[100 χρόνια από τη Ρώσικη Επανάσταση]

 

"Εκατομμύρια καταστρεπτικά βλήμματα πυροδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά κανένα δεν εκτοξεύτηκε τόσο μακριά, κανένα δεν έπαιξε πιο καθοριστικό ρόλο στη σύγχρονη εποχή από το τρένο αυτό το φορτωμένο με τους πιο επικίνδυνους, τους πιο αποφασισμένους επαναστάτες του αιώνα, που αφήνει πίσω του τα ελβετικά σύνορα και διασχίζει ολοταχώς όλη τη Γερμανία για να προσγειωθεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και κατέλυσε την τάξη του κόσμου."

Stefan Zweig, Το σφραγισμένο βαγόνι (1927)

 

 

E. Rachia

 

Οι αναμνήσεις μου για τον Βλαντίμιρ Ιλίτς

 

 

Ο "σωματοφύλακας" του Λένιν διηγείται σ' αυτό το απόσπασμα από το άγνωστο ντοκουμέντο των απομνημονευμάτων του  (εκδόθηκε στο Παρίσι το 1934 από τις εκδόσεις Bureau d'Editions) τις πρώτες μέρες της παρανομίας στη Ρωσία έπειτα από τη μακρόχρονη εξορία και το ταξίδι της επιστροφής με το "σφραγισμένο βαγόνι", καθώς και το όλο επαναστατικό κλίμα που επικρατούσε στην Πετρούπολη τον Οκτώβρη του 1917 και που επέτρεψε στους μπολσεβίκους να κυριαρχήσουν στο σημαντικότερο σοβιέτ της χώρας, και στον Λένιν να δράσει πλέον ανοιχτά και να ηγηθεί της επανάστασης.

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1917, τα πνεύματα στην Πετρούπολη ήταν ήδη οξυμένα. Οι εργάτες ύψωναν με θάρρος το αναστημά τους. Οι μάζες δραστηριοποιούνταν συνεχώς. Προμηνύονταν σοβαρά γεγονότα. Είχα λάβει μέσω της Ναντέζντα Κρούπσκαγια [της γυναίκας του Λένιν, σ.σ.] ένα σημείωμα του Βλαντίμιρ Ιλίτς που βρισκόταν στην Φινλανδία, στο Βίμποργκ, στον σύντροφο Λατούκα. Mου ζητούσε να πάω να τον συναντήσω και να οργανώσω την αναχωρησή του για την Πετρούπολη.

 

Εξετέλεσα την αποστολή μου. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς κι εγώ φτάσαμε στην Πετρούπολη σώοι κι αβλαβείς. Το διαμέρισμα όπου εγκαταστάθηκε και για το οποίο είχε μεριμνήσει η Ναντέζντα Κρούπσκαγια, με τη σύμφωνη γνώμη του Βλαντίμιρ Ιλίτς, ήταν στο σπίτι ενός υπαλλήλου του αμαξοστάσιου των τραμ στο σταθμό Λάνσκι, πάνω στο δρόμο του Βίμποργκ. Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού μάς ήταν άγνωστοι. Επειδή ενεργούσαμε παράνομα, δεν τους ρώτησα φυσικά ποιοί ήταν. Αρκούσε απλά να τους γνωρίζει ο Βλαντίμιρ Ιλίτς. Είχα δει μερικές φορές μια ηλικιωμένη γυναίκα με άσπρα μαλλιά, η οποία, όταν χτυπούσα συνθηματικά, μου άνοιγε την πόρτα και στην ερώτηση "ο Κωνσταντίν Πετρόβιτς [Βλαντίμιρ Ιλίτς] είναι στο σπίτι;" με έβαζε μέσα στο διαμέρισμα.

 

Τις επόμενες μέρες, ήμουν τόσο απασχολημένος που ξέχασα τελείως να ζητήσω πληροφορίες για τους ανθρώπους αυτούς που είχαν προσφέρει καταφύγιο στον Βλαντίμιρ Ιλίτς όταν έφτασε στην Πετρούπολη.

 

Με το που αφήχθηκε, ξεκίνησε να δουλεύει πυρετωδώς. 'Εγραφε άπειρα άρθρα για την Πράβντα και δεχόταν πολλούς συντρόφους. [...] Πήρε μέρος σε μερικές συναντήσεις με τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, καθώς και σε άλλες στο Λεσνόϊε, στην έδρα της τοπικής Ντούμας, ενώ στις 10 Οκτωβρίου, εκτός από τα μέλη της Κ.Ε., συμμετείχαν και διάφορα κομματικά στελέχη. Στην τελευταία αυτή συνάντηση, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς έθεσε ανοιχτά το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας.

 

Σε όλες αυτές τις συνεδριάσεις, τον συνόδευα ως "σωματοφύλακάς" του.

Τα γεγονότα ωρίμαζαν γρήγορα: στις 23 Οκτωβρίου, μου έδωσαν μια επιστολή του Βλαντίμιρ Ιλίτς για να μοιραστεί σε όλες τις περιοχές. Σ' αυτήν του Βίμποργκ, την παρέδωσα στην Τζένια Εγκόροβα, η οποία την αντέγραψε σε πολλά αντίτυπα και τη μοίρασε παντού. Στην επιστολή αυτή, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς υπογράμμιζε την αναγκαιότητα μιας καθοριστικής δράσης του κόμματος: "Η ολιγωρία ισοδυναμεί με θάνατο", έγραφε. (Είχα στην κατοχή μου το πρωτότυπο της επιστολής, αλλά το έχασα στη Φινλανδία.). Μου ήταν πολύ δύσκολο να εκπληρώσω όλα τα καθήκοντα που μου εμπιστευόταν ο Βλαντίμιρ Ιλίτς εξαιτίας της κακής κατάστασης των μέσων επικοινωνίας• κι όμως, έπρεπε να προσπαθώ, αλλιώς ο Βλαντίμιρ Ιλίτς μου έκανε παράπονα, πολύ ευγενικά, αλλά και αυστηρά.

 

Ακολουθώντας τις οδηγίες του, πήγαινα στα εργοστάσια και στις συγκεντρώσεις, ενημερωνόμουν για τις διαθέσεις των εργατών, του έφερνα αντίγραφα από τις αποφάσεις που έπαιρναν στις συνελεύσεις. Για τον ίδιο λόγο, επισκεπτόμουν τους στρατώνες, και το βράδυ ο Βλαντίμιρ Ιλίτς μου ζητούσε να του αναφέρω με κάθε λεπτομέρεια ό, τι είχα δει και ακούσει. Και εντέλει, στις 25 Οκτωβρίου, έλαβα πληροφορίες που έλεγαν ότι η κυβέρνηση του Κερένσκι σκόπευε να καταστρέψει όλες τις γέφυρες πάνω από το Νέβα. Στην πόλη μέσα, οι περιπολίες ενιχύονταν• οι γέφυρες φυλάγονταν από στρατιωτικά αποσπάσματα. Αποφάσισα να πάω στον Βλαντίμιρ Ιλίτς.

 

Τον ενημέρωσα για τα γεγονότα που ήταν σε εξέλιξη• αν ο στρατός του Κερένσκι κατάφερνε να ρίξει τις γέφυρες, τότε όλες οι περιοχές θα αποκόπτονταν. Μόνο από τη μεριά του Βίμποργκ η εξουσία ήταν πραγματικά στα χέρια της κόκκινης φρουράς, που, αν και με ελλείψεις, ήταν ωστόσο οπλισμένη και αρκετά ενωμένη. Υπήρχε και μια αρχηγία. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς με άκουσε και είπε: "Ναι, σήμερα, πρέπει να γίνει το ξεκίνημα". 'Ηπιαμε τσάϊ και φάγαμε κάτι στα γρήγορα. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς πήγαινε πέρα δώθε στο δωμάτιο και σκεφτόταν [...]

 

"Λοιπόν, θα πάμε στο Σμόλνυ". Προσπάθησα στην αρχή να τον αποτρέψω από το σχέδιο αυτό, παρουσιαζοντάς του, με κάθε τρόπο, όλους τους κινδύνους στους οποίους θα ήταν εκτεθειμένος στην περίπτωση που κάποιος τον αναγνώριζε. Δεν έβλεπα τότε πως διέπραττα ένα έγκλημα κατά της επανάστασης εμποδίζοντας τον Βλαντίμιρ Ιλίτς να πάει στο Σμόλνυ.

 

Για περισσότερη ασφάλεια, αποφασίσαμε ωστόσο να μεταμφιεστούμε. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς άλλαξε ρούχα όσο γινόταν, κάλυψε το πηγούνι του με ένα αρκετά βρώμικο μαντήλι και φόρεσε ένα παλιό κασκέτο. Φρόντισα να προμηθευτώ καλού κακού δύο άδειες για το Σμόλνυ που είχαν παραποιηθεί αρκετά άτεχνα. Τα γράμματα είχαν σβηστεί με γόμα και στη θέση τους υπήρχαν δύο άγνωστα ονόματα μελών του Σοβιέτ της Πετρούπολης• δεν έλειπαν και οι μουντζούρες από μελάνι, γι' αυτό και η παραποίηση έβγαζε μάτι. Δεν είχαμε όμως καλύτερα χαρτιά και αποφασίσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε.

 

Φύγαμε γύρω στις 8 το βράδυ ακολουθώντας την Περσπεκτίβ Σαμσοννέσκι. Μετά από 10 λεπτά περπάτημα, είδαμε πολύ κοντά στη στάση ένα τραμ σχεδόν άδειο που κατευθυνόταν στο αμαξοστάσιο. Ανεβήκαμε στην πίσω πλατφόρμα και φτάσαμε έτσι χωρίς να κουραστούμε στη γωνία της οδού Μπότκιν όπου το τραμ έστριψε για το αμαξοστάσιο. Συνεχίσαμε τον δρόμο μας με τα πόδια. Αρκετοί κόκκινοι πολιτοφύλακες φύλαγαν την γέφυρα του Λιτέϊνυ από την πλευρά του Βίμποργκ. Περάσαμε δίπλα από τον σκοπό χωρίς να μας ζητήσει τίποτα. Από τη μέση, όμως, της γέφυρας, είδαμε στην άλλη άκρη στρατιώτες του Κερένσκι κι έναν φρουρό που ζητούσε άδειες. Φυσικά δεν είχαμε, αν εξαιρέσουμε εκείνα τα πολύ ακατάλληλα χαρτιά που προανέφερα. Παρατηρήσαμε ότι οι στρατιώτες ήταν περιτριγυρισμένοι από έργατες κι ότι γίνονταν έντονες συζητήσεις. Οι στρατιώτες εμπόδιζαν τους εργάτες να περάσουν τη γέφυρα. Παρ' όλα αυτά, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς αποφάσισε να δοκιμάσουμε να περάσουμε. Πλησιάσαμε. Φάνηκε πως οι στρατιώτες απαιτούσαν άδειες κι ότι οι περισσότεροι εργάτες δεν είχαν όπως κι εμείς. Σύμφωνα με τους στρατιώτες, αυτές οι άδειες έπρεπε να ζητηθούν από το Γενικό Επιτελείο. Οι εργάτες ήταν αγανακτισμένοι και καθύβριζαν τους στρατιώτες. Επωφεληθήκαμε από τους τσακωμούς αυτούς για να ξεγλιστρήσουμε κάτω από τη μύτη των φρουρών προς την Περσπεκτίβ Λιτέϊνυ και να πάρουμε την οδό Σπαλέϊρναγια για να κατευθυνθούμε προς το Σμόλνυ.

 

Είχαμε ήδη διασχίσει μια μεγάλη απόσταση στην οδό Σπαλέϊρναγια όταν εμφανίστηκαν δύο Γιούνκερ πάνω στα αλογά τους. Διέταξαν: "Σταματήστε! Τις άδειές σας!" Ψιθύρισα στον Βλαντίμιρ Ιλίτς: "Φύγετε εσείς και θα τους αναλάβω εγώ". Είχα στην τσέπη μου δύο πιστόλια. Τους απευθύνθηκα ωμά λέγοντας πως κανείς δεν ήξερε γι' αυτές τις άδειες, και γι' αυτό δεν ήταν δυνατόν να τις προμηθευτούμε εγκαίρως. Εν τω μεταξύ, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς είχε απομακρυνθεί διακριτικά. Οι Γιούνκερ με απείλησαν με τα μαστίγιά τους και διέταξαν να τους ακολουθήσω. Αρνήθηκα κατηγορηματικά. Τελικά, αποφάσισαν πως ήταν ανώφελο να χάνουν την ώρα τους με αλήτες. Πράγματι, τέτοιοι φαινόμασταν. Οι Γιούνκερ απομακρύνθηκαν.

 

Πρόλαβα τον Βλαντίμιρ Ιλίτς και συνεχίσαμε μαζί τον δρόμο μας. Φτάσαμε στο Σμόλνυ. Στην είσοδο, υπήρχε πολύς κόσμος συγκεντρωμένος. Και τότε, μαθαίνουμε πως οι άδειες των μελών του σοβιέτ της Πετρούπολης, που μέχρι τότε ήταν άσπρες, τώρα είχαν γίνει κόκκινες. Η δυσκολία αυτή ήταν πιο σοβαρή, και δυστυχώς, δεν υπήρχε κανένας σύντροφός μας μέσα στο πλήθος. 'Ολοι ήταν εξαγριωμένοι που δεν μπορούσαν να περάσουν. Εγώ ήμουν ο πιο εξαγριωμένος και ο πιο αγανακτισμένος από όλους. Κραδαίνοντας τα δύο ψεύτικα έγγραφα φώναζα: "Πως, εμένα, ένα νόμιμο μέλος του σοβιέτ της Πετρούπολης, δεν μ' αφήνουν να περάσω!"

 

Φώναζα στους συντρόφους που ήταν μπροστά μου πως έπρεπε να αγνοήσουμε αυτόν τον έλεγχο και να περάσουμε, κι ότι, στο ίδιο το Σμόλνυ αυτό ήταν ανήκουστο. 'Αρχιζα να σπρώχνω όπως ένας "πορτοφολάς" και σε λίγο οι ελέγκτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Τελικά, φτάσαμε στο Σμόλνυ [στο κτήριο του Ινστιτούτου, σ.σ.]. Ανεβήκαμε αμέσως στον δεύτερο όροφο, στην άκρη του διαδρόμου κοντά στη μεγάλη αίθουσα [...]

 

Επειδή δεν ήταν εύκολο να μιλάμε στο διάδρομο, μπήκαμε σ' ένα μικρό δωμάτιο κοντά στην αίθουσα όπου συνεδρίαζε το σοβιέτ. Τρεις άντρες, η αφρόκρεμα των μενσεβίκων, οι ηγέτες του κόμματός τους -ο Νταν, ο Λίμπερ κι αν δεν κάνω λάθος και ο Γκοτζ- βγήκαν από την αίθουσα και μπήκαν στο δωμάτιο όπου βρισκόμασταν. Ο ένας απ' αυτούς (δεν θυμάμαι ποιός), βγάζοντας ένα πακέτο από το παλτό του, ανακοίνωσε πως περιείχε ψωμί, βούτυρο, σαλάμι και τυρί, και κάλεσε τους άλλους δύο να μοιραστούν το γεύμα του. Απορροφημένοι από την κουβέντα τους, δεν μας έδωσαν καμιά σημασία. Ο μενσεβίκος άφησε το πακέτο του στην άλλη άκρη του τραπεζιού όπου καθόταν ο Βλαντίμιρ Ιλίτς. Τότε μόνο, ξεδιπλώνοντας το πακέτο, αναγνώρισε τον Βλαντίμιρ Ιλίτς παρά το μαντήλι που του κάλυπτε το κάτω μέρος του προσώπου. Τρομερά αναστατωμένος, ο μενσεβίκος βιάστηκε να ξαναπακετάρει τα τρόφιμά του και οι τρεις τους, έντρομοι, μπήκαν πάλι στην αίθουσα. Το περιστατικό αυτό διασκέδασε τον Βλαντίμιρ Ιλίτς, τόσο που έβαλε τα γέλια.

 

Βγήκαμε κι εμείς, και πηγαίνοντας σε μια άλλη αίθουσα όπου ήρθαν αμέσως και μας βρήκαν αρκετοί σύντροφοι από τον ηγετικό πυρήνα του Κόμματος, πέσαμε αμέσως στη δουλειά, και χωρίς μάταιες κουβέντες, αρχίσαμε να εξετάζουμε τη νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Εν τω μεταξύ, οι μάχες είχαν ξεσπάσει στην πόλη. Ακούγαμε καθαρά τους πυροβολισμούς και τον βρόντο των κανονιών.

 

Στη μεγάλη αίθουσα, η συνέλευση είχε τελειώσει και οι μενσεβίκοι βιάστηκαν να αποχωρήσουν, διαισθανόμενοι πως είχαν χάσει το παιχνίδι. Μία συνάντηση του σοβιέτ της Πετρούπολης είχε οριστεί για τα μεσάνυχτα, κι έτσι τα μέλη του σοβιέτ παρέμειναν στην αίθουσα. "Ο λόγος είναι στον Βλαντίμιρ Ιλίτς". Μου είναι αδύνατο να σας περιγράψω τον ενθουσιασμό στην αίθουσα. Πάντως, δεν ακουγόνταν πια ούτε οι πυροβολισμοί, ούτε οι κανονιές, είχαν καλυφθεί από τα χειροκροτήματα που κράτησαν μερικά ολόκληρα λεπτά• στο τέλος, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς είχε την ευκαιρία να μιλήσει.

 

Με τη λήξη της συνεδρίασης, όλοι κατέβηκαν στον από κάτω όροφο, και το ίδιο έκανα κι εγώ ως "σωματοφύλακας". Οι αντιπρόσωποι πήραν θέση γύρω από το τραπέζι, κι επειδή δεν περίσσευε καρέκλα για μένα, κάθισα κάτω, με το πηγούνι πάνω στα γόνατα. Οι συζητήσεις περιστράφηκαν γύρω από την οργάνωση μιας κυβέρνησης. 'Επρεπε ν' αποφασιτεί και η ονομασία της. Κάποιοι πρότειναν "υπουργείο", αλλά η πρόταση αυτή απορρίφθηκε. Κάποιος άλλος αντιπρότεινε "λαϊκή επιτροπή", κι ήταν αυτή που υιοθετήθηκε. 'Επειτα έγινε ένας καταμερισμός καθηκόντων. 'Ολη αυτήν την ώρα, εγώ καθόμουν στη γωνιά μου και άκουγα. Η δουλειά μου είχε τελειώσει κι ήμουν πια "άνεργος".

 

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο A l' Encontre - La Brèche (Πηγή Gallica, BNF)

Μτφ. Σ.Σ.