Τα χρόνια του '40 ήταν χρόνια απίστευτης φρίκης και ανέχειας αλλά και ψυχικής ανάτασης και ηρωισμού. Το ότι η χώρα επιβίωσε και πρόκοψε, όσο πρόκοψε έκτοτε, παρά τον αλληλοσπαραγμό που μεσολάβησε, είναι μια παρηγοριά γι' αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Αν μάλιστα σταθούμε ειδικά στον χώρο της τέχνης, θα διαπιστώσουμε ότι ακόμα και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες μπορεί να γίνουν θαύματα!


«Ήταν μια συναισθηματικά πλούσια εποχή. Έδινες κι έπαιρνες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία, τρομοκρατία. Γι' αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη της πίστης, της εμπιστοσύνης, της συναδέλφωσης, της έξαρσης και της θυσίας» έλεγε ο Κάρολος Κουν, ανακαλώντας την ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης το 1942, στην καρδιά της γερμανικής κατοχής. Την ίδια εκείνη περίοδο που ο Κουν ανέβαζε Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σο, Πιραντέλο αλλά και Γιώργο Σεβαστίκογλου, βαθαίνοντας το ρήγμα με τον «ρομαντικό ακαδημαϊσμό» της κρατικής σκηνής, ο Βασίλης Ρώτας, με το Θεατρικό Εργαστήρι του, πρόσφερε ένα νόμιμο καταφύγιο στην ξεσηκωμένη νεολαία κι έδινε τονωτικές παραστάσεις στις γειτονιές, οι εισπράξεις των οποίων πήγαιναν στο ταμείο της Αντίστασης.

 

Σεπτέμβρης 1942. Η Καίτη Λαμπροπούλου και ο Κάρολος Κουν στην «Αγριόπαπια» του Ιψεν, πρώτη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης.
Σεπτέμβρης 1942. Η Καίτη Λαμπροπούλου και ο Κάρολος Κουν στην «Αγριόπαπια» του Ιψεν, πρώτη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης.


Η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου αιφνιδίασε τον θεατρικό κόσμο, αλλά γρήγορα τα κενά από την επιστράτευση των ηθοποιών καλύφθηκαν και το ρεπερτόριο των θιάσων συντονίστηκε με την ανάγκη του κόσμου να ξορκίσει τον φόβο του, να εκφράσει τα πατριωτικά του αισθήματα και να εκτονωθεί, εξού και η στροφή προς την επιθεώρηση, είδος που μπορούσε να ενσωματώνει πάραυτα τα ανακοινωθέντα από το μέτωπο. Το σύνθημα έδωσε η Μαρίκα Κοτοπούλη που, ενώ θριάμβευε με τη «Μαντάμ Μποβαρί», την αντικατέστησε αμέσως με τα «Πολεμικά Παναθήναια» του Δ. Γιαννουκάκη σε μουσική Κ. Γιαννίδη. Προπολεμικά, η ζωή μιας παράστασης δεν κρατούσε ούτε μήνα. Επί Κατοχής, όμως, σε πείσμα της πείνας και των δυσκολιών στην κυκλοφορία, από τη Βέμπο ως τις αδελφές Καλουτά και από τον Κώστα Μουσούρη ως την Κατερίνα, όλοι έπαιζαν σε γεμάτες πλατείες.

 

Σύμφωνα με τον καθηγητή Θεατρολογίας Θόδωρο Γραμματά, «το πόσο γόνιμη ήταν η Κατοχή θεατρικά δεν φαίνεται τόσο από τις επιθεωρήσεις ή τα δράματα με πατριωτικό χαρακτήρα που έδιναν τότε τον τόνο ‒μολονότι υπήρξαν αξιομνημόνευτα δείγματα γραφής, όπως η εξαιρετική μαύρη κωμωδία "Ιφιγένεια εν Μαύροις" του Δημήτρη Ψαθά‒ όσο από τη δουλειά υποδομής που έγινε στο Θέατρο Τέχνης και στο φυτώριο του Ρώτα, οι καρποί της οποίας φάνηκαν αργότερα». Γεγονός είναι πως ως την Απελευθέρωση το θέατρο βγήκε στους δρόμους, μπήκε στα νοσοκομεία, πήρε τα βουνά, συνδεόμενο κι αυτό με τις έννοιες "αλληλεγγύη", "αντίσταση", "εξέγερση". Και παρά την ασφυκτική λογοκρισία των γερμανικών αρχών που απαγόρευε το ανέβασμα έργων συγγραφέων των συμμαχικών χωρών και πριμοδοτούσε τη γερμανική δραματουργία, δεν έλειψε το θάρρος για να μεταμφιεστεί ο Αμερικανός Κάλντγουελ στον ανύπαρκτο Γάλλο Κοντέλ (από τον Κουν) ή να παιχτεί από τον θίασο Βεάκη-Μανωλίδου ουκρανικό έργο ως πολωνικό, με τον Χριστό σε ρόλο αντάρτη!

 

Ο Αιμίλιος Βεάκης με τη Βάσω Μανωλίδου στα «Θαμπά Τζάμια» του Ζαπόλα, που ανέβασε ο θίασος Μανωλίδου-Βεάκη-Παππά-Δενδραμή, σε σκηνοθεσία Τ. Μουζενίδη, στο Θέατρο Πάνθεον, τον Οκτώβριο του 1943 (Φωτο: Λεύκωμα Βάσω Μανωλίδου, ΜΙΕΤ, Αθ. 1997).
Ο Αιμίλιος Βεάκης με τη Βάσω Μανωλίδου στα «Θαμπά Τζάμια» του Ζαπόλα, που ανέβασε ο θίασος Μανωλίδου-Βεάκη-Παππά-Δενδραμή, σε σκηνοθεσία Τ. Μουζενίδη, στο Θέατρο Πάνθεον, τον Οκτώβριο του 1943 (Φωτο: Λεύκωμα Βάσω Μανωλίδου, ΜΙΕΤ, Αθ. 1997).

 

«Στην Κατοχή είχε δουλειά το βιβλίο» διαβάζουμε στις αναμνήσεις του Νίκου Παντελάκη, ο οποίος από πιτσιρικάς δέκα χρονών, το 1923, εργαζόταν στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας: «Δεν είχε ο κόσμος τι να κάνει. Πότε σε κλείνανε μέσα στις έξι, πότε σε κλείνανε στις οχτώ, αναγκαστικά διάβαζε ο κόσμος πολύ, και είχε και "Νέα Εστία"... Τότε δεν είχε χαρτί, δεν είχε ρεύμα, ο τυπογράφος δεν μπορούσε να τυπώσει. Όμως η "Νέα Εστία" έβγαινε, επέμενε ο Πέτρος Χάρης...». Τα έργα του Γραμματόπουλου, του Βασιλείου, του Αστεριάδη και άλλων ζωγράφων και χαρακτών που εικονογραφούσαν την ύλη του σημαντικότερου λογοτεχνικού περιοδικού της εποχής θεωρούνται σήμερα ό,τι καλύτερο έδωσε η Kατοχή στον εικαστικό τομέα.


Στη ζωγραφική έκαναν θραύση οι αφίσες. Η χαρακτική, με εκπροσώπους όπως ο Τάσσος και η Βάσω Κατράκη, πήρε τ' απάνω της και το δημοκρατικό ατελιέ του Κεφαλληνού στην ΑΣΚΤ βρέθηκε στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων για την καλλιτεχνική αντιστασιακή προπαγάνδα. Οι εικαστικοί ήταν όλοι στρατευμένοι στον αγώνα, οι φορμαλιστικές αναζητήσεις και οι αισθητικές διαμάχες διακόπηκαν, δεν παρατηρήθηκαν τάσεις φυγής από τη ζοφερή πραγματικότητα, όπως, για παράδειγμα, στον χώρο της λογοτεχνίας. Μπορεί προπολεμικά η στροφή προς τη δυτική τέχνη ν' ανταγωνιζόταν την επιστροφή στις ελληνικές ρίζες, αλλά στη διάρκεια του πολέμου παράγονταν εικόνες που κυκλοφορούσαν παράνομα, κατασκευάζονταν πρόχειρα πιεστήρια και οι καλλιτέχνες αντλούσαν έμπνευση από τη λαϊκή τέχνη και τη βυζαντινή αγιογραφία κυρίως.

 

"Το κουφάρι του αλόγου", 1942 (συμβολικό σχέδιο του Γιάννη Κεφαλληνού για την Κατοχή)
"Το κουφάρι του αλόγου", 1942 (συμβολικό σχέδιο του Γιάννη Κεφαλληνού για την Κατοχή)

 

Και οι συγγραφείς; Τι έδωσαν μέσα στις ίδιες ακραίες συνθήκες; Τι να πρωτοαναφέρει κανείς! Ο Καζαντζάκης αναζητά μια χαραμάδα «διασκέδασης» συνθέτοντας το μυθιστόρημα που έμελλε να τον κάνει διάσημο στα πέρατα του κόσμου, το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ο Ρίτσος γράφει το αφηγηματικό του ποίημα «Τελευταία Π.Α. εκατονταετία», ο Νίκος Γκάτσος κυκλοφορεί σε χειρόγραφο την «Αμοργό», τη μοναδική ποιητική του συλλογή, ο Εγγονόπουλος ετοιμάζει το «Μπολιβάρ» και η Μαργαρίτα Λυμπεράκη τα «Ψάθινα Καπέλα», ενώ ο Ελύτης, που γύρισε τσακισμένος από το μέτωπο, θα δημοσιεύσει μέσα στη μαύρη κατοχή τον «Ήλιο τον πρώτο», σκανδαλίζοντας με την προγραμματική του αισιοδοξία, κι έπειτα θα απομονωθεί για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στη δημιουργία του «Άξιον Εστί».


Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι η σχετική μελέτη της Αγγέλας Καστρινάκη «Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950». Η πρώτη φάση της Κατοχής αποδεικνύεται περίοδος μιας «περίεργης ελευθερίας» απέναντι στις συνθήκες ζωής και την Ιστορία, με τους συγγραφείς να γράφουν για τα παιδικά τους χρόνια ή για αποδράσεις σε εξωτικά νησιά, ενώ από τα μέσα της Κατοχής εμφανίζεται ξανά το πατριωτικό πνεύμα.


Εκείνα τα χρόνια «υπήρχαν άνθρωποι που ήξεραν ολόκληρο τον Σικελιανό απ' έξω» λέει ο εκδότης Γιώργος Δαρδανός, νοσταλγώντας τον σκληρό πυρήνα αναγνωστών που «διέδιδαν το βιβλίο στόμα με στόμα». Όπως άλλωστε επισημαίνει ο ιστορικός Βάσιας Τσοκόπουλος, μολονότι ο εκδοτικός χώρος επλήγη από τη λογοκρισία, την ακρίβεια, την καταστολή, αυτό δεν εμπόδισε να δημιουργηθούν νέα σχήματα με αξιόλογη παραγωγή, σαν τον «Γλάρο», τον «Αετό» και, φυσικά, τις εκδόσεις «Ίκαρος» που ίδρυσαν ο Πλωρίτης, ο Καρύδης και ο Πατσιφάς το 1943.


Την ίδια χρονιά εμφανίζεται και η πρώτη κατοχική ταινία, η «Φωνή της καρδιάς» του Ιωαννόπουλου με πρωταγωνιστές τους Αιμίλιο Βεάκη, Δημήτρη Χορν, Παντελή Ζερβό και Λάμπρο Κωνσταντάρα. Στην ουσία πρόκειται για την πρώτη ταινία φιλμαρισμένου θεάτρου. Παραγωγός της; Μια νέα εταιρεία ονόματι Φίνος Φιλμ, αυτή που θα καθιερωνόταν ως η ισχυρότερη στη μεταπολεμική Ελλάδα. Και λίγο πριν από την Απελευθέρωση, τον Μάη του '44, θα κάνει την εμφάνισή του ένα επίσης σημαντικό όνομα για τον μεταπολεμικό κινηματογράφο, ο Γιώργος Τζαβέλλας, που υπογράφει τα «Χειροκροτήματα», με τον ίδιο τον Αττίκ στον ρόλο ενός γερασμένου, ξεχασμένου καλλιτέχνη που είχε γευτεί δόξες στα νιάτα του. Ο Αττίκ, λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, άφησε την τελευταία του πνοή, ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες.

 

 

Η πρώτη κατοχική ταινία με τίτλο «Η φωνή της καρδιάς»


Για το τραγούδι της Κατοχής, περίοδο κατά την οποία απουσιάζει η δισκογραφία, δημιουργήθηκαν διάφοροι μύθοι. Σύμφωνα με τον μελετητή Γιώργο Τσάμπρα, «κάποιοι ήταν αληθινοί, κάποιοι όχι. Δεν ήταν μόνο η σπουδαία Βέμπο τραγουδίστρια της νίκης. Όλο το μουσικό θέατρο και όλο το ελληνικό τραγούδι της εποχής, ελαφρό, δημοτικό, λαϊκό, τραγούδησε τον πόλεμο της Αλβανίας και ό,τι ακολούθησε. Ο Βαμβακάρης, ο Χατζηχρήστος, ο Περιστέρης, ο Γ. Παπασιδέρης, η Γεωργία Μηττάκη... Ο Τσιτσάνης επέμενε ότι επί Κατοχής έγραψε στη Θεσσαλονίκη το μεγαλύτερο και πιο σημαντικό κομμάτι του υλικού που ηχογράφησε αργότερα. Ανάμεσά τους τραγούδια ερωτικά, της καθημερινότητας, του γλεντιού, αλλά και τραγούδια με αιχμές για την εποχή. Ως και κάποιους "πατριωτικούς ύμνους", έναν εκ των οποίων ακούσαμε σε δίσκο το... 2000! Μόλις το 1979, στα "Ρεμπέτικα της Κατοχής" με τον Γιώργο Νταλάρα, ηχογραφούνται πρώτη φορά και τραγούδια λαϊκών δημιουργών, όπως οι Τσιτσάνης, Χιώτης, Μπαγιαντέρας, Γενίτσαρης, Μοσχονάς, που μιλούσαν για τον αγώνα και τις αγωνίες εκείνης της περιόδου».