Μιλώντας για τη μετάφραση, ο Ουμπέρτο Έκο έλεγε πως δεν πρέπει να είναι μόνο ωραία γλωσσικά αλλά να «στέκεται», να σώζει δηλαδή το πρωτότυπο: «Αυτός που ζήτησε από τον Phillippe Starck να σχεδιάσει έναν λεμονοστύφτη, έβαλε άραγε στο συμβόλαιο και τον όρο ότι μία από τις λειτουργίες του λεμονοστύφτη θα έπρεπε να είναι όχι μόνο να στύβει τον χυμό αλλά και να μαζεύει τα κουκούτσια;» έγραφε με το γνωστό περιπαικτικό του ύφος για την αναλογία πρωτότυπου έργου και μετάφρασης. Τουλάχιστον όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, ο Έκο, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, υπήρξε τυχερός, καθώς τα βιβλία του μεταφράζονται σχεδόν αποκλειστικά από την Έφη Καλλιφατίδη, που το όνομά της είναι, πια, συνώνυμο με αυτό του σπουδαίου φιλοσόφου και σημειολόγου. Και είναι ευχάριστο να συνειδητοποιεί κανείς πως με τον Έκο δεν τη συνδέουν μόνο η πολυγλωσσία και η πολυμάθεια αλλά και το ανάλογο χιούμορ. Για την 35χρονη σχέση της με τον Έκο αλλά και για το δύσκολο έργο της μετάφρασης μίλησε αναλυτικά στη συνέντευξη που παραχώρησε στη LifΟ.

 

— Ο Έκο φαινόταν να είναι η ευχάριστη επωδός ανάμεσα σε άλλες συγκλονιστικές αποδόσεις σας, όπως ο υπέροχος «Τρίστραμ Σάντι», οι «Περιπέτειες της Αλίκης» ή η «Ιστορία του Τομ Τζόουνς». Αλήθεια, ποια βιβλία που έχετε μεταφράσει θα σας μείνουν αλησμόνητα και γιατί;

Δεν μπορώ να μη συμπεριλάβω το Όνομα του Ρόδου, όχι μόνον επειδή είναι το βιβλίο που είναι αλλά και επειδή ήταν το βιβλίο που έκρινε το «επάγγελμα» και τη ζωή μου. Από τον Έκο, το αγαπημένο μου, βέβαια, είναι το Εκκρεμές. Και όλα αυτά που αναφέρατε (ίσως με την εξαίρεση του Τομ Τζόουνς, που είναι λίγο σχολαστικό για τα γούστα μου) είναι βιβλία που ερωτεύτηκα και ζήλεψα. Να προσθέσω και τον Νοστρόμο του Joseph Conrad. Και θα βάλω και μια τελευταία προσθήκη, ίσως επειδή είναι πρόσφατο, ίσως επειδή είναι έργο μιας νεότατης συγγραφέως και με εντυπωσίασε. Είναι το προπέρσινο Booker Prize, το Luminaries (στα ελληνικά βγήκε ως Τα Φώτα) της Eleanor Catton. Λειτούργησα σαν τον γάιδαρο με το καρότο σ' αυτό το βιβλίο.

 

— Η σχέση σας με τον Ουμπέρτο Έκο, εκτός του ότι αριθμεί τριάντα και πλέον χρόνια, φαίνεται να είχε και τα χαρακτηριστικά αποκλειστικότητας, κάτι που στο εξωτερικό συνηθίζεται κατά κόρον, αλλά όχι στη χώρα μας. Υπήρξε κάποιο βιβλίο του Έκο που δεν θέλατε να μεταφράσετε ή που σκεφτήκατε να παραχωρήσετε σε άλλον μεταφραστή;

Ελπίζω να λειτουργήσει αυτή η «αποκλειστικότητα» και για το τελευταίο βιβλίο που διάβασα ότι ετοιμαζόταν να βγάλει με τον καινούργιο εκδοτικό οίκο που έστησε ο ίδιος. Το λέω με κάθε επιφύλαξη, κάπου το διάβασα. Απλώς θα ήθελα να του πω «αντίο» με μια τελευταία μετάφραση. Όχι, δεν θέλησα ποτέ να πω όχι, με προκαλούσε, όσο δύσκολος και αν ήταν, αποτελούσε κάτι σαν προσωπικό στοίχημα για μένα. Πιθανόν δεν είχα καν τις γνώσεις να αντεπεξέλθω, αλλά δεν νομίζω ότι τις είχαν και πολλοί. Αν υπήρχε ένας «πανεπιστήμων» στην εποχή μας, αυτός ήταν ο Έκο. Υπάρχουν βιβλία του που τα μετέφρασαν άλλοι, λίγα σχετικά, οπότε είμαι, ας πούμε, κατά 80% αποκλειστική του μεταφράστρια.

 

Ο μεταφραστής, λοιπόν, είναι μια tabula rasa, αλλά με μπόλικη υποδομή από κάτω, έτσι ώστε να μπορεί να γίνεται κάθε φορά, με κάθε νέο βιβλίο, rasa. Τα τρία στοιχεία (ύφος, εμμονές, προθέσεις) που αναφέρατε πρέπει να τα ξέρει ή, εφόσον πρόκειται για συγγραφέα που τον πρωτοπιάνει, να τα ξεκαθαρίζει όσο πιο σύντομα γίνεται.

 

— Ένας από τους πιο επιφανείς μεταφραστές από τα ιταλικά, ο William Weaver, έλεγε πως προτιμούσε να λύνει τα προβλήματα της μετάφρασης των βιβλίων του Ουμπέρτο Έκο συζητώντας μαζί του. Συζητούσατε κι εσείς μαζί του ή προτιμούσατε να βρίσκετε τις δικές σας λύσεις;

Σπανίως συζητούσα μαζί του, δεν είχα και πάρα πολλά προβλήματα. Φανταστείτε κάθε του μεταφραστής, από κάθε γλώσσα, να τον ζάλιζε με την κάθε του απορία. Ο Έκο, στα πρώτα του βιβλία, έστελνε μαζί και έναν πάκο σημειώσεις και επεξηγήσεις. Όταν χρειάστηκε να πω κάτι, αποδείχτηκε ότι θα μπορούσα και να μην το είχα πει, γιατί τελικά με άφηνε να κάνω ό,τι ήθελα. Αναφέρομαι στην εικόνα του Παντοκράτορα, που του είπα ότι στις ορθόδοξες εκκλησίες μπαίνει στον τρούλο, και μου απάντησε: «Βάλ' τον όπου θες».


— Εδώ ίσως μπαίνει και μια χαζή ιστοριούλα που δείχνει πόσους μεταφραστές είχε ο Έκο. Ένα πρωί, μετά το Ρόδο και πριν από το Εκκρεμές (δηλ. κάπου μεταξύ '87-'88), χτυπάει στις 7 το πρωί το τηλέφωνό μου. Συμφορά με βρήκε, λέω, και το σηκώνω.

«Μποντζιόνο!» ακούω. Θεός φυλάξοι, λέω, τι είν' τούτο; Γιαπωνέζος, που μιλάει ιταλικά; Και συνεχίζει: «Σόνο γκιαπονέζε!». Δεν είπα ότι το κατάλαβα, θα ήταν αγένεια. Λοιπόν, ήταν ένας Ιάπωνας καθηγητής Γλωσσολογίας από το Πανεπιστήμιο της Οζάκα, αν θυμάμαι καλά. Ο άνθρωπος γυρνούσε όλο τον κόσμο για να συναντήσει τους μεταφραστές του Έκο και να γράψει ένα βιβλίο. Τον συνάντησα, τον πότισα και κάτι τσίπουρα, ωραία περάσαμε. Μερικούς μήνες μετά παίρνω ένα βιβλίο, καταπληκτική έκδοση, στολίδι, με σημειωμένο το νούμερο μιας σελίδας. Από πίσω προς τα μπρος, λοιπόν, και από πάνω προς τα κάτω, μέσα στα ιδεογράμματα υπήρχαν και μερικά λατινικά: Efi Kallifatidi. Γέλασα απίστευτα και, φυσικά, το φυλάω ακόμα.

 

— Έχετε αποδείξει ότι προτιμάτε τη ζωντάνια της απόδοσης παρά το φόρτωμά της με πολλές επεξηγήσεις, υποσημειώσεις κ.λπ. Είναι συνειδητή η απόφασή σας να μην προσφεύγετε στην ευκολία των παραπομπών;

Συνειδητότατη. Θεωρώ ότι η υποσημείωση είναι σαν να ξεφυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν – λέω γι' αυτές, που ο μεταφραστής θεωρεί υποχρέωσή του να εξηγήσει με το νι και με το σίγμα τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας. Μόνον αν δεν μπορείς να το αποφύγεις βάζεις μια υποσημείωση, όσο πιο διακριτική γίνεται. Δεν είναι για να φωνάζεις: «Εδώ είμαι κι εγώ, θαυμάστε με!». Κι αν πριν από τριάντα χρόνια υπήρχε ίσως μια ανάγκη επεξηγήσεων, σήμερα, όποιος έχει την απορία, γκουγκλάρει και το βρίσκει. Θα πω και κάτι ακόμα σχετικό με τα λογοπαίγνια, που είναι ίσως ό,τι πιο δύσκολο σε μια μετάφραση: ΟΧΙ, δεν γράφουμε από κάτω «αμετάφραστο λογοπαίγνιο» (παρά μόνο με το μαχαίρι στον λαιμό), το προσπερνάμε και ψάχνουμε να βρούμε πού θα κάνουμε εμείς ένα αντίστοιχο λογοπαίγνιο.

 

— «Ο καλός μεταφραστής είναι σαν τις καλές πόρνες, μόνο που πρέπει να προβλέπει τι θέλει το μυαλό και όχι το σώμα του συγγραφέα». Πρόκειται για μια δήλωσή σας με μεγάλες δόσεις ακρίβειας. Τι είναι αυτό που προσπαθεί να προβλέψει ή να βελτιώσει η μεταφράστρια ως πόρνη: το ύφος, τις λεκτικές εμμονές ή τις άδηλες προθέσεις του συγγραφέα;

Είπα ότι ο μεταφραστής είναι μια πόρνη που πουλάει μυαλό, αντί για σώμα, και πρέπει να κάνει τα γούστα του πελάτη (εννοώντας τον συγγραφέα). Ο μεταφραστής, λοιπόν, είναι μια tabula rasa, αλλά με μπόλικη υποδομή από κάτω, έτσι ώστε να μπορεί να γίνεται κάθε φορά, με κάθε νέο βιβλίο, rasa. Τα τρία στοιχεία (ύφος, εμμονές, προθέσεις) που αναφέρατε πρέπει να τα ξέρει ή, εφόσον πρόκειται για συγγραφέα που τον πρωτοπιάνει, να τα ξεκαθαρίζει όσο πιο σύντομα γίνεται. Το ύφος το επιβάλλει ο συγγραφέας, ο μεταφραστής δεν έχει ύφος (είναι η πρώτη φάση της ερωτικής συνεύρεσης, όταν κλείνεις τη συμφωνία). Οι λεκτικές εμμονές, ναι, βελτιώνονται, αλλά, πάλι, τηρούνται· είναι τα παιχνιδάκια της συνεύρεσης. Και, φυσικά, οι άδηλες προθέσεις απαγορεύεται ν' αποκαλύπτονται φανερά, έστω και αν ο μεταφραστής τις έχει ανακαλύψει (πράγμα που πρέπει να κάνει), ώστε, μετά το τέλος της επαφής, να μένουν και οι δύο ικανοποιημένοι και συνένοχοι. Εκεί ίσως μπαίνει και ο ρόλος του αναγνώστη ή του «ιδανικού αναγνώστη», αλλά αυτό είναι ένα θέμα που ανέλυσε εκτενέστατα ο Έκο και δεν χρειάζεται να μιλήσω εγώ γι' αυτό.

 

Δεν νομίζω ότι είναι ούτε σε Παράδεισο ούτε σε Κόλαση, και δεν νομίζω να περίμενε κι εκείνος κάτι τέτοιο. Αν σκεφτώ, όμως, ένα παράλληλο σύμπαν, θα μπορούσε να κάνει παρέα με τον Σάλγκαρι και να λένε ιστορίες από τις θάλασσες του Νότου με τον Τζόις και τον Στερν, να ανταλλάσσουν χοντράδες, με παριστάμενους μια σειρά ήρωες των κόμικς – και να τρώνε του σκασμού, να πίνουν το καταπέτασμα και να τραγουδούν πειρατικά τραγούδια.

 

— Πώς ήταν η πρώτη σας συνάντηση με τον Έκο από κοντά;

Αστεία. Και αφοπλιστική. Είχε έρθει στην Αθήνα για να του απονείμουν τον τίτλο του Ακαδημαϊκού λίγο μετά την κυκλοφορία του Μπαουντολίνο, ίσως το 1992. Τον πλησίασα κι εγώ ψιλοκομπλαρισμένη (και τσατισμένη με τον εαυτό μου που είχα κομπλάρει) και του συστήθηκα. Τότε πήρα την απάντηση «Αh, la grande Efi!». Βέβαια, οι Ιταλοί χρησιμοποιούν πολύ συχνά το grande για πολλά πράγματα, οπότε ας μην του δίνουμε βαρύνουσα σημασία. Αλλά εμένα με αφόπλισε και η σκέψη που μου ήρθε ήταν το «Μα, τι μπόλικος άνθρωπος!».

 

— Στο «Από το Δέντρο στον Λαβύρινθο» ο Έκο ξεδιπλώνει όλη του τη φιλοσοφική, θεωρητική και μαθηματική αρματωσιά, σε σημείο που φτάνει κανείς να πιστέψει πως θα έπρεπε να ήταν μεγάλος μύστης και φιλόσοφος για να το μεταφράσει. Πώς αλήθεια καταφέρατε έναν τέτοιο άθλο; Υπήρξαν στιγμές που είπατε να το εγκαταλείψετε;

Πληγή στα στήθη μού ανοίγετε... Πράγματι, ήταν δυσκολότατο. Δεν είμαι βέβαιη ότι το κατάλαβα ολότελα και ξέρω ότι το μετέφραζα με βήμα χελώνας (δεν μπορούσα να κάνω πάνω από 3-4 σελίδες τη μέρα), γυρνώντας και ξαναγυρνώντας για να βεβαιωθώ ότι κατάλαβα καλά. Όταν τέλειωσε, δεν το ξανάπιασα. Πιθανότατα δεν έπρεπε να μεταφραστεί για ευρύ κοινό, ήταν πανεπιστημιακό βιβλίο, ίσως μόνον οι συνάδελφοί του να το συνελάμβαναν απόλυτα (και δεν είναι εντελώς βέβαιο). Αλλά με βάλατε στον πειρασμό να το ξαναδιαβάσω ως αναγνώστρια. Έχω, βέβαια, την αίσθηση ότι εκεί συμφώνησα σε ένα SM παιχνίδι με τον πελάτη. Πάντως, συμφώνησα.

 

— Τι κρατάτε από την προσωπικότητα του Έκο ως πολύτιμη παρακαταθήκη; Γιατί τον αγαπάτε περισσότερο;

Ο Έκο (η σκέψη του και όσα ελάχιστα είδα από τη στάση του) στάθηκε για μένα «δάσκαλος». Θα πω και πατέρας, γιατί με μεγάλωσε, δηλαδή μεγάλωσα μαζί του και μέτρησα με τα βιβλία του τα γεγονότα της ζωής μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ το Εκκρεμές χωρίς να σκεφτώ την κόρη μου, γιατί όταν το έκανα, ήμουν έγκυος. Η Δέσποινα είναι παιδί του Εκκρεμούς, τη σκεφτόμουν με τη λογική της Αμπάρο. Ίσως να μην ήμουν αυτή που είμαι αν δεν είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι μας. Αλλά τον αγαπώ και θα τον αγαπούσα ακόμα κι αν τα βιβλία του ήταν χειρότερα, για την ευρύτητα του πνεύματος, τη συνδυαστική του ικανότητα και τη λογική του. Μια λογική που και για μένα ήταν πάντα η μεγαλύτερη αρετή, όχι σε αντιπαράθεση με το συναίσθημα, γιατί δεν έρχονται σε αντίθεση, αλλά ως το απόλυτο κριτικό εργαλείο, διαύγεια πνεύματος και οξύνοια: απόδειξη, τα παλαβά του λογοπαίγνια, τα στιχάκια και οι παραλογισμοί.

 

— «Στο ταξίδι του στον Παράδεισο, το post mortem ταξίδι του και όχι το λογοτεχνικό, ο Δάντης συνάντησε τον Αμπουλάφια. Κι αν έμπαινε και ο Αδάμ στη συζήτηση, θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε σε τι γλώσσα μιλούσαν αυτοί οι τρεις για να μπορέσουν να συνεννοηθούν» γράφει ο Έκο. Εσείς ποιους φαντάζεστε ότι θα συναντάει αυτήν τη στιγμή στον Παράδεισο και τι θα λένε;

Δεν νομίζω ότι είναι ούτε σε Παράδεισο ούτε σε Κόλαση, και δεν νομίζω να περίμενε κι εκείνος κάτι τέτοιο. Αν σκεφτώ, όμως, ένα παράλληλο σύμπαν, θα μπορούσε να κάνει παρέα με τον Σάλγκαρι και να λένε ιστορίες από τις θάλασσες του Νότου με τον Τζόις και τον Στερν, να ανταλλάσσουν χοντράδες, με παριστάμενους μια σειρά ήρωες των κόμικς – και να τρώνε του σκασμού, να πίνουν το καταπέτασμα και να τραγουδούν πειρατικά τραγούδια, ενώ ο Όκκαμ θ' ακονίζει τη λεπίδα του για να καθαρίσει μήλα, ο Σέρλοκ Χολμς μέσα σε καπνούς οπίου θα ονειρεύεται τη Χώρα του Βασιλέα Ιωάννη και η Αγία Χιλδεγάρδη, σε παραλήρημα, θα χορεύει ερωτικούς θρησκευτικούς χορούς.

 

Τα βιβλία του Ουμπέρτο Έκο κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.