Λοιπόν, τι γίνεται με τον Εξάντα; Αναβιώνει, θα κυκλοφορήσουν ξανά όλοι οι τίτλοι που είχε βγάλει η Μάγδα Κοτζιά, μια επιλογή τους, ή τι ακριβώς; Ποιος χειρίζεται πλέον τον κατάλογό του; Που ήταν πολύ πλούσιος αλλά και ιδιαίτερος βέβαια, να θυμίσουμε. Ξεχωριστός.

Έχει ξεκινήσει η νέα εποχή για τον Εξάντα, μετά την απόκτησή του, στις αρχές του 2017, από τον Νίκο Χαϊδεμένο, ιδιοκτήτη των εκδόσεων Μίλητος. Τη διεύθυνση του Εξάντα την έχει η Μαρία Γυπαράκη, η οποία έχει ζήσει πολλά χρόνια στη Γαλλία, με σπουδές σε ιστορία, αρχαιολογία, θέατρο, ενώ είναι και μεταφράστρια και σκηνοθέτις λυρικού θεάτρου. Εγώ έχω τον ρόλο του συμβούλου για τη Λευκή Σειρά. Δεν θα επανεκδοθούν όλοι οι τίτλοι του καταλόγου, κάποια βιβλία θα ξαναβγούν με νέα επιμέλεια. Κάποια δικαιώματα έχουν χαθεί, ενώ και μερικά βιβλία έχουν εκδοθεί ξανά ή πρόκειται να ξαναεκδοθούν από άλλους εκδοτικούς οίκους. Ο κατάλογος είναι τόσο μεγάλος, πολλά από τα βιβλία της Λευκής Σειράς δεν υπάρχουν ούτε και ως πρόχειρο αντίτυπο, ενώ λείπουν πολλά αρχεία, σε σημείο να ψάχνουμε σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες ή παλαιοβιβλιοπωλεία για τα βιβλία που μας ενδιαφέρουν, ώστε να γίνει η επανέκδοσή τους. Είναι μια διαδικασία που θα πάρει χρόνο.

 

— Η Λευκή Σειρά ήταν η βασική σειρά ξένης πεζογραφίας στον καιρό της, μία εμβληματική σειρά με πολύ χαρακτηριστικό στυλ βέβαια και με τίτλους που, θα έλεγε κανείς, σήμερα δύσκολα θα έβγαιναν. Και πολύ μεγάλους τίτλους − σε σπουδαίες μεταφράσεις. Τι να περιμένουμε σήμερα από τη Λευκή Σειρά;

Η Λευκή Σειρά ήταν κάτι πολύτιμο για την ελληνική εκδοτική παραγωγή. Οι περισσότεροι τίτλοι της ήταν κλασικά έργα που είτε έβγαιναν για πρώτη φορά στη χώρα μας είτε έβγαιναν με καινούργιες μεταφράσεις. Ήταν μια σειρά που είχε αγαπηθεί πολύ, σε σημείο φετιχισμού από κάποιους βιβλιόφιλους. Ο σκοπός μας είναι αυτή η νέα εποχή της Λευκής Σειράς να εμπλουτίσει τον ήδη υπάρχοντα κατάλογό της με τίτλους κλασικούς, μεγάλες αφηγήσεις της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Θα υπάρξουν και αρκετές επανεκδόσεις τίτλων, με νέες επιμέλειες και διορθώσεις, ενώ γίνεται προσπάθεια να ξαναπάρουμε τα δικαιώματα κάποιων συγγραφέων, ώστε να επανεκδώσουμε τα βιβλία που είχαν βγει από τη Λευκή Σειρά και ζητάει επίμονα ο κόσμος.

 

Η μετάφραση του Σιμπλίκιου είναι άθλος και έργο ζωής του Γιάννη Κοιλή, αφού τη δούλευε κοντά 20 χρόνια. Ο μεταφραστής επέλεξε μια γλώσσα σε πολλά σημεία παλαιική με πολλές αναφορές σε παλαιότερα ελληνικά κείμενα και σε γλωσσικές παραδόσεις.

 

— «Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος». Μεγάλο βιβλίο, ένα γερμανικό πικαρέσκο που δεν θυμίζει σχεδόν τίποτε άλλο − ένα μείγμα «Ζιλ Μπλας» και «Γαργαντούα», αν μου επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Πώς και γιατί επιλέχθηκε να είναι ο «Σιμπλίκιος» ο πρώτος τίτλος της Λευκής Σειράς; Ήταν τυχαίο; Δίνει ένα κάποιο στίγμα;

Όντως σπουδαίο βιβλίο ο «Σιμπλίκιος»! Δεν ήταν καθόλου τυχαία η επιλογή. Στις προτάσεις βιβλίων για την επανεκκίνηση της Λευκής Σειράς που έκανα στον εκδότη (καμιά 40αριά στο σύνολο, που πιστεύω ότι κάποτε θα εκδοθούν όλοι), ο «Σιμπλίκιος» ήταν στην κορυφή διότι δίνει ακριβώς το στίγμα του νέου ξεκινήματος, με ένα εμβληματικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γνώριζα από συζητήσεις μου με τον Γιάννη Κοιλή ότι η μετάφρασή του ήταν έτοιμη, οπότε το χρονικό σημείο ταίριαζε με την πρόθεσή μας να ξεκινήσουμε με έναν νέο τίτλο τη νέα εποχή της Λευκής Σειράς, προτού κάνουμε επανεκδόσεις.

 

— Μεγάλο, και πολύ δύσκολο να μεταφραστεί βιβλίο. Η γλώσσα του είναι παλαιική και δύσκολη ακόμη και για σχετικώς εγγράμματους σύγχρονους Γερμανούς. Απ' όσο ξέρουμε, ήταν μια μεγάλη περιπέτεια αυτή η μεταφραστική μάχη, που η αλήθεια είναι ότι στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία.

Η μετάφραση του Σιμπλίκιου είναι άθλος και έργο ζωής του Γιάννη Κοιλή, αφού τη δούλευε κοντά 20 χρόνια. Ο μεταφραστής επέλεξε μια γλώσσα σε πολλά σημεία παλαιική με πολλές αναφορές σε παλαιότερα ελληνικά κείμενα και σε γλωσσικές παραδόσεις. Το βιβλίο είχε διάφορες περιπέτειες έως ότου εκδοθεί στη χώρα μας, αφού ο μεταφραστής είχε διαπραγματευτεί και ουσιαστικά συμφωνήσει με δύο μεγάλους και ιστορικούς εκδοτικούς οίκους κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, αλλά για διάφορους λόγους η έκδοση του βιβλίου δεν προχωρούσε. Γνώριζα την ιστορία και, συζητώντας με τον Γιάννη Κοιλή, του πρότεινα την έκδοση στον Εξάντα, αφού πρώτα το είχα συζητήσει με τον εκδότη. Ευτυχώς όλα πήγαν κατ' ευχήν και το βιβλίο εκδόθηκε μετά από λίγους μήνες.

 

Εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης του βιβλίου.
Εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης του βιβλίου.

 

— Ποιες είναι οι πρώτες εντυπώσεις του κόσμου; Και πώς κινείται ένα τέτοιο βιβλίο σήμερα, σε μια αγορά από την οποία δεν λείπουν μεν οι μεγάλοι τίτλοι αναφοράς, ίσα-ίσα, αλλά τρέφεται συνήθως από κείμενα λιγότερο φιλόδοξα, για να το θέσω έτσι.

Ο «Σιμπλίκιος» δεν είναι το βιβλίο που περιμένεις να γίνει best-seller ή να πουλήσει μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Είναι ένα βιβλίο αναφοράς, ένα βιβλίο που θα είναι long sell, δηλαδή θα πουλάει έναν αριθμό αντιτύπων κάθε χρόνο. Η υποδοχή του κοινού ήταν από την αρχή πολύ καλή και το βιβλίο κινείται με καλούς αγοραστικούς ρυθμούς − βέβαια, είναι μόλις ένας μήνας που κυκλοφόρησε σε μια μάλλον νεκρή εμπορικά περίοδο. Θεωρώ ότι υπάρχει ένα δυναμικό κοινό περίπου 2.000-3.000 αναγνωστών για βιβλία αυτού του είδους, που είναι μεν κλασικά αλλά δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά όπως αντίστοιχα βιβλία, π.χ. ο «Δον Κιχώτης», ο «Γαργαντούας» και κάποια άλλα.

 

— Είναι σαφές ότι θα τα συντροφεύει πλέον... Για να αλλάξουμε λίγο κουβέντα, πρόσφατα ξεκινήσατε μία σειρά ακόμη, τα Ντοκουμέντα, με ένα βιβλίο για τον Πούτιν. Θα υπάρξουν κι άλλες σειρές στον νέο Εξάντα;

Ναι, θα υπάρξουν άλλες τέσσερις σειρές τουλάχιστον. Θα είναι η Serie Noir με κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα. Θα έχει, δε, ομοιότητα ως προς το σχήμα και τη μορφή με τη Λευκή Σειρά, θα είναι το «σκουρόχρωμο αδελφάκι» της. Σίγουρα θα είναι μια σειρά με σύγχρονα αστυνομικά. Επίσης θα έχουμε μια σειρά με μυθιστορήματα σύγχρονων ξένων συγγραφέων. Έτσι, λοιπόν, με τη Λευκή Σειρά και τα Ντοκουμέντα, ο Εξάντας θα έχει συνολικά πέντε σειρές, ενώ θα γίνουν πολλές επανεκδόσεις όχι μόνο τίτλων της Λευκής Σειράς αλλά και άλλων θεματικών σειρών, όπως αυτή της «Ανθολογίας Ε.Φ.», των εκπληκτικών αυτών συλλογών διηγημάτων σε επιμέλεια Βασίλη Καλλιπολίτη που οι λάτρεις του είδους τα ζητάνε με μανία.

 

— Νομίζω πως μόλις δώσατε το σύνθημα για να διαδοθεί αυτό το νέο απ' άκρου εις άκρον. Όντως, το πεντάτομο του Καλλιπολίτη το περιμένουν ξανά οι πάντες στην Ελλάδα. Αλλά ας αλλάξουμε πάλι κουβέντα. Είστε ένας από τους πιο παλιούς εν ενεργεία blogger βιβλίου στην Ελλάδα. Θέλουμε να μας πείτε τι αλλαγές παρατηρείτε στη συμπεριφορά των εκδοτών τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης.

Μπορεί να μην εκδίδονται τόσα βιβλία όσα πριν από δέκα χρόνια, αλλά πιστεύω ότι και πάλι είναι πολλοί οι τίτλοι. Στην Ελλάδα έχουμε το πλεονέκτημα να μεταφράζεται πληθώρα βιβλίων από πολλές χώρες και έτσι να ερχόμαστε σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και ποικίλα είδη (κυρίως) λογοτεχνίας, κάτι που δεν συμβαίνει στις μεγάλες χώρες της Δύσης. Όλα αυτά σε ένα κοινό που δεν υπερβαίνει τις 10.000-15.000 αναγνωστών που διαβάζουν πάνω από 5 βιβλία τον χρόνο, οπότε παρατηρούμε βιβλία να έχουν πωλήσεις απογοητευτικές, κυρίως ελληνικής λογοτεχνίας (σε πλείστες των περιπτώσεων, βέβαια, δικαίως). Πολύ συχνά τα δύο τελευταία χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο να εκδίδονται βιβλία χωρίς καθόλου επιμέλεια ή διορθώσεις, ενώ και η ποιότητα του χαρτιού έχει πέσει, δείγμα της οικονομικής στενότητας των εκδοτών. Από την άλλη, ξεπετάγονται συνεχώς νέοι εκδοτικοί οίκοι (Δώμα, Angelus Novus, Utopia, για να μη μιλήσω για τους Αντίποδες που είναι ήδη καταξιωμένοι), πολύ αξιόλογοι, με ενδιαφέροντες τίτλους, ωραίες επιλογές, καλές μεταφράσεις, από ανθρώπους που δείχνουν ότι αγαπάνε το καλό βιβλίο.

 

— Και οι αναγνώστες; Το κοινό; Έχει επίσης αλλάξει; Ζητούν άλλα πράγματα; Είναι πιο απαιτητικοί;

Οι περισσότεροι αναγνώστες δυσκολεύονται οικονομικά, όπως όλος ο κόσμος. Πλέον κοιτάνε πρώτα τις προσφορές, τις ευκαιρίες, ενώ είναι ιδιαίτερα επιλεκτικοί στην αγορά των νέων τίτλων. Εκεί που αγόραζαν δύο βιβλία, τώρα θα αγοράσουν ένα (και καλό όπως λένε) και προτιμούν τα πολυσέλιδα για να διαβάζουν περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς, παρατηρώ μια τάση προτίμησης σε βιβλία πάνω από 500 σελίδες που θα τους κοστίσουν 20 ευρώ πάνω-κάτω, αντί ενός βιβλίου 100 σελίδων που θα τους κοστίσει 10 ευρώ − και είναι λογικό αυτό αν το δεις από τη στενά οικονομική πλευρά του θέματος.

 

— Φυσικά και είναι λογικό. Τώρα, το Facebook και το Twitter; Όλες αυτές οι ομάδες φιλαναγνωσίας, βιβλιοφιλίας κλπ. «κάνουν δουλειά»; Προωθούν την ανάγνωση, άρα και τις πωλήσεις βιβλίων; Ή είναι μόνο μια επιφανειακή ας την πούμε προσπάθεια επικοινωνίας ή/και διαφήμισης;

Το Facebook και το Twitter έχουν βοηθήσει πολύ την εξάπλωση βιβλίων, όπως και όσων συγγραφέων ξέρουν πώς να τα χειριστούν. Έχουν αντικαταστήσει τη διαφήμιση, αφού όλο το «παιχνίδι» γίνεται μέσα από εκεί, οπότε οι πωλήσεις ευνοούνται. Υπάρχουν διάφορες ομάδες φιλαναγνωσίας. Άλλες είναι αξιόλογες, άλλες όχι. Νομίζω ότι τα ίδια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι «επιφανειακά», στηρίζονται στην ατάκα και στο σύντομο κείμενο, διαμορφώνοντας ένα νέο κοινό αναγνωστών που βαριούνται ή αρνούνται να διαβάσουν μεγαλύτερα κείμενα − όλοι σιγά-σιγά προσαρμοζόμαστε στα νέα δεδομένα.

 

— Σωστά. Πριν σας ευχαριστήσω, μια τελευταία κουβέντα: τη γνώμη σας και τις προβλέψεις σας για το ψηφιακό βιβλίο.

Είμαι παραδοσιακός λάτρης του χαρτιού, οπότε για μένα δεν τίθεται ζήτημα, αλλά όλα είναι θέμα περιεχομένου. Αν το περιεχόμενο είναι ελκυστικό, ας είναι γραμμένο και σε χαρτί τουαλέτας. Εάν, λοιπόν, η αγορά αποφασίσει ότι πλέον πάμε προς την επικράτηση του ψηφιακού βιβλίου, θα ακολουθήσω. Δεν βλέπω όμως τέτοια τάση, στην Ελλάδα δε είναι συντριπτική η επικράτηση του έντυπου. Είναι βέβαια πολλοί οι λόγοι που επικρατεί αυτή η τάση (έλλειψη ελληνικών τίτλων στις «μηχανές ανάγνωσης», ο διαφορετικός ΦΠΑ και άλλοι λόγοι), αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, απ' ό,τι διαβάζω, η τάση είναι να ξαναγυρίσουμε στο έντυπο βιβλίο. Το θέμα είναι να διασωθεί η ανάγνωση βιβλίων − το πώς δεν έχει σημασία.

 

— Ευχαριστώ θερμά.

Σας ευχαριστώ κι εγώ.