Πέμπτη πρωί. Έχω μόλις βάλει τα παιδιά στο αυτοκίνητο για να τα πάω σχολείο. Βγαίνοντας από την πυλωτή, η ορατότητα είναι μηδαμινή, καθώς ο δρόμος είναι στενός και το παρκάρισμα επιτρέπεται και στις δύο πλευρές του. Μιας και οι διαμαρτυρίες μας στο δήμο δεν έχουν φέρει αποτέλεσμα, η μόνη λύση είναι να βγαίνει κανείς πολύ προσεκτικά και από κάποιο σημείο και μετά να ελπίζει ότι, αυτός που κατεβαίνει, θα έχει την ευγένεια να περιμένει. Ακολουθώ και σήμερα αυτή την τακτική. Πίσω μου ακούγεται απότομο φρενάρισμα και μια γυναικεία φωνή ωρύεται «πού πας κυρά μου, θα μας σκοτώσεις». Η κυρία είχε φυσικά όλο το χρόνο να σταματήσει (άλλωστε υπάρχουν στοπ σε κάθε τετράγωνο, οπότε είναι σχεδόν αδύνατο να αναπτύξει ταχύτητα) και εγώ έβγαινα τόσο σιγά, ώστε δεν υπήρξε ουσιαστικό πρόβλημα. Καταλαβαίνω όμως ότι την είχα τρομάξει. Βγάζω το κεφάλι από το παράθυρο και αφελώς εξηγώ: «δεν υπάρχει ορατότητα». Κοιτάζω την οδηγό και δεν συνειδητοποιώ ότι σε κλάσματα δευτερολέπτου ο συνοδηγός γιος της έχει βγει και στέκεται μπροστά στην πόρτα του αυτοκινήτου μου, ζητώντας μου το λόγο. «Που πας μωρή γαμιόλα πρωινιάτικα, θα σε πλακώσω στις σφαλιάρες μαλακισμένη». Γυρίζω στον πιτσιρικά που στέκεται έξαλλος μπροστά μου και με κοιτάζει σα να' μαι σκουπίδι. Δεν είναι πάνω από δεκατεσσάρων ετών. Ένα χλωμό θυμωμένο παιδί με ίσια μαύρα μακριά μαλλιά και κολλητό παντελόνι. Δεν τον φοβάμαι. Δεν μοιάζει καν ψηλότερος μου. Τον κοιτάζω όμως σοκαρισμένη, την ώρα που συνεχίζει να με λούζει, ενώ ακούγεται η αδύναμη φωνή της μάνας του από το αυτοκίνητο: «Μανώλη, μπες σε παρακαλώ στο αυτοκίνητο». Ο Μανώλης συνεχίζει την προσωπική του σταυροφορία, ξεστομίζοντας φράσεις που δεν έχω ξανακούσει ούτε από ενήλικα. Γυρίζω στην οδηγό, καθισμένη ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο και ορκίζομαι πως στα μάτια της διαβάζω φόβο.

 

Τρίτη μεσημέρι. Βρίσκομαι και πάλι στο αυτοκίνητο με τα παιδιά. Τα έχω πάρει νωρίς από το σχολείο, γιατί ο μικρός έχει πυρετό. Στην επιστροφή περάσαμε από το φαρμακείο και τώρα ετοιμάζομαι να ξεπαρκάρω για να πάμε επιτέλους σπίτι. Συνειδητοποιώ ότι με έχουν κλείσει δύο αυτοκίνητα, σταματημένα αντικριστά. Βγαίνω και ρωτάω τι συμβαίνει. Η μια οδηγός μου λέει ότι η οδηγός του άλλου αυτοκινήτου δεν την αφήνει να περάσει, γιατί λέει, πήγαινε ανάποδα σε μονόδρομο. Κατευθύνομαι προς την οδηγό με την ανεπτυγμένη αίσθηση του δικαίου και της λέω «έχετε δίκιο, αλλά σας παρακαλώ να κάνετε πίσω γιατί με έχετε κλείσει. Έχω τα παιδιά με πυρετό μέσα στο αυτοκίνητο και αναγκάστηκα να τα φέρω μαζί μου στο φαρμακείο, γιατί δεν έχω που να τα αφήσω.» «Και τι με νοιάζει εμένα» μου πετάει άγρια, «που όλες νομίζετε ότι θα κάνετε ό,τι θέλετε εδώ πέρα, κι εγώ είμαι κουρασμένη, ήρθα από τη δουλειά μου, θέλω να πάω σπίτι μου, αλλά όχι, ως εδώ ήταν...». Το ξαναλέω. Συνεχίζει. Το ξαναλέω. «Δε ντρέπεσαι να κλείνεις τα παιδιά σου στο αυτοκίνητο μέσα στη ζέστη για να κάνεις τις δουλειές σου» μου απαντάει. Το χάνω. Φωνάζει αυτή, ουρλιάζω εγώ. Η κάθε μια στο δικό της κόσμο, με τα δικά της προβλήματα. Δε νομίζω καν ότι ακούμε η μία την άλλη. Η παράνομη κυρία βρίσκει την ευκαιρία και την κάνει με την όπισθεν. Από τα γύρω καταστήματα έχουν βγει και μας κοιτάζουν. Εγώ κοιτάζω τα αγόρια στο αυτοκίνητο και προσπαθώ να ελέγξω την ταραχή μου και να φύγω. Αλλά δεν το κάνω. Είμαι εκτός εαυτού. Ξαφνικά, η οπαδός της αυτοδικίας γκαζώνει και εξαφανίζεται φωνάζοντας «σα δε ντρέπεσαι, τι μάνα είσαι εσύ;».

 

Η καφρίλα έχει εδώ και χρόνια γίνει λήμμα στον Μπαμπινιώτη. Τώρα, που όλοι δοκιμάζουν τις αντοχές τους καθημερινά, η έλλειψη κουλτούρας φαίνεται απλώς καθαρότερα και τα πράγματα γίνονται άσχημα με ταχύτερους ρυθμούς.

 

Εντάξει, ήταν μια δύσκολη εβδομάδα. Και ήμουν άτυχη. Αλλά μπορεί κανείς πραγματικά να μου πει πως δεν συμβαίνουν συνέχεια γύρω μας τέτοια; Πως δεν είναι όλοι στην τσίτα, έτοιμοι να στην πουν, να αγανακτήσουν, να σου πάρουν τη σειρά στην ουρά αν αφήσεις λίγο χώρο παραπάνω, να σε προσβάλουν ή να σε αγνοήσουν; Τελευταία νιώθω να ταυτίζομαι ενοχλητικά με τον Μάικλ Ντάγκλας στην Ξεχωριστή Μέρα. Είμαι έτοιμη να σπάσω στην παραμικρή ένδειξη ότι κάποιος ετοιμάζεται να κάνει χρήση της αδιαφορίας, της αγένειας ή του κωλοπαιδισμού του, γιατί έτσι γουστάρει, γιατί θέλει κάπου να ξεσπάσει και οι άγνωστοι γύρω του είναι εύκολα θύματα. Η Αθήνα είναι μια μικρή πόλη με μεγάλες αδυναμίες, ο σκληρός όμως ατομικισμός της δεν γεννήθηκε μέσα από το χάος του σήμερα. Η καχυποψία και η ξερολίαση αποτελούν χαρακτηριστικά ενός λαού που εξελίχθηκε σε σκόρπια επεισόδια και με υποσχέσεις λαμογιάς. Ο μικροαστισμός καλλιεργήθηκε μαζί με την «ανάπτυξή» της και η εγγενής τάση της φυλής να θεωρεί εαυτόν πάντα λίγο καλύτερο από τους άλλους βρήκε περιθώριο και έδωσε ρέστα.

 

Δεν είναι η απρόσωπη μεγάλη πόλη που κάνει τους ανθρώπους αγενείς στο δρόμο, στις ουρές, στα μαγαζιά. Ή τους καθήμενους επιβάτες του μετρό να κοιτάζουν με απάθεια την όρθια έγκυο, χωρίς καν να στρέφουν το βλέμμα από την άλλη. Αν ήταν έτσι, κάνεις μας δεν θα ξαφνιαζόταν ευχάριστα με τα -τυπικά ή όχι- χαμόγελα και την ουσιαστική ευγένεια των ανθρώπων σε πόλεις του εξωτερικού. Η καφρίλα έχει εδώ και χρόνια γίνει λήμμα στον Μπαμπινιώτη. Τώρα, που όλοι δοκιμάζουν τις αντοχές τους καθημερινά, η έλλειψη κουλτούρας φαίνεται απλώς καθαρότερα και τα πράγματα γίνονται άσχημα με ταχύτερους ρυθμούς. Τουλάχιστον αυτοί που τα σπάνε στο κέντρο της πόλης δεν υποκρίνονται ότι δεν χρησιμοποιούν κάποιου είδους βία.

 

UPDATED