Το πελώριο loft στον τελευταίο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας με βιοτεχνικούς χώρους συνδυάζει σπίτι, γραφείο και ατελιέ. Από κει ψηλά βλέπεις πανοραμικά ένα μέρος της Αθήνας, αλλά όχι την Ακρόπολη – μάλλον την πρώην βιομηχανική ζώνη και από μακριά κάποιες «λαϊκές» συνοικίες. Τα αμέτρητα παράθυρα απ' άκρη σ' άκρη αφήνουν το φως να μπαίνει άπλετα στον χώρο, γεγονός που προσφέρει στον καλλιτέχνη τη δυνατότητα να εργάζεται, τις πρωινές ώρες τουλάχιστον, χωρίς την ανάγκη τεχνητού φωτισμού. Στους τοίχους υπάρχουν ακουμπισμένα εν εξελίξει έργα του, αλλά και κάποιες κατασκευές που έκανε στον νέο χώρο και είναι ανολοκλήρωτες, καθώς δεν έχει πολύ καιρό που εγκαταστάθηκε εδώ. Αυτό που κυριαρχεί όμως είναι η μουσική.


Ο Στέλιος Φαϊτάκης, το «τρομερό» παιδί των '90s, που έγινε καταρχάς γνωστός από τα εξαιρετικά του γκράφιτι, είναι πια ένας από τους πιο δημιουργικούς Έλληνες ζωγράφους με σημαντική διεθνή παρουσία. Δέχτηκε να μου μιλήσει με έναν τρόπο κάπως ανορθόδοξο, προσκαλώντας με να μιλήσουμε περί ανέμων και υδάτων μέχρι να βγει αυθόρμητα η συνέντευξη, μέσα από την κουβέντα. Σαν να μιλάνε δυο φίλοι, χωρίς να υπάρχει μαγνητόφωνο. Κάπως έτσι έγινε. Ήταν ο μόνος τρόπος να συμβεί άλλωστε.


Καθιερώθηκε με την τοιχογραφία «Ο Σωκράτης πίνει το κώνειο» στην 1η Μπιενάλε της Αθήνας. Σήμερα πια έχει κατακτήσει την προσωπική του γλώσσα που συνδυάζει τη βυζαντινή αγιογραφία, τις μεξικάνικες πολιτικές τοιχογραφίες και την τέχνη του δρόμου. Η ελληνική παράδοση, πάντως, και ειδικότερα η κρητική σχολή (ο ίδιος διατηρεί έντονη σχέση με τον τόπο καταγωγής του) μοιάζουν να έχουν παίξει τον πλέον καθοριστικό ρόλο στη ζωγραφική του.

 

Μέχρι στιγμής, η τέχνη είναι στον νου μου ένα μέσο που θα με κάνει να αναγνωρίσω και να εκτιμήσω τη ζωή, αλλά όχι η ζωή η ίδια.

 

— Γιατί τα έργα σου θυμίζουν τόσο έντονα αγιογραφία;

Σημαντικό μέρος των σπουδών μου στη Σχολή Καλών Τεχνών αποτελούσε η αγιογραφία ως κατ' επιλογήν μάθημα. Από τη μια φάνταζε παράταιρο εκείνη την εποχή που ζωγράφιζα πολύ στον δρόμο, από την άλλη η ίδια μου η δουλειά με οδήγησε εκεί. Η πρόοδος στη μελέτη μου ήταν τέτοια, που την επέλεξα και τον δεύτερο χρόνο, συνέχισα δε και τον τρίτο, χωρίς πια να είναι υποχρεωτικό από το πρόγραμμα της σχολής. Είχα βρει αυτό που έψαχνα. Η βυζαντινή ζωγραφική είναι ένα σύστημα πλήρες, εξαιρετικά στιβαρό, αποδεδειγμένα ανθεκτικό στον χρόνο κι έχει δημιουργήσει αριστουργήματα μέσα στους αιώνες. Είναι η ζωγραφική που έβλεπα στη γειτονιά μου και στον τόπο καταγωγής μου από μικρός και θεωρώ πως είναι σαν να γράφω ποίηση –αν ήμουν ποιητής– στη μητρική μου και όχι στα «διεθνή» αγγλικά, παρότι απευθύνομαι σε όλο τον κόσμο.

 

— Καταθέτοντας μια δική σου εκδοχή αυτού του «συστήματος», θα έλεγες ότι με τον τρόπο σου συγχρόνως το «βεβηλώνεις»;

Όχι, δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση. Δεν φτιάχνω χριστιανικές εικόνες, τα έργα των μεγάλων μαστόρων είναι για μένα πηγή έμπνευσης και επιστρέφω σε αυτά ξανά και ξανά για να εξελίξω την εργασία μου. Αντίθετα, θα ήθελα με τον τρόπο μου να τιμήσω όλους αυτούς τους ζωγράφους του τόπου μου που θεμελίωσαν ένα σύστημα του οποίου τα αποτελέσματα δεν χορταίνω να κοιτάζω και μπορώ σήμερα να χρησιμοποιώ ως βάση για να εκφράσω αυτά που θέλω, χωρίς να νιώθω κανέναν περιορισμό.

 

Προτιμώ να εργάζομαι τη μέρα, τη νύχτα πάντως πρέπει να παραδεχτώ πως είναι πιο ήσυχα. Μένω ολομόναχος και πετυχαίνω πιο βαθιά συγκέντρωση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Προτιμώ να εργάζομαι τη μέρα, τη νύχτα πάντως πρέπει να παραδεχτώ πως είναι πιο ήσυχα. Μένω ολομόναχος και πετυχαίνω πιο βαθιά συγκέντρωση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 

— Αν σου δινόταν η ευκαιρία να ζωγραφίσεις το εσωτερικό ναού, πώς θα το αντιμετώπιζες;

Εξαρτάται πολύ από το αν ο ναός αυτός θα λειτουργούσε κανονικά ή όχι. Αν λειτουργούσε, σεβόμενος τη λειτουργία του, θα επέβαλλα στον εαυτό μου να ζωγραφίσει ακολουθώντας πιστά τον βυζαντινό κανόνα, όπως τον διδάχτηκα, επειδή όμως έχω επιλέξει τον προσωπικό μου δρόμο, θα προτιμούσα να αναλάβει το έργο κάποιος άλλος. Αν, τώρα, ο ναός ήταν εγκαταλελειμμένος ή λειτουργούσε σαν άλλου τύπου δημόσιος χώρος, γεγονός που θα μου έδινε τη δυνατότητα να ζωγραφίσω όπως θέλω, θα ήταν μια τεράστια πρόκληση για μένα και θα την αντιμετώπιζα με μεγάλο ενδιαφέρον.

 

— Είσαι θρησκευόμενος;

Εξαρτάται πολύ από τη σημασία που δίνεις στη λέξη. Δεν δηλώνω χριστιανός ούτε ακολουθώ κάποιον συγκεκριμένο δρόμο έξω από τον δικό μου για να βρω την αλήθεια ή, έστω, το κομμάτι της που μου αναλογεί. Από την άλλη, είναι σαφές και ξεκάθαρο για μένα πως η ζωή δεν μπορεί να περιγραφεί εξ ολοκλήρου μηχανιστικά, ακόμα και με εξαιρετικά πολύπλοκα και «στιβαρά», λογικά συστήματα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να χαρακτηριστώ «θρησκευόμενος» ακριβώς, εφόσον η ερμηνεία μου για τον κόσμο μεταβάλλεται διαρκώς, τα πιστεύω μου δηλαδή εξελίσσονται. Ξέρω πως κάτι υπάρχει, αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως θα μπορέσω κάποτε να πω με βεβαιότητα τι.

 

— Θεωρείς ότι η ζωή σου διέπεται από κάποιες σταθερές αξίες που συνδέονται με την καταγωγή και την οικογένεια ή από γεγονότα που διαμόρφωσαν την εξέλιξή σου και σε καθόρισαν;

Και τα δύο, όπως σε κάθε άνθρωπο. Πολλές φορές ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Μέχρι σήμερα υπάρχουν αξίες σταθερές και αμετακίνητες, δοκιμασμένες στον χρόνο ξανά και ξανά, κάποιες που τις έχω αμφισβητήσει και ξαναδεχτεί ως επιβεβαιωμένες, κάποιες που μου τραυμάτισαν άλλοι και, έχοντας λάβει καταρχάς το μάθημά μου, προσπαθώ να τις θεραπεύσω γιατί τις θεωρώ απαραίτητες για το αξιακό μου σύστημα.

 

— Πόσο ερμητικά είναι εν τέλει τα έργα σου; Μοιάζει να κρύβονται αναφορές και κρυφές λεπτομέρειες μέσα σε αυτά, που χρειάζονται αποκωδικοποίηση.

Δεν έχω καμία πρόθεση να είμαι ακατανόητος, ούτε το θεωρώ στοιχείο απαραίτητο, εφόσον πάρα πολλά έργα όλων των ειδών που έχω εκτιμήσει είναι ξεκάθαρα στο νόημά τους. Μου αρέσει όμως το στοιχείο του αινίγματος, όπως επίσης το να αφήνω το περιθώριο στον θεατή να πλάσει μια δική του ερμηνεία.

 

Ο Στέλιος Φαϊτάκης φωτογραφίζεται από τη Στέλλα Μουζή στις 11 Σεπτεμβρίου 2012 για τη LiFO
Ο Στέλιος Φαϊτάκης φωτογραφίζεται από τη Στέλλα Μουζή στις 11 Σεπτεμβρίου 2012 για τη LiFO

 

— Προτιμάς να δουλεύεις τη μέρα, με το φως να λούζει τα καβαλέτα σου, ή μέσα στη νύχτα, με το σκοτάδι ;

Και με τους δύο τρόπους, καθένας έχει τα καλά του. Προτιμώ να εργάζομαι τη μέρα, τη νύχτα πάντως πρέπει να παραδεχτώ πως είναι πιο ήσυχα. Μένω ολομόναχος και πετυχαίνω πιο βαθιά συγκέντρωση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 

— Αν τα έργα σου παρουσιαζόντουσαν με συνοδεία μουσικής τι είδους θα ήταν αυτή;

Δεν νομίζω πως θα γινόταν να είναι μόνο ένα. Η μουσική που ακούω είναι ποικίλη, δεν σημαίνει όμως πως οποιοδήποτε κομμάτι ανήκει σε ένα είδος που ακούω αυτομάτως μου αρέσει. Θα επέλεγα, λοιπόν, μάλλον μια σειρά από κομμάτια διαφόρων ειδών που είναι «συμβατά» μ' εμένα, με εμπνέουν, μου κάνουν παρέα στη δουλειά και με εκφράζουν. Η μουσική πολλές φορές ορίζει τον δρόμο της ζωγραφικής μου και οι συνδέσεις τους είναι σε διάφορα επίπεδα.

 

— Η τέχνη είναι ταυτόσημη με τη ζωή ή η ζωή είναι κάτι άλλο και η τέχνη ένα παράλληλο σύμπαν που σε «προστατεύει» ή σε απομονώνει από αυτήν;

Δεν έχω φτάσει τόσο βαθιά για να μπορώ να απαντήσω σε τέτοιο ερώτημα! Μέχρι στιγμής, η τέχνη είναι στον νου μου ένα μέσο που θα με κάνει να αναγνωρίσω και να εκτιμήσω τη ζωή, αλλά όχι η ζωή η ίδια. Ακόμα και αν ο Θεός εκληφθεί ως καλλιτέχνης, δεν είναι μόνο καλλιτέχνης. Είμαι σε διαρκή αναζήτηση του πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει αυτή η δραστηριότητα και πόσο ωφέλιμη μπορεί να είναι, μα δεν ξέρω αν θα μπορώ να έχω ποτέ ξεκάθαρες απαντήσεις, τουλάχιστον σε αυτήν τη ζωή.

 

— Σε ενδιαφέρει η έννοια της σωτηρίας;

Από τα κακά στοιχεία του εαυτού μου, ναι. Αν το καταφέρω αυτό, ίσως δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο πια από το οποίο θα πρέπει να «σωθώ».

 

Στέλιος Φαϊτάκης, Dream, 2008, μεικτή τεχνική σε καμβά
Στέλιος Φαϊτάκης, Dream, 2008, μεικτή τεχνική σε καμβά
 

 

Info:

Ο Στέλιος Φαϊτάκης αυτό τον καιρό συμμετέχει σε δύο εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη: "ΤΕΜΠΛΟΝ. Άγιες μορφές, αόρατες πύλες πίστης. 20ός και 21ος αιώνας" από 27/10 έως 28/2/2018 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και "Κοινοί Ιεροί Τόποι στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο" από 23/9 έως 31/12 στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Επίσης σε μια έκθεση στο Μουσείο της Τέχνης του 20ού και 21ου αιώνα στην Αγία Πετρούπολη, ενώ είναι προσκεκλημένος στην Μπιενάλε της Ρίγας στη Λετονία.