι νεότερες ηλικίες δεν είναι τόσο φιλικές προς τον τυπωμένο γραπτό λόγο), στρέφεται προς το παρελθόν για να κατανοήσει το παρόν και να ανιχνεύσει το μέλλον.


Η ανάγκη αυτή από την πλευρά της «ζήτησης» ευτύχησε να συμπέσει με μια σημαντική εξέλιξη από την πλευρά της «προσφοράς», καθώς σημαντικοί κορυφαίοι Έλληνες ιστορικοί (Κώστας Κωστής, Γιώργος Δερτιλής κ.ά.) και πολιτικοί επιστήμονες (Γιώργος Μαυρογορδάτος, Νίκος Μαραντζίδης κ.ά.), χτίζοντας πάνω σε δεκαετίες εξειδικευμένων ακαδημαϊκών μελετών, πραγματοποίησαν μια αποφασιστική στροφή προς τη δημόσια ιστορία.

 

Γράφοντας με απλό και κατανοητό τρόπο, έφεραν το αναγνωστικό κοινό σε γόνιμη επαφή με το απόσταγμα της επιστημονικής μελέτης της Ιστορίας. Η στροφή αυτή υπήρξε αποφασιστική γιατί ως τότε στο πεδίο της δημόσιας ιστορίας κυριαρχούσαν δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες που συνέβαλλαν στη διάδοση και εμπέδωση προβληματικών αντιλήψεων, συνήθως στην εθνολαϊκίστικη γραμμή του «αδικημένου και πάντα προδομένου περιούσιου λαού».

 

Τα βιβλία αυτά συναντιούνται στην πρόθεσή τους να απομυθοποιήσουν την Ιστορία μας και να την αποδώσουν απαλλαγμένη από τις λυρικές κορόνες ενός διάχυτου ρομαντισμού που τη χαρακτηρίζει στη δημόσια εκδοχή της.

Οι αντιλήψεις αυτές είναι πλέον βαθιά ριζωμένες στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Μπορεί να ενδύονται ένα αριστερόστροφο λεξιλόγιο, αλλά συγγενεύουν με ακροδεξιού τύπου αυταρχικά αντανακλαστικά, τα οποία και τροφοδότησαν απλόχερα στη διάρκεια της κρίσης.


Βρισκόμαστε, με άλλα λόγια, μπροστά σε μια δυνητικά σημαντική στροφή στην ιστορική μας παιδεία. Το ζητούμενο είναι να παγιωθεί και κυρίως να περάσει στις νεότερες γενιές που προς το παρόν τροφοδοτούνται κυρίως από την κακής ποιότητας σχολική ιστορία και την αφιλτράριστη πρόσβαση στη συνωμοσιολογική και τερατολογική «σούπα» που κυριαρχεί στο Διαδίκτυο.


Η παρατήρηση αυτή με οδηγεί σε μια καίρια επισήμανση. Η σημασία των ιστορικών έργων που συνάντησαν την ενθουσιώδη ανταπόκριση του κοινού τα τελευταία χρόνια δεν έγκειται, θεωρώ, τόσο στο περιεχόμενό τους, που, άλλωστε, καλύπτει μια πολύ μεγάλη γκάμα θεμάτων, όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος ή ο Εθνικός Διχασμός.

 

Τα βιβλία αυτά συναντιούνται στην πρόθεσή τους να απομυθοποιήσουν την Ιστορία μας και να την αποδώσουν απαλλαγμένη από τις λυρικές κορόνες ενός διάχυτου ρομαντισμού που τη χαρακτηρίζει στη δημόσια εκδοχή της.


Η απομυθοποιητική αυτή διάστασή τους είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεσπόζει και καθορίζει τη βαθύτερη σημασία τους και μ' αυτό εννοώ την ποιότητα που προβάλλει μέσα από αυτά. Τα βιβλία αυτά χαρακτηρίζονται από στιβαρή λογική και τεκμηρίωση και στέρεη επιχειρηματολογία.


Από την άποψη αυτή, επομένως, ο παιδευτικός τους ρόλος είναι κομβικός, καθώς το σχολείο, το πανεπιστήμιο, ο δημόσιος λόγος, η καλλιτεχνική παραγωγή και τα περισσότερα ΜΜΕ καλλιεργούν συστηματικά την ένδεια της σκέψης, υπονομεύοντας τη δυνατότητα των ανθρώπων να συλλογίζονται με σαφήνεια και λογική.


Σε μια εποχή κοσμογονικών τεχνολογικών αλλαγών, όπου η κριτική ικανότητα είναι απαραίτητη για το φιλτράρισμα και την ερμηνεία μιας πληροφόρησης που μας παρέχεται απλόχερα, η συμβολή αυτή είναι καίρια όχι μόνο για την κατανόηση του παρελθόντος αλλά και για τη διαχείριση του παρόντος και τις προοπτικές του μέλλοντος, αφού η παγίωση και εμβάθυνση της δημοκρατίας εξαρτώνται από την κριτική ικανότητα των πολιτών.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί το βιβλίο του «Πού είμαστε και πού πάμε» και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος το «Καταστροφές και Θρίαμβοι»