ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Τα μαγικά κουφέτα

 

ΒΡΟΧΗ ΞΕΣΠΑΣΕ ΞΑΦΝΙΚΑ. Ένα καλοκαιρινό μπουρίνι. Καθισμένες στην άκρη του κρεβατιού, κοιτούσαν τις σταγόνες να γλιστράνε πάνω στα τζάμια. Η Μαργαρίτα ήξερε ότι θα έμενε μόνη. Θα της έλειπε πολύ η φιλενάδα της. Μα, μπροστά στο λόγο του χωρισμού τους, χαλάλι.
⁃ Να πας να τη βρεις.
⁃ Ναι, πρέπει να τη βρω, Μαργαρίτα. Θα γυρνούσε στο σπίτι της. Στην αδερφή της. Θα της
χτυπούσε την πόρτα. Εκείνη θα της άνοιγε. Αμίλητη και ψυχρή. Στην αναπηρική της καρέκλα. Θα περνούσαν στο σαλόνι. Αφού έσπαγε ο πάγος, θα της ζητούσε να θυμηθεί και να παραδεχτεί όσα έγιναν. Τώρα, που το δυστύχημα είχε λησμονηθεί. Τώρα, που κανείς δε νοιαζόταν, έπρεπε να ομολογήσει, κι ας μην το μάθαινε κανένας άλλος πέρα απ' τις δυο τους, ας έμενε μεταξύ τους. Δε θα την κατηγορούσε, δε θα της κάκιωνε. Ας έλεγε αυτό που έπρεπε και θα της τα συγχωρούσε όλα. Ακόμα και το ότι της κατέστρεψε τη ζωή κλείνοντάς την στο τρελάδικο, προκειμένου να μη μάθει κανείς τι έγινε εκείνη τη νύχτα.
Η Μαργαρίτα σηκώθηκε. Πήγε και στάθηκε μπροστά στο κομοδίνο που υπήρχε δίπλα απ' το κρεβάτι της. Τράβηξε το συρτάρι κι έβγαλε μια μπομπονιέρα. Ήταν απ' τα ελάχιστα προσωπικά της αντικείμενα.
⁃ Μη σε ξεγελάει η όψη της. Μπορεί να μοιάζει με κου- ρελάκι, αλλά δε φαντάζεσαι τι μπομπονιέρα είναι αυτή. Δυσκολευόταν να ξεστομίσει το μυστικό της. Δεν το 'χε πει σε κανέναν. Σε ποιον να το 'λεγε; Θα την έπαιρ- ναν στο ψιλό. Θα 'λεγαν: «Μαζέψτε την, τη γριά. Τα 'χει χάσει. Μη χειρότερα!» Ακόμα και οι επιστήμονες θα σήκωναν τα χέρια ψηλά, αν σκόπευαν να ερευνήσουν τι τρέχει μ' αυτήν την μπομπονιέρα. Όσο κι αν ασχολιό- ντουσαν, σιγά μην καταλάβαιναν. Μόνο η Μαργαρίτα μπορούσε να καταλάβει, κανείς άλλος. Όσο σοφός, όσο σπουδαγμένος και να ήταν.
⁃ Θα είσαι η πρώτη κι η τελευταία που θα το μάθει.
Όμως, δεν πρέπει να το πεις. Αν σου ξεφύγει, τα κουφέτα θα γίνουν σαν όλα τ' άλλα. Απλά κουφέτα. Με την καρδιά μου στα δίνω. Θα τα χρειαστείς. Εγώ, εδώ μέσα, τι να τα κάνω; Το 'χω πάρει απόφαση εγώ. Πού να πάω;
Πρώτη φορά της μιλούσε έτσι. Με τόση σοβαρότητα.
⁃ Συνέβη τη χρονιά που έγινε ο σεισμός, ξεκίνησε την αφήγησή της. Το 1821 νομίζω. Ή το 1821 ή κάπου μεταξύ 1940-41. Ήταν, είπαν οι ειδικοί, ο πιο μεγάλος σεισμός που είχε γίνει ποτέ. Πιάσανε φωτιά χωριά, πόλεις, σπίτια έπεσαν. Όλα βυθίστηκαν. Βούλιαξαν. Ατλαντίδα. Ένας Θεός ξέρει πόσες ψυχές χάθηκαν. Θύμωσε ο Θεός, Μέμη. Με τ' άδικα. Πετάχτηκαν έξω τα σπλάχνα της γης. Δεν άντεξαν.
Την έκοψε κρύος ιδρώτας, όση ώρα έλεγε αυτά που έλεγε.
» Μέσα εδώ, σ' αυτό το δωμάτιο που βρισκόμαστε, συνέβη. Εγώ μόνο το είδα. Ο Θεός διάλεξε εμένα. Έτρεμε η γη, μια λάμψη με τύφλωσε. Είπα: «Ήρθε η Δευτέρα Πα- ρουσία». Δεν πρόλαβα να το πω και τα κουφέτα απ' την μπομπονιέρα που κράταγα έκαναν "τσουπ" κι έβγαλαν έξω, όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά, μια γλώσσα. Να, μια γλώσσα! Πώς έχουν κάτι σαύρες; Τέτοια. Μ' αυτήν τη γλώσσα ρούφηξαν το σεισμό μέσα τους. Να, από δω. Από δω τρύπωσε ο σεισμός, απ' αυτά τα τζάμια, είπε κι έδειξε τα παράθυρα.
» Τα κοιτάω εγώ, τότε, και τι να δω; Τα κουφέτα έβγαζαν φωτούλες σαν τις πυγολαμπίδες! Αντί να φοβηθώ, χάρηκα. Γιατί ήταν όμορφα. Κουφετάκια που αναβό- σβηναν. Άπλωσα το χέρι, έπιασα ένα και το 'βαλα στο στόμα. Το 'γλυψα, το ξανάγλυψα, κάποια στιγμή έλιωσε. Με το που έλιωσε, αυτό ήταν. Όλα ξανάγιναν, όπως ήταν πριν το σεισμό. Λες και δεν είχε συμβεί τίποτα, ποτέ. Έσωσα τον κόσμο, Μέμη. Το καταλαβαίνεις; Κανείς δεν το ξέρει, αλλά τον έσωσα. Γιατί νομίζεις σταμάτησε ο σεισμός; Τον κατάπια. Είχε χωθεί μέσα σ' ένα απ' τα μαγικά κουφέτα.
Ανοησίες. Τρέλες της Μαργαρίτας. Τίποτα ιδιαίτερο δεν έτρεχε μ' αυτά τα κουφέτα. Απλά κουφέτα ήταν. Πώς να της το 'λεγες, όμως; Και για ποιο λόγο; Και που δε θα σε πίστευε και που θα της τα γκρέμιζες όλα. Άδικο δε θα 'ταν; Όλη η ζωή της, όλη η δύναμή της βρισκόταν μέσα σ' αυτά.
⁃ Αφού τα κουφέτα σου κάνουν θαύματα, γιατί δεν τα πήρες τόσο καιρό να σε βοηθήσουν να φύγεις από δω μέσα;
⁃ Και πού να πάω; Ούτε παντρεύτηκα ούτε παιδιά έκανα. Δεν έχω κανέναν. Νόμισες ότι είναι δική μου; Μια αδελφή μού την έδωσε την μπομπονιέρα. Από κάτι βαφτίσια.
Αγκαλιάστηκαν.
⁃ Σου τα χαρίζω τα κουφετάκια μου. Όλα. Και κοίτα... κάθε φορά που θα τα βρίσκεις σκούρα, εκεί έξω που πας, να τρως από ένα. Άντε. Σήκω να φύγεις τώρα.
Θα 'φευγε. Όμως, όχι ακόμα. Μπορεί να μην είχε πι- στέψει τις ασυναρτησίες της Μαργαρίτας, όμως ότι ήταν τρομακτική η ιστορία της, ήταν. Τόσο που παραλίγο να κατουρηθεί πάνω της. Σφίχτηκε.
⁃ Πρέπει να κάνω τσίσα, Μαργαρίτα. Αν δεν τα κάνω, θα σκάσω.
⁃ Εντάξει, να τα κάνεις. Γιατί δεν ξέρουμε, αν, εκεί έξω, θα μπορέσεις να ξανακάνεις τσίσα. Θα κάνω κι εγώ, μαζί σου, είπε και κατέβασαν και οι δυο τις κιλότες τους.
Κάθισαν ανακούρκουδα, ακουμπώντας η μια στην πλάτη της άλλης.
⁃ Τα 'κανα. Θα κάνουμε και κακά;
⁃ Να κάνουμε και κακά, ναι. Νομίζω ότι με πονάει το στομαχάκι μου, Μέμη. Κα-κά-κια, κα-κά-κια.
⁃ Κα-κά-κια, κα-κά-κια, επανέλαβε η Μέμη. Το πάτωμα γέμισε απ' τις ακαθαρσίες. – Ουφ,... ωραία ήταν, αλλά νύσταξα τώρα. Λέω να ξαπλώσω μισή ωρίτσα. Θα με ξυπνήσεις; Έχω να πάω στην Αθηνά. Θα με ξυπνήσεις, Μαργαρίτα;
⁃ Ναι, θα σε ξυπνήσω. Σε μισή ωρίτσα. Έλα να κοι- μηθούμε μαζί. Κι εγώ νύσταξα.
Ξάπλωσαν η μια πλάι στην άλλη κι αποκοιμήθηκαν. Με τις κιλότες κατεβασμένες, στο πάτωμα, δίπλα στα περιττώματα.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Στο προαύλιο

 

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΩΡΑ, η Μέμη άνοιξε ξανά τα βλέφαρά της. Η Μαργαρίτα κοιμόταν ακόμα. Δε θέλησε να την ενοχλήσει. Ο αποχαιρετισμός θα ήταν δύσκολος. Θα έκλαιγαν. Έβγαλε τη ρόμπα της, που ήταν λερωμένη, και φόρεσε τα παπουτσάκια και το φουστανάκι της, που κρεμότανε σε μια κρεμάστρα στην ντουλάπα. Ούτε θυμόταν από πότε είχε να το βάλει. Έλυσε τον κόμπο της μπομπονιέρας, πήρε ένα απ' τα κουφέτα και το 'βαλε στο στόμα. Το έγλυψε με τη γλώσσα της, ύστερα το μασούλησε με τα δόντια της. Έκανε το σταυρό της κι άνοιξε την πόρτα. Στο διάδρομο δεν κυκλοφορούσε κανείς. Βηματάκι βηματάκι, τον διέσχισε, κοιτάζοντας γύρω γύρω και πίσω της, μέχρι να βρεθεί στο προαύλιο.
Ο εργάτης που ξερίζωσε τη συκιά είχε φύγει. Θα επέ- στρεφε πάλι την επομένη, για να κομματιάσει τον κορμό και τις ρίζες της με το ηλεκτρικό πριόνι. Αξιολύπητο κειτόταν στην αυλή το νεκρό δέντρο. Μουσκεμένο απ' την μπόρα, χτυπημένο από κάποια αρρώστια –μπορεί κι από γεράματα–, με τα κλαδιά ξεραμένα. Μέχρι πριν λίγο καιρό, πουλιά κι έντομα το επισκέπτονταν, για να προστατευτούν απ' τον ήλιο ή τη βροχή, ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Τώρα, μόνο σκουλήκια και σαλιγκάρια απ' τις λάσπες αναδεύονταν πάνω του.
Η Μέμη τη θυμόταν αυτήν τη συκιά απ' όταν είχε πρωτοέρθει, τότε που ήταν ένα δεντράκι τόσο δα, οπότε οι ζωές τους ήταν ταυτισμένες, κατά κάποιο τρόπο. Δεν τις αγαπούσε τις συκιές, γιατί, σύμφωνα με τις παραδό- σεις, ήταν δέντρα γρουσούζικα, όμως είχε μάθει να ζει μαζί τους από μικρή, επειδή είχαν και στον κήπο τους μια. Κανείς δεν ήξερε από πότε ήταν εκεί. Την είχαν βρει.
Παρά την αντιπάθεια που της είχε, όλα τα χρόνια που ήταν στη "Γαλήνη", χάζευε κοιτάζοντας τα κλαδιά της που μερικές φορές χόρευαν πέρα δώθε, παρασυρ- μένα από τον αέρα. Ήταν απ' τα λίγα πράγματα που αποσπούσαν το βλέμμα της εκεί μέσα. Οι σταγόνες της βροχής ξέπλεναν τα φύλλα της. Κρυστάλλινες σταγόνες βροχής. Όμορφα, μεγάλα, πράσινα φύλλα. Τόσο όμορφα που έμοιαζαν ψεύτικα. Γιατί έτσι συμβαίνει συνήθως. Λες κι η ομορφιά δεν υπάρχει στ' αλήθεια, λες και μόνο η ασχήμια ταιριάζει στην πραγματικότητα. Λες κι οτι- δήποτε όμορφο είναι ένα ψέμα. Πάντως, αν δεν υπήρχε αυτή η συκιά, αν δεν είχε γίνει το άνοιγμα στον αυλότοιχο, την ώρα που την ξερίζωναν, δε θα της δινόταν η ευκαιρία να το σκάσει. Τώρα, ήταν εύκολο. Σε μερικά λεπτά θα βρισκόταν έξω.
Γύρισε το βλέμμα της, για να ρίξει μια τελευταία ματιά στην κλινική. Η Μαργαρίτα είχε ξυπνήσει και στεκόταν στο παρά- θυρο. Μια σκιά πίσω απ' το κάγκελο, που σήκωσε το χέρι και της έστειλε ένα φιλί. Έβγαλε την μπομπονιέρα και την κούνησε στον αέρα. «Όλα θα πάνε καλά», διάβασαν η μια τα χείλη της άλλης. Πλησίασε στο άνοιγμα, έσκυψε, και απ' τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε μακριά από γιατρούς, αδελφές και χάπια. Στην αποκεί πλευρά. Στο μεγάλο, κανονικό κόσμο.

 

______________

Ο Πέτρος Μπιρμπίλης είναι συγγραφέας, πρώην δημοσιογράφος, αλλά και πρώην σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους, βίντεο κλιπ και τηλεοπτικών εκπομπών. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων, Έχω Μόνο Εσένα και Ξυπόλητος, την βιογραφία της Μαλβίνας Κάραλη, την ποιητική συλλογή Η Μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη. Το τελευταίο του βιβλίο, η νουβέλα "Μπελ Ετουάλ", κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θράκα.