Φωτ. Σπύρος Στάβερης
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

Κολοκυνθούς 3..  [Κεραμεικός, 1983].

 

Η εξωτερική σκάλα πολύ απότομη, βαπορίσια, με μερικά σκαλιά σπασμένα. Η ζέστη υγρή κι η μυρωδιά βαριά, όπως στα δημόσια λουτρά. Μετά το χωλ, ένα λιτό πρώτο δωμάτιο, που το γκρίζο του μωβίζει από το νέον. Στη μέση, ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι από φορμάϊκα. Το έχουν συνδυάσει με πέντε καρέκλες στη σειρά από την ίδια φορμάϊκα με τα κόκκινα λουλούδια. Δύο αγόρια όρθια. Περιμένουν. Από μέσα, μια γυναικεία φωνή φλυαρεί στο τηλέφωνο. -Ναι, ματάκια μου γλυκά, ναι, μωρό μου. Αφηγείται το σήριαλ που είδε χθες βράδυ.... Ναι, βρε Βάσω μου.... Και η κουβέντα πλατιάζει. Οι επισκέπτες δυσανασχετούν. Κοπανάνε τα πόδια, μιλάνε δυνατά. Η γυναίκα συνεχίζει ατάραχη. Κι αν τους άκουσε δεν τη νοιάζει. - Πάμε να φύγουμε, λέει ο ένας. - Κι αν δεν είσαι στις 12 και τέταρτο, θα είσαι στη 1 και τέταρτο, τι σκας; του βρίσκει τη λύση ο άλλος. Ξανασαματάς, και στο τέλος ακούγονται παντόφλες να σέρνονται. 'Ενα χέρι παραμερίζει τις λεπτές, λουλουδάτες κουρτίνες. - Καθήστε, λέει η περίεργη φωνή που είναι άλλη από την προηγούμενη στο τηλέφωνο. Κοροϊδεύουν τη γριά πίσω από την πλάτη της, αλλά κάθονται. Τώρα αυτός που ήθελε να καθήσουν θέλει να φύγουν κι ο άλλος που ήθελε να φύγουν θέλει να μείνουν. Τι άλλο να κάνουν, σπάνε τώρα πλάκα με το ετοιμόρροπο κτήριο. Πηδάνε και το πάτωμα τρίζει. Κανείς δεν εμφανίζεται. 'Ενα γατάκι παίζει μόνο του πίσω από τις κουρτίνες. Κάτω στην είσοδο, στέκονται μερικοί αναποφάσιστοι. -Πως είναι; ρωτάει ένας.