Ελληνικός παράδεισος

 

 

Είναι στο χέρι σου!

 

 

Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

Πίσω στο χρόνο έχουμε τις καλύβες. Φτιαγμένες από καλάμια, ξίφαρα από τη λίμνη και καμιά λινάτσα. Από τις αρχές του περασμένου αιώνα ήδη, οι κάτοικοι της πόλης κατηφόριζαν προς τις παραλίες και η κάθε οικογένεια έστηνε τη δική της για το καλοκαίρι. Αυτοσχέδια μικρά καφενεία, τα "νταραβέρια", στηριγμένα σε πασάλους, εμφανίζονταν εν μια νυκτί πάνω από το κύμα, και τη διασκέδαση συμπλήρωνε πίσω από την αμμουδιά ο Βασίλαρος με έναν μπερντέ κάτω από το μεγάλο πεύκο-παρασόλ. Αν έσκαβες την άμμο θα έβρισκες πόσιμο νερό, αλλά και μια λιχουδιά, τα "μύδια", ένα τοπικό όστρακο που μοιραία ανακάλυψαν κάποτε οι Ιταλοί επειδή μ' αυτό φτιάχνουν την καλύτερη μακαρονάδα. Οι καλύβες εξελίχθηκαν σε παράγκες και οι παράγκες σε αυθαίρετα. 'Ηταν να μην γίνει η αρχή. Ξεχύθηκαν όλοι. Διάλεγες ένα σημείο, το σιγούρευες με μια πρόχειρη περίφραξη κι έπειτα, με ό, τι σου βρισκόταν, έφτιαχνες το θερινό σου ανάκτορο. Είχες έτσι εξασφαλισμένη θέα και άμεση πρόσβαση στη θάλασσα μέχρι να καταπατηθούν νέες σειρές "οικοπέδων" μπροστά από την πόρτα σου. Μόνο που οι άμυαλοι της πρώτης σειράς δεν υπολόγιζαν τη διαβρωτική δύναμη της θάλασσας, του αέρα και της άμμου. Σήμερα, οι γειτονιές έχουν πλέον παγιωθεί και κορεστεί. Δίπλα στα χαμόσπιτα υπάρχουν τώρα και κανονικές βίλες, αλλά κανείς δεν έχει τον παραμικρό τίτλο ιδιοκτησίας, ούτε αποχέτευση, ούτε παροχή νερού. Μόνο ηλεκτρικό. 'Ενας τουλάχιστον κάτοικος αυτής της πόλης αρνήθηκε να ακολουθήσει το ρεύμα, εργαζόταν τίμια και ευσυνείδητα στη Νομαρχία, ήταν γι' αυτό αγαπητός σε όλους, και ποτέ δεν ενέδωσε ακόμη και στις προτροπές των συναδέλφων του.