Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
19.11.2017
Η αληθινή ιστορία του ΠΑΛΙ και τα πνευματικά μαλλιοτραβήγματα των...
ΑΡΧΕΙΟ

Η αληθινή ιστορία του ΠΑΛΙ και τα πνευματικά μαλλιοτραβήγματα των ελλήνων υπερρεαλιστών

Πουλικάκος, Νάνος Βαλαωρίτης, Κουτρουμπούσης και λοιποί -υπό το ανελέητο μάτι του συγγραφέα του Τρίτου Στεφανιού σε ένα μάλλον άγνωστο κείμενό του.

Η αληθινή ιστορία του ΠΑΛΙ και τα πνευματικά μαλλιοτραβήγματα των ελλήνων υπερρεαλιστών

Το 1975 ανατυπώθηκαν τα έξι τεύχη του περιοδικού Πάλι που είχε κυκλοφορήσει την διετία 1964-1966 αφήνοντας εποχή με το πρωτοποριακό, για την εποχή, ύφος και περιεχόμενο που το χαρακτήριζαν. Η ανατύπωση έγινε από την έκδοση του περιοδικού Σήμα που διηύθυνε ο Νίκος Παπαδάκπς, σε χίλια αριθμημένα αντίτυπα, και με την άδεια των Νάνου Βαλαωρίτη, Κώστα Ταχτσή, Δημήτρη Πουλικάκου και Πάνου Κουτρουμπούση.

 

Οι τέσσερις αυτές φιγούρες που ηγήθηκαν της έκδοσης του Πάλι δημοσίευσαν τότε στην ειδική αυτή έκδοση από ένα κείμενο ο καθένας, στο οποίο αναφέρονταν στο Πάλι και στα τεκταινόμενα γύρω από το σύντομο, αλλά σημαντικό βίο του περιοδικού.  

 

Το κείμενο του Κώστα Ταχτσή, «αλιευμένο» από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη,  αναφέρεται, με το γνωστό, γλαφυρό τρόπο του πρόωρα χαμένου συγγραφέα, στη δική του ιστορία στο Πάλι, στις έριδες και τις διχόνοιες που είχε με αρκετούς από τους συνεργάτες και άλλες προσωπικότητες των γραμμάτων κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60, αναβιώνοντας μια ολόκληρη εποχή, γεμάτη ελπίδες και πνευματική ανησυχία, λίγο πριν από την έλευση των τανκς...

 

«Ένα περιοδικό με τον αρκετά περίεργο, για να μην πω απόκρυφο τίτλο «ΠΑΛΙ»... Τα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού
«Ένα περιοδικό με τον αρκετά περίεργο, για να μην πω απόκρυφο τίτλο «ΠΑΛΙ»... Τα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού
 

 

Τα τεύχη 5 και 6
Τα τεύχη 5 και 6
 



ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ:

Έφηβος, και πολύ πριν αρχίσω να γράφω εκείνα τα τόσο αμφισβητούμενα ποιήματά μου, είχα γράψει κάμποσο διηγήματα, αλλ' αν υπάρχουν πουθενά τίποτα χειρόγραφα -κι εύχομαι ειλικρινά να μην υπάρχουν- δεν τα ’χω εγώ. Τα 'σκισα, τα πέταξα, και τα ξέχασα. Μέχρι σημείου που, όταν μετά τη δημοσίευση του Τρίτου Στεφανιού μου 'καναν μερικοί τη φυσική ερώτηση αν είχα γράψει ποτέ διηγήματα, είχ' απαντήσει, θυμάμαι, πως όχι, ποτέ.

 

Τέλη του '63, πήρα, στη Νέα Υόρκη, ένα γράμμα απ' το Νάνο Βαλαωρίτη. Μου ανάγγελνε την απόφαση μιας μικρής ομάδας φίλων να εκδόσουν ένα περιοδικό με τον αρκετά περίεργο, για να μην πω απόκρυφο τίτλο «ΠΑΛΙ», θα το θεωρούσαν, έγραφε, τιμή τους αν τους έστελνα να δημοσιεύσουν κάτι δικό μου.

 

Είχα μερικές σημειώσεις -που αποτέλεσαν λίγο αργότερα την «Πρώτη Εικόνα»— αλλά τίποτ' άλλο. Έκατσα λοιπόν αμέσως μπροστά στη γραφομηχανή μου, και, μέσα σ' έν' απόγεμα, έγραψα το ουσιαστικά πρώτο μου διήγημα, «Τα Ρέστα», που 'μελλε να δόσει πολλά χρόνια αργότερα τον τίτλο στην ομώνυμη συλλογή. Το ταχυδρόμησα αμέσως, βάζοντας μέσ' το φάκελλο κι ένα πεντοδόλλαρο.

 

«Το δωμάτιο του Νάνου ήταν γεμάτο αντικείμενα που, αθώα καθαυτά ή όχι, του 'διναν όψη εργαστηρίου κάποιου αστρομάντη ή αλχημιστή» ... Ο Νάνος Βαλαωρίτης στο διαμέρισμά του στο Κολωνάκι, 2008... Φωτ.:  Freddie F./ LIFO
«Το δωμάτιο του Νάνου ήταν γεμάτο αντικείμενα που, αθώα καθαυτά ή όχι, του 'διναν όψη εργαστηρίου κάποιου αστρομάντη ή αλχημιστή» ... Ο Νάνος Βαλαωρίτης στο διαμέρισμά του στο Κολωνάκι, 2008... Φωτ.: Freddie F./ LIFO

 

Η απάντηση του Νάνου ήταν ενθουσιώδης και μ’ έκανε να ξαναστρωθώ στο γράψιμο.

 

Δε θα 'τανε λοιπόν υπερβολή αν έλεγα ότι στο «ΠΑΛΙ» οφείλω εν μέρει έστω κι αυτά τα λίγα διηγήματα που 'χω γράψει έκτοτε.

 

Αλλ' η οφειλή μου οτο «ΠΑΛΙ» δεν εξαντλείται εδώ. Όταν το φθινόπωρο του '64 γύρισα στην Ελλάδα (ήταν η εποχή που ο Μίνως Αργυράκης και η Έιμυ, στην προσπάθειά τους να ξαναζήσουν κάτι απ' την ατμόσφαιρα του Γκρήνουιτς Βίλλατζ, εγκαινίαζαν την εκπόρνευση της Πλάκας), χάρη στο «ΠΑΛΙ» είχα την τύχη να βρεθώ σε μια μικρή συντροφιά που με δέχτηκε αμέσως σα να 'μουνα απ' την αρχή ένα αυτονόητο κι αναπόσπαστο μέλος της. Τώρα πρέπει να πω ότι ήμουνα ανέκαθεν, από ιδιοσυγκρασία και πεποίθηση, μοναχοπερπατητής, ότι ποτέ μου δεν πίστεψα σε κλίκες, οργανώσεις, κόμματα, την Ακαδημία Αθηνών, τη Μασονική Στοά, την Αθηναϊκή Λέσχη, τους Συλλόγους λογοτεχνών ή ό,τι άλλο. Αλλ' η συντροφιά του «ΠΑΛΙ» είχε τούτο το καλό: μου επέτρεπε να 'μαι μοναχοπερπατητής, και συγχρόνως ν' ανήκω τέλος πάντων κι εγώ κάπου, κάτι διόλου ευκαταφρόνητο την εποχή εκείνη που το επίσημο ή ανεπίσημο πνευματικό κατεστημένο όλων των ιδεολογικών ή άλλων αποχρώσεων μ’ αγνοούσε ή μ' υπονόμευε συστηματικά. (Τα πράγματα δεν άλλαζαν πολύ ακόμα κι όταν οι «ΕΠΟΧΕΣ» δημοσίευσαν ένα διήγημά μου κι ύστερα ένα δεύτερο -κάτι που ενώ για μένα ήταν απλώς μια πράξη επιβεβαίωσης της ανεξαρτησίας μου απ' οποιαδήποτε κλίκα, ακόμα και του «ΠΑΛΙ», η συντροφιά του «ΠΑΛΙ» είδε μ' ένα πικρόξυνο χαμόγελο σαν ένα πρώτο βήμα προσχώρησής μου στο στρατόπεδο του «εχθρού»- ας είναι.)

 

Ποιοι ήταν τα μέλη της συντροφιάς του «ΠΑΛΙ»; Ήταν τα μόνιμα, τα περιστασιακά, τ' αντεπιστέλλοντα, και τ' αφανή. Τα μόνιμα: ο Νάνος, στο σπίτι του οποίου γινόντουσαν κι όλες μας οι συγκεντρώσεις, ο συχωρεμένος ο Μακρής, όποτε κατάφερνε να ξεκολλήσει απ' τις καρέκλες του «Βυζαντίου» ή του «Μπόκολα». Η Μαντώ Αραβαντινού, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, κι ο Τάσος Δενέγρης. Τα περιστασιακά, μερικά απ' τα οποία σύνδεσαν τ' όνομά τους άρρηκτα με το «ΠΑΛΙ»: ο ζωγράφος Αλέξης Ακριθάκης, που 'μελλε να 'χει τόσο λαμπρό μέλλον, ο Νίκος Στάγκος, μεταφραστής, φευ, αργότερα του Ρίτσου, ο Γιώργος Μαρής κ.ά. Τ' αντεπιστέλλοντα: δυο-τρεις ξένοι, κι ένας μεγάλος έλληνας της διασποράς, ο Νικόλαος Κάλας. Και τ' αφανή; Ήταν ο Αντρέ Μπρετόν, του οποίου ο Νάνος θεωρούσε τον εαυτό του αντιπρόσωπο εν Ελλάδι όπως ο Πάπας τον εαυτό του εκπρόσωπο του θεού επί της Γης· ο Αντρέας Εμπειρίκος, υπό την αιγίδα του οποίου είχε τεθεί κατά κάποιο τρόπο απ' την αρχή το «ΠΑΛΙ»· ο Εγγονόπουλος, που θαυμάζαμε όλοι ανεπιφύλακτα· και ο Παπατσώνης που θαύμαζε μόνον ο Νάνος. Τέλος, υπήρχαν οι συμπαθούντες, φίλοι ή γνωστοί του ενός ή του άλλου από μας, που υποστήριξαν το «ΠΑΛΙ» ηθικά ή υλικά. Υπήρχαν δύο ποιητές που θαυμάζαμε, όλοι μας, νομίζω, ο Σεφέρης κι ο Γκάτσος. Αλλ' ο Γκάτσος είχε πάψει προ πολλού να γράφει, κι ο Σεφέρης -αλλ' οι λόγοι θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν το θέμα μιας ολόκληρης μονογραφίας- δεν έδοσε συνεργασία παρά μόνο προς το τέλος.

 

Α, ναι, είχαμε κι' έναν εχθρό που εμείς όμως θεωρούσαμε φίλο - τον αγαπημένο Αλέκο Φασιανό, που 'χε κυκλοφορήσει τευχίδιον με τον τίτλο Τ' ΑΝΑΠΑΛΙ, στο οποίο, σατίριζε, προς γενικήν θυμηδίαν, αγρίως τη Μαντώ Αραβαντινού.

 

Αυτοί ήταν οι φίλοι. Ποιοι ήταν οι «εχθροί»; Εχθροί ήταν όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν κατά τη γνώμη μας ακαδημαϊκή ή συμβατική νοοτροπία, κι ή δεν υπήρχαν για μας καθόλου, ή υπήρχαν μόνο και μόνο σα στόχοι για τα βέλη μας. Ποιοι ήταν αυτοί, φαίνεται καθαρά στα σημειώματα που γράψαμε εναντίον τους εγώ κι ο Νάνος. Α, ναι, είχαμε κι' έναν εχθρό που εμείς όμως θεωρούσαμε φίλο - τον αγαπημένο Αλέκο Φασιανό, που 'χε κυκλοφορήσει τευχίδιον με τον τίτλο Τ’ ΑΝΑΠΑΛΙ, στο οποίο, σατίριζε, προς γενικήν θυμηδίαν, αγρίως τη Μαντώ Αραβαντινού.

 

Υπάρχει όμως και μια περίπτωση bona fide φίλου και συνεργάτη του «ΠΑΛΙ», στην οποία θέλω ν’ αναφερθώ διεξοδικό, επειδή νομίζω ότι ήταν η πιο θεαματική κι εκείνη που, εξαιτίας του σάλου και των ποικίλων αντιδράσεων που δημιούργησε, δίνει εκ των υστέρων στον σημερινό αναγνώστη μια γεύση της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στη συντροφιά. Είναι η περίπτωση του 'Αλεκ Σχινά. Είναι μια ιστορία που αν δεν εηωφεληθώ της ευκαιρίας να διηγηθώ τώρα, δεν θα διηγηθώ ποτέ.

 

Τον Άλεκ Σχινά τον ήξερα από την εποχή της Κηφισιάς (1948-51). Μέναμε στην ίδια γειτονιά. Νεαρός ή έστω επίδοξος ποιητής, είχα πάει κάμποοες φορές στο σπίτι του, όπου, τις Κυριακές τ' απόγεμα, μαζευόταν ένα πλήθος ανθρώπων: ποιητές, σχεδόν ποιητές, παραλίγο ποιητές, διόλου ποιητές, κατά φαντασίαν ποιητές, διανοούμενοι, ψευτο- διανοούμενοι, συγγραφείς που δεν είχαν γράψει ποτέ τους τίποτα, causeurs που είχαν ή δεν είχαν τίποτα να πουν, αριστεροί που ήταν αστοί ως το κόκκαλο, αναρχικοί, ψευτο-αναρχικοί, κρυπτοφασίστες, αναρχοφασίστες, αργόσχολοι, και κόμποσες κοπέλλες, που 'παιζαν το ρόλο του φιλοθεάμονος κοινού, του ακροατηρίου ή απλώς του κύπελλου που προσφερόταν στον «καλύτερο». Ήταν μια σκοτεινή εποχή, μια συγκεχυμένη εποχή, μια εποχή δύσκολης και βηματιστής ανάρρωσης ύστερ’ από δυο μεγάλες αρρώστειες, το Δεύτερο και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Αλλ’ αν είμασταν όλοι ανεξίτηλα σημαδεμένοι στα παιδικά κι εφηβικά μας χρόνια απ' τις δυο αυτές αρρώστιες, κανείς, εξόν κι αν με γελάει τόσο η μνήμη μου, δε μιλούσε ή δεν αναφερόταν έστω κι έμμεσα σ' αυτές. Οι καιροί ήταν ακόμα χαλεποί, κι η Κηφισιά διόλου το είδος του περίχωρου που ενεθάρρυνε τη σοβαρή συζήτηση. Τι κάναμε; Ή μάλλον τι κάνανε; Μα - παίζανε. Παίζανε τις «δίκες». Ήταν κάτι που ξανάζησα έντονα διαβάζοντας, αργότερα, την εφιαλτική νουβέλα του Μουζίλ «Ο Νεαρός Τέρλες».

 

Έμπαινες ανύποπτα οτο σπίτι του Άλεκ και χαιρετούσες όλους τους παριστάμενους εγκάρδια. Οσμιζόσουνα βέβαια κάτι απειλητικό στην ατμόσφαιρα, μα το απέδιδες στην επιφυλακτικότητα που ήταν φυσικό να νιώθουν απέναντι σ' έναν «καινούργιο». Και ξαφνικά άρχιζε η επίθεση, μια προσυμφωνημένη, σύντονη επίθεση. Σ' άφην' ο ένας, σ’ έπιαν' ο άλλος. Σε χτυπούσαν σα σάκκο πυγμαχίας. Με λόγια, εννοείται. Αλλά με λόγια που ήταν σα γροθιές, και σε ζάλιζαν περισσότερο από αληθινές γροθιές.

 

Περιττό να πω, θα το μαντέψατε κιόλας, με πέρασαν και μένα από μια τέτοια «δίκη». Αλλά κατάλαβα αμέσως το παιχνίδι τους, κι αμύνθηκα. Και τι καλύτερη άμυνα απ' την επίθεση; Έτσι είσαστε ρουφιάνοι; σκέφτηκα. θα σας κανονίσω εγώ. Κάτι μου 'πε, θυμάμαι, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, που θαυμάζω τώρα τόσο πολύ, και του απάντησα; «Άσε μ' ήσυχο σε παρακαλώ, εμένα δε μ' ενδιαφέρουν οι αναγνωστάκηδες, μ' ενδιαφέρουνε οι αναγνώστες». Δεν υπάρχει ισχυρότερο όπλο από ένα δηκτικό λογοπαίγνιο. Τέλος πάντων, μ’ «αθώωσαν» - και δεν ξαναπάτησα ποτέ το πόδι μου στου Σχινά, εκτός από μια φορά, χρόνια αργότερα. Ένα βράδι, περνώντας, είδα φως. Χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε, κι όταν μ' είδε, έβαλε το δάχτυλο στο στόμα και μου 'πε, έλα μέσα, αλλά να μη μιλήσεις, ο Ρένος μού διαβάζει το νέο του μυθιστόρημα. Μπήκα μέσα κι έκατσα. Ο Ρένος συνέχισε το διάβασμα στο σημείο που είχε σταματήσει. Υπέμεινα μια ή δυο σελίδες. Ύστερα χωρίς να πω λέξη, σηκώθηκα και, πατώντας ειρωνικά στις μύτες των ποδιών μου, βγήκα απ' το σπίτι. Από τότε δεν είχα ξαναδεί τον Άλεκ.

 

Αλλά την άνοιξη του '65 έφτασε απ’ τη Γερμανία στην Αθήνα, κι εισέβαλε σα σίφουνας στο «ΠΑΛΙ». Τι ήταν όλη αυτή η ιστορία που για ένα μήνα μάς κράτησε σε συνεχή αναστάτωση; Ο Αλεκ έδοσε στο Νάνο μια πολυσέλιδη συνεργασία που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 2-3. Πολυσέλιδη και πολύμορφη. Ήταν, πρώτον, η επιστολή του προς «Παλινιστάς» - «Αλέξανδρος Παλινισταίς ευ ποιείν». Ήταν γραμμένη, όπως θα δει ο αναγνώστης, σε γλώσσα -και τι καλά φιλολογικά ελληνικά ήξερε ο άθλιος!- που θύμιζε την ψευτοκλασικίζουσα των Βυζαντινών λογίων. Βερμπαλισμός! Να τι έλεγε για μένα αναφερόμενος στο διήγημα «Τα Ρέστα·. «Ουκ έλαπον ηδομένω εστί μοι και εκθύμως επαινώ το του τρισκαταστεφούς Κωνσταντίνου Ταχτσή διηγημάτιον, εν ω μετά περισσής ευμηχανίας επάδονται μειρακιώδεις υπαλαί υπομνήσεις.»

 

Ποιητές, σχεδόν ποιητές, παραλίγο ποιητές, διόλου ποιητές, κατά φαντασίαν ποιητές, διανοούμενοι, ψευτο- διανοούμενοι, συγγραφείς που δεν είχαν γράψει ποτέ τους τίποτα, causeurs που είχαν ή δεν είχαν τίποτα να πουν, αριστεροί που ήταν αστοί ως το κόκκαλο, αναρχικοί, ψευτο-αναρχικοί, κρυπτοφασίστες, αναρχοφασίστες, αργόσχολοι, και κόμποσες κοπέλλες, που 'παιζαν το ρόλο του φιλοθεάμονος κοινού, του ακροατηρίου ή απλώς του κύπελλου που προσφερόταν στον «καλύτερο».

 

ΤΟ ΠΟΛΥΚΡΟΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΑΛΕΚ) ΣΧΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΛΙ

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Ως εδώ πάει καλά. Ακολουθούσαν όμως κάτι άλλα κείμενα: παρωδίες γνωστών ποιημάτων (Ακούσε τ' απόκοσμο εθνικό βιολί κ.τλ.), ένα «ημερολόγιο», «σημειώσεις», και δείγματα ενός νέου ποιητικού -ισμού, του υπερλεξισμού, χειρόγραφα, υποτίθεται, ενός αείμνηστου και αειμακάριστου Ελευθερίου Δούγια. Σημειώνω για τον σημερινό νέο αναγνώστη, ότι όλ' αυτά γινόντουσαν τη χρονιά της Αποστασίας, ούτε δυο χρόνια απ' το πραξικόπημα που χωρίς άλλο την ίδια εκείνη στιγμή προετοίμαζε πυρετωδώς ο Παπαδόπουλος και η μεγάλη «θεία». Και σημειώνω ακόμα ότι στο ίδιο τεύχος εγώ είχα δόσει για δημοσίευση το μικρό δοκίμιο για τα Ρεμπέτικα, που ήταν βέβαια κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο προς το πνεύμα του Σχινά.

 

Αλλά τέλος πάντων, στην καλύτερη περίπτωση ήταν μια ενδιαφέρουσα ποιητική πράξη, στη χειρότερη μια ακόμα φάρσα από κείνες που τ' άρεσε να σκαρώνει στο Βαρβάκειο, και θα περνούσε λίγο-πολύ απαρατήρητη ή τουλάχιστο δε θα 'χε τη συνέχεια που είχε, αν δεν είχε μεσολαβήσει κάτι, κι αυτό το κάτι ήταν η πρόσφατη τότε δημοσίευση απ' τον ποιητή και ψυχίατρο Νικολαϊδημιας «υπερλεξιστικής» ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η Πείρα και η Πυρά». Ο Νικολαΐδης λοιπόν συγχίστηκε, κι έγραψε ένα γράμμα στα «Νέα» στο οποίο αμφισβητούσε τη γνησιότητα των χειρογράφων και την ύπαρξη του Ελευθερίου Δούγια. Γιατί αν βέβαια ο Δούγιας ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τα 'χε γράψει όλ' αυτά εικοσιπέντε χρόνια πριν, τότε ο καημένος ο Νικολαΐδης δε μπορούσε, αλίμσνο, να 'ναι, όπως είχε φιλοδοξήσει, ο πρώτος υπερλεξιστής έλληνας ποιητής!

 

Το γράμμα του δημοσιεύτηκε, ο Σχινάς απάντησε ρίχνοντας μπαρούτι στη φωτιά, ο Νικολαΐδης ξανάγραψε κατηγορώντας τον για νεκροφιλία ή κάτι τέτοιο. Οι «Παλινιστές» συνεδρίασαν κατ' επανάληψη για ν' αποφασίσουν πώς θ' αντιδράσουν. Οι θυελλώδεις συζητήσεις που 'γιναν στην κρεβατοκάμαρα-στούντιο του Νάνου, θα μείνουν δυστυχώς για πάντα στην πιο σκοτεινή κι απρόσιτη γωνιά της μνήμης. Το μόνο που συγκρατεί κανείς σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι μια φράση, μια εικόνα, κάτι απ' την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Και η ατμόσφαιρα αυτή ήταν αλάνθαστα παρανοϊκή, και θύμιζε πολύ τις «δίκες» της Κηφισιάς. Το ντεκόρ του χώρου την τόνιζε ακόμα περισσότερο. Το δωμάτιο του Νάνου ήταν γεμάτο αντικείμενα που, αθώα καθαυτά ή όχι, του 'διναν όψη εργαστηρίου κάποιου αστρομάντη ή αλχημιστή σ' αναζήτηση του μυστικού της ζωής: κοχύλια, θαλαοσόξυλα για τα οποία είχαν σπάσει Κύριος οίδε πόσα κύμματα σε κάποια αμμουδιά, κομμάτια από ορυκτά που θύμιζαν φιλοσοφικές λίθους, λυχνάρια που θύμιζαν το λύχνο του Άλαντιν, μαγικά καθρεφτάκια, πολύχρωμα κομπολόγια, χαϊμαλιά, ματόχαντρες και κομματάκια από αρχαία βάζα, χνουδωτά ξερολούλουδα ή όστρακα που έμοιαζαν με γυναικεία αιδοία, πίνακες της γυναίκας του της Μαρίας που θύμιζαν πρωτόγονες θεότητες των Ερυθρόδερμων ή των Ινδών με πολλά μάτια και πολλά χέρια, σφραγιδόλιθοι των Φιλικών του '21 -όταν οι «ελεύθεροι» αυτοί τέκτονες ήταν προοδευτικοί κι όχι, όπως οτις μέρες μας, ζηλωτές του πιο αντιδραστικού παπαδοπούλειου ελληνοχριστιανισμού- και, τέλος πάντων, ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, α, ναι, και μια τράπουλα του Ταρώ, που, όλα μαζί, σου 'φερναν στο νου κάθε λογής Ερμητισμό ή Μαύρη Μαγεία.

 

Θα πω αμέσως ότι δε μ’ άρεσαν τα ποιήματα του Νικολαΐδη, που 'μοιαζαν λίγο με μαγνητοσκοπημένους μονόλογους των ασθενών του. Αλλά τον ίδιο τον έβρισκα συμπαθητικό, και, ξέροντας τι ήταν ικανός να κάνει ο Άλεκ, ένιωθα για τον καημένο τον ψυχίατρο-ποιητή και λίγο οίκτο. Έκλινα λοιπόν υπέρ της δικής του εκδοχής, ότι δηλαδή ο Δούγιας ήταν πλάσμα της νοσηρής φαντασίας του Άλεκ. Κι όμως όλοι με βεβαίωναν ότι ο Δούγιας είχε ζήσει, ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο, κι ότι ήταν μάλιστα γείτονάς μας την εποχή της Κηφισιάς! (Τι δίκιο που είχαν!). Εγώ εξακολούθησα ν' αμφιβάλω. Άρχισα να θυμώνω. Κι' όταν, απάνω στη συζήτηση, έμαθα για πρώτη φορά ότι κι' ο τίτλος του περιοδικού, δηλαδή η λέξη «ΠΑΛΙ», δε σήμαινε καθόλου αυτό που νόμιζα και που θα καταλάβαινε ο οποιοσδήποτε αμύητος, κοινός θνητός, αλλ' ότι ήταν σανσκριτικός όρος που σήμαινε δεν ξέρω κι εγώ τι διάβολο, τότε πια έγινα θηρίο, κι απείλησα να γράψω εγώ γράμμα στα «Νέα» και να τους εκθέτω όλους.

 

Είχα δίκιο; Είχα άδικο; Ας κρίνει ο σημερινός νέος αναγνώστης ανάλογα με το χιούμορ που διαθέτει και τις κλίσεις του. Η αλήθεια είναι ότι ο Μακρής, στο έξοχο προοίμιο του πρώτου τεύχους (που είχε γράψει κατά τη συνήθειά του ανώνυμα), είχε μιλήσει για την απόλυτη περιφρόνηση που νιώθαν οι «Παλινιστές» για κάθε σχηματικό esprit de serieux, αλλ' υπήρχαν, γαμώτο, και όρια! Σε μια στιγμή που εμένα μ' απασχολούσαν όλο και πιο πιεστικά τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα -χωρίς βέβαια να πάψω να νιώθω απέχθεια για κάθε λογής πολιτική καπηλεία (βλέπε σημείωμά μου με τίτλο «Βασιλικές Φωτογραφίες»)- οι άνθρωποι αυτοί που αγαπούσα και, ελπίζω, μ' αγαπούσαν, ερμήνευαν κάπως πολύ αυθαίρετα αυτήν την κατά τ' άλλα νόμιμη περιφρόνηση για κάθε σχηματικό esprit de serieux, και μετέβαλλαν το «ΠΑΛΙ» από «πεδίο ελεύθερων αναζητήσεων κτλ.,» σε παλκοσένικο μιας σαχλής φαρσοκωμωδίας και λεξιστικών ή υπερλεξιστικών ακροβατισμών. Να μην τα πολυλογώ, έγιναν ομηρικοί καβγάδες, αποκαλύφθηκε ότι Σχινάς και Δούγιας ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο -αλλά ποιος, θε' μου, έχει μόνον ένα πρόσωπο αν αξίζει κάτι;- ο ταλαίπωρος Νικολαΐδης ένιωσε δικαιωμένος -αλλά τι άσκοπη δικαίωση!- ο σάλος κόπασε, κι' ο Άλεκ αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Αναφορά Περιπτώσεων», έφυγε για τη Γερμανία, όπου, αν είχε αμαρτήσει ποτέ, εξιλεώθηκε με το παραπάνω αγωνιζόμενος γενναία κατά της Απριλιανής δικτατορίας.

 

Το τεύχος 4 και μια εσωτερικη σελίδα του ΠΑΛΙ
Το τεύχος 4 και μια εσωτερικη σελίδα του ΠΑΛΙ
 

 

Αυτή ήταν ή πρώτη θύελλα που παραλίγο να καταποντίσει το κοίλο πλοίο του «ΠΑΛΙ». Τη δεύτερη τη δημιούργησα εγώ, και να πώς. Το καλοκαίρι του '65 ο Νάνος έφυγε για το Παρίσι, εξουσιοδοτώντας με να βγάλω μόνος μου το τεύχος 4. Σημειώνω ότι το καλοκαίρι εκείνο, για να ζήσω, έκανα τον ξεναγό, ξεθεονόμουνα στη δουλειά, έλειπα τις περισσότερες μέρες της βδομάδας απ' την Αθήνα. Στο λίγο ελεύθερο χρόνο που μου 'μενε για ν' αναπαυθώ, έπρεπε να βλέπω συνεργάτες του περιοδικού, να τρέχω στο τυπογραφείο, ν' αγοράζω χαρτί, κτλ. κτλ. Σημειώνω ακόμα ότι ο τυπογράφος βιαζόταν συνεχώς, γιατί δεν διέθετε πολύ μέταλλο - αμέσως μετά τη στοιχειοθέτηση, έπρεπε να γίνουν διορθώσεις, και τύπωμα. Ε, λοιπόν, αναζήτησα τον Εμπειρίκο να διορθώσει το τυπογραφικό του δοκίμιο, κι έλειπε εξοχή στη Γλυφάδα, κι ακόμα κι αν γνώριζα πού έμενε, δεν είχα, διάβολε, καιρό να τρέχω στη Γλυφάδα. Του Παπατσώνη το κουδούνι το χτύπησα μια φορά με βαρειά καρδιά, και δεν απάντησε κανείς. Όσο για τον Τσαρούχη, του πήγα το τυπογραφικό δοκίμιο του κειμένου του, και του 'δοσα δυο-τρεις ώρες να του ρίξει μια ματιά. Ζήτησε δυο-τρεις μέρες. Έφυγα βρίζοντας. Διόρθωσα μόνος μου και των τριών τα τυπογραφικά δοκίμια. Και, φυσικά, μου ξέφυγαν λάθη, στα οποία προστέθηκαν και τα τυπογραφικά λάθη μετά τη διόρθωση. Γράφε λοιπόν τρεις εχθροί. Ο τέταρτος ήταν η Μαντώ Αραβαντινού.

 

Τη Μαντώ Αραβαντινού, που είχε εμφανιστεί όψιμα στα Γράμματα με τη «Γραφή Α'», την ήξερα από παλιά εξ όψεως -σαν ηθοποιό και σα θαμώνα του «Μπραζίλιαν» που σου μιλούσε στρίβοντας μόνο το κεφάλι της προς το μέρος σου κι' υποστήριζε ότι το μέλλον ανήκει στον αφηρημένο κινηματογράφο- την εποχή εκείνη είχαμε δει την «Έκλειψη» τον Αντονιόνι. Σ’ αυτό το φανατικά αβανγκαρντίστικο πνεύμα, η Μαντώ είχε επιχειρήσει με λιγότερο γαλλικά και περισσότερο θάρρος μια μικρή μετάφραση απ' το έργο του Κλωντ Σιμόν. Στο σχετικό σημείωμα για τους συνεργάτες του «ΠΑΛΙ» είχε γραφτεί ότι ήταν η πρώτη φορά -άλλη πρωτιά!- που μεταφραζόταν Κλωντ Σιμόν εν Ελλάδι. Ε, λοιπόν, δεν ήταν. Κλωντ Σιμόν είχε μεταφράσει δυο χρόνια πριν η Νόρα Αναγνωστάκη. Θεώρησα λοιπόν, σαν υπεύθυνος για το τεύχος 4, στοιχειώδες καθήκον μας να κάνουμε μια μικρή επανόρθωση, και ζήτησα απ' τη Μαντώ να γράψει δυο λόγια. Μου απάντησε: «Αυτό δε θα το 'κάνε ούτε ο Σεφέρης!» - που δεν ήταν άλλωστε αλήθεια. Επί πλέον, χολωμένπ που ο Νάνος δεν είχε αναθέσει σ' αυτήν την έκδοση του τεύχους 4, αρνιόταν να μου δόσει τον κατάλογο των συνδρομητών. Έγραψα λοιπόν κι εγώ το σημείωμα που θα διαβάσετε στη σελ. 78 του τεύχους 4.

 

Κάτι μου 'πε, θυμάμαι, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, που θαυμάζω τώρα τόσο πολύ, και του απάντησα; «Άσε μ' ήσυχο σε παρακαλώ, εμένα δε μ' ενδιαφέρουν οι αναγνωστάκηδες, μ' ενδιαφέρουνε οι αναγνώστες».

 

Φαντάζεται κανείς τι έγινε όταν γύρισε ο Νάνος απ' το Παρίσι! Χολωμένος κι αυτός που 'χα κάνει μερικές φραστικές διορθώσεις στο δικό του κείμενο, δημοσίευσε τα περιβόητα «Παροράματα του ΠΑΛΙ 4» στο τεύχος 5, που όμως, όποιος έχει την υπομονή, γιατί εγώ δεν την έχω, να διαβάσει προσεκτικά, θα δει ότι θα δικαιολογούσαν με τη σειρά τους μια ολόκληρη σελίδα με Errata Erratorum! Σ' ένα πράμα μόνο είχε απόλυτο δίκιο να με μέμφεται ο Νάνος: την εικονογράφηση. Εκτός απ' την εικόνα με τον «Πόλεμο των Γεώμηλων», οι τρεις άλλες (του Καρρά, του Μιγάδη, του Μακρουλάκη) αποτελούσαν ξένο σώμα μέσα στο τεύχος, κι είναι κρίμα που ο Νάνος δεν το ανάφερε κι αυτό σαν ένα ακόμα παρόραμα εκ μέρους μου, το μόνο για το οποίο λυπάμαι τώρα ειλικρινά.

 

Τέλος πάντων με την έκδοση του τεύχους 6 είχαν καταλαγιάσει κάπως τα πνεύματα χωρίς να 'χουν επουλωθεί εντελώς τα τραύματα. (Ο Εμπειρικός μ' έλεγε τώρα περιφρονητικά «μπεστ-σέλλερ», ο Τσαρούχης ισχυριζόταν ότι είχα γράψει την «Πρώτη Εικόνα» κατ' απομίμηση του δικού του αυτοβιογραφικού δοκιμίου, ενώ η πικρή αλήθεια για τον μαιτρ ήταν ότι την είχα γράψει στην Ν. Υόρκη, η Μαντώ Αραβαντινού πρότεινε ένα έβδομο τεύχος «χωρίς αηδίες» όπως το κομμάτι μου για τα Ρεμπέτικα, κ.ο.κ.). Κι όμως, το ΠΑΛΙ θα εξακολουθούσε να βγαίνει για κάμποσο καιρό, γιατί είχε πολλά να πει. Αλλ' ήρθε η 21 Απριλίου και τα σάρωσε όλα. Φίλοι κι εχθροί σκορπίσανε σ' όλη τη Γη - ένας απ' αυτούς, ο Μακρής, μας άφησε για πάντα. Μερικοί εχθροί έγιναν φίλοι, άλλοι έμειναν και θα μείνουν για πάντα εχθροί. Αν ήταν στο χέρι μου, σ' αυτούς ακριβώς θ' αφιέρωνα τώρα αυτόν τον τόμο - καγχάζοντας.

 

Κώστας Ταχτσής, Ιούλιος 1975 

 

____________

Από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη

 

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ