Selfies

 Εγώ είναι ένας Άλλος;

 

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Pornocultura, ταξίδι στην άκρη της σάρκας

Ένα δοκίμιο της σημειολόγου Claudia Attimonelli και του κοινωνιολόγου (του φανταστικού) Vincenzo Susca

Mimesis Edizioni, 2016.

•••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••

 

Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου στο πάντα ενημερωμένο και εξαιρετικά διεισδυτικό μπλογκ Les 400 culs της Agnès Giard στο σάιτ της εφημερίδας «Libération» (06.09.2017):

***

 

[...] Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως το βιβλίο Πορνοκουλτούρα θα επιδίωκε μια κριτική με την ηθική έννοια του όρου. Κάθε άλλο όμως. Για τους δύο συγγραφείς, πέρα από οποιαδήποτε κρίση, το πορνό ορίζεται ως μια ευρύτατη επιχείρηση κατεδάφισης ενός ξεπερασμένου πια ιδανικού (τόσο το καλύτερο;), του ανθρωπιστικού ιδανικού. Όλα αρχίζουν εκεί γύρω στον 15ο αιώνα. Ο ανθρωπισμός κάνει προοδευτικά την εμφάνισή του χάρη στην επιστημονική βελτίωση της προοπτικής και της τυπογραφίας, οι οποίες εδραιώνουν μια απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Εγγράφεται εντός «της δηλωμένης πρόθεσης να τοποθετηθεί ο άνθρωπος στο κέντρο του κόσμου», ώστε, όπως το έγραφε ο Καρτέσιος στον Λόγο περί της Μεθόδου, να «εξουσιάζει και να κατέχει τη φύση». Ο ανθρωπισμός διακηρύσσει τον πρωταρχικό ρόλο του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν, την τάση του να γίνει το μέτρο για καθετί, στηριζόμενος ακριβώς πάνω στη δυνατότητά του να απομονώνει, να ελέγχει και να αναλύει, στη βάση των κανόνων του ίδιου του του σώματος, όλα τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν και θεωρούνται πλέον μια μεγάλη μαθηματική και αισθητική επιστημονική αφαίρεση, εφόσον κάθε πράγμα προσφέρεται για τον χειρισμό του. Ο ανθρωπισμός επιφέρει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τη δημιουργία.

 

 

Ο ανθρωπισμός επιβάλλει στον άνθρωπο νέες νόρμες: τον διαχωρισμό, την αποσύνδεση, την εκλογίκευση. Να είναι σε απόσταση από το σύμπαν, αλλά κυρίως από τον εαυτό του ώστε να γίνει ελεύθερος (sic), μόνος υπεύθυνος της μοίρας του, κυρίαρχος του εαυτού του. Κάτι που προϋποθέτει πολλές θυσίες: πρέπει στο εξής να δείχνει αυτοσυγκράτηση, να ελέγχει τις ορέξεις του, να ρυθμίζει τις επιθυμίες του, με λίγα λόγια «να διώχνει τα πάθη, τα αισθήματα και τα όνειρα στο περιθώριο της καθημερινής ζωής (στη νύχτα, στην ιδιωτική σφαίρα, στις αστικές ρωγμές...)». Να γιατί εμφανίζεται το πορνό: για να αντισταθμίσει τους περιορισμούς που επιβάλλει η προοδευτική ιδεολογία. Όπως το εξηγούν η Claudia Attimonelli και ο Vincenzo Susca στην Πορνοκουλτούρα, «η προσβλητική ανάδυση του πορνό» είναι πριν απ' όλα «μια μειοψηφική και μυστική αντίδραση –μυημένων, ρέμπελων, δανδήδων ή "ανομικών" ατόμων– έναντια στις πιο αυστηρές θρησκευτικές, κοινωνικές και ηθικές προσταγές της προτεσταντικής ηθικής». Για να το πούμε σαφέστερα: το πορνό, όντας βασισμένο στο φρενήρες ξόδεμα των σεξουαλικών υγρών, αποτελεί την ανάποδη όψη μιας κοινωνίας που έχει εμμονή με τον αυτοέλεγχο και «τις τοποθετήσεις στο Χρηματιστήριο». Το πορνό είναι η αντίστροφη όψη του ανθρωπισμού, η σκοτεινή του πλευρά, το αντιθετικό του δίδυμο, η σαρδόνια σκιά του.

 

Αντιστρέφοντας τις ανθρωπιστικές αξίες στο ακριβώς αντίθετό τους, η πορνογραφική σκηνή. έτσι όπως αναπτύσσεται, δεν παύει να εμφανίζει ένα υποκείμενο που χάνεται ή που τα χάνει «μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από εκείνον»: τα όριά του ακυρώνονται. Στον κόσμο του πορνό το άτομο δεν προστατεύεται πια από κανένα ρούχο, από κανένα όριο. Όλες οι οπές του επισκέπτονται, όλες οι περιοχές του εξερευνώνται μπροστά στην κάμερα. Αναφερόμενοι στην περίφημη φράση του Καρτέσιου «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω μέσα στο κάστρο του πνευματός μου» (cogito ergo sum, in arcem meum), οι μελετητές εξηγούν: στον κόσμο του πορνό, «το κάστρο του πνεύματος που προστάτευε το άτομο, και απ' όπου κυβερνούσε από απόσταση τον κόσμο, αντικαθίσταται από δωμάτια, πίστες και βιτρίνες μιας σκηνής παραδομένης στις ορμές, όπου δεν υπάρχει πια αναπνοή, παρά μόνο σάρκα, πόροι και ιδρώτας ανάμεσα στα υποκείμενα και στα αντικείμενα, στα υποκείμενα και στα υποκείμενα, στα μέσα και στην καθημερινή ζωή». Στον κόσμο του πορνό, το άτομο αφήνεται να καταποντιστεί: το Εγώ του ακυρώνεται, η ελεύθερη βούλησή του ταπεινώνεται, παύει (με ανακούφιση) να διαφέρει από τους άλλους και βυθίζεται σ' ένα σαρκικό μάγμα ή σ' ένα συλλογικό ερεθιστικό δίκτυο. Ανοίγοντας νέους προβληματισμούς, η Πορνοκουλτούρα πάει ένα βήμα πιο πέρα: αν το πορνό είναι υπερβατικό, είναι επειδή, όπως λέει, γελοιοποιεί πολύ περισσότερο τα ανθρωπιστικά ιδανικά παρά τις ιουδαιο-χριστιανικές απαγορεύσεις. Το πορνό δείχνει άντρες και γυναίκες απρόσωπους, που δεν ανήκουν πια στον εαυτό τους κι έχουν επιστρέψει σε μια ζωώδη κατάσταση. Δεν γνωρίζουμε ούτε το ονομά τους. Δεν είναι πια προσωπικότητες, αλλά πιόνια στην υπηρεσία μια δοξασίας που στοχεύει στην απώλεια υγρών και ταυτοτήτων. Σκανδαλώδες. [...]

 

Το πορνό είναι μια κουλτούρα θανάτωσης του Εγώ. Είναι επομένως μια βίαιη κουλτούρα που δοξάζει θυσίες ωσάν να είναι «όμορφες, θανάσιμες αγωνίες»: «το υποκείμενο, με την ιδιωτικότητά του, είναι ο πρώτος μόσχος που θυσιάζεται από τις τελετουργίες της ηλεκτρονικής κοινωνίας σε όλες της τις εκφάνσεις» εξηγούν οι μελετητές, οι οποίοι αναρωτιούνται: «Τι είναι μια selfie, αν όχι μια πρακτική χαρούμενης θυσίας του εαυτού σου, μία λιμπιντική θυσία»; Για την Claudia Attimonelli και τον Vincenzo Susca, «η φαινομενικά ναρκισσιστική έκθεση του υποκειμένου αποτελεί στην πραγματικότητα μια προσφορά του εαυτού του σ' ένα δίκτυο επαφών [...]. Η χειρονομία της απαθανάτισης με την προσφορά της εικόνας μας στο κοινό [...] δεν υποδηλώνει τόσο τη θεαματική επίδειξη ενός προσώπου όσο τη σχεδόν οριστική παράδοσή του στον άλλον, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, Εγώ είναι ένας Άλλος (Ρεμπώ)· και ακόμα ότι Εγώ είμαι κάτω από το βλέμμα και κυρίως ανάμεσα στα χέρια του Άλλου». Υπάρχει στις selfies μια μορφή παραίτησης, εξηγούν οι μελετητές, προσθέτοντας ότι αυτή «η ιδρυτική πράξη της ηλεκτρονικής ύπαρξης (η κοινή ιντερνετική ανταλλαγή αυτοπορτρέτων) οδηγεί στην αυτοδιάλυση μέσα στο Διαδίκτυο, όπως μέσα σε ένα γιγαντιαίο όργιο. Τη βρίσκει ο καθένας, ναι. Επειδή σ' ένα όργιο όλοι είναι εναλλάξιμοι. Όπως έλεγε κι ο Μπατάιγ (Ο Ερωτισμός): «όχι μόνο η ατομικότητα καταποντίζεται μέσα στη βοή του οργίου αλλά ο καθένας που συμμετέχει αρνείται την ατομικότητα των άλλων». Εξαφανιζόμαστε, αποδεσμευόμαστε από το Εγώ μας, αφηνόμαστε... Επί τέλους. Είναι όμως τόσο εύκολο;

Μτφ. Σ.Σ.